Showing posts with label ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ. Show all posts
Showing posts with label ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ. Show all posts

Friday, January 7, 2011

Παραμύθι ν αρχινίσει. Από την Μικρασία.

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ορφανός τσομπανάκος.


Μπορεί να είχε ξεχάσει πολλά από τους γονείς του, όμως δεν θυμόταν τα λόγια της προσευχής που του είχαν μάθει: « Θεέ μου μη με ελεήσεις».
Ζούσε σαν τους γονείς του, συντροφιά με τα αρνιά και τη φλογέρα του. Κάθε βράδυ στάυρωνε το προσκέφαλό του και έλεγε την προσευχή του : «Θεε μου μη με ελεήσεις».
Γράμματα δεν ήξερε καθόλου.
Μια χειμωνιάτικη μέρα είχε κακό καιρό. Δυνατός αγέρας ξερίζωνε τα δένδρα. Σε μια σπηλιά μαί με τα αρνιά του καθόταν και περιμενε να περάσει η κακοκαιρία. Ξαφνικά έγινε σωστός χαλασμός. Ο τσομπανάκος σηκώθηκε και αγνάντευε το αφρισμένο πέλαγος.


Μέσα σε εκείνη την αντάρα, παρατήρησε ένα βαπόρι που κινδύνευε. Ο μικρός αποφάσισε να κατέβει κάτω για να βοηθήσει κανέναν ναυαγό. Φροντίζει να ασφαλίσει τα αρνιά και κατηφορίζει. Ομως το βαπόρι δεν γλύτωσε. Τσακίστηκε στα βράχια. Οι ναυαγοί ευτυχώς σώθηκαν. Εκείνοι χάρηκαν που τον είδαν. Τους είπε να μη χάνουν την ελπίδα τους γιατί όλο και κάποιο βαπόρι θα περνούσε από τα μέρη αυτά και θα τους πάρει.


Τους ανεβάζει στην σπηλιά και τους περιποιήθηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Τους φίλεψε με ότι είχε. Οι ναυαγοί ευχαριστήθηκαν και είπαν πως ο Θεός τους λυπήθηκε και τους έστειλε αυτόν τον τσομπανάκο.
Ενας παπάς που ήταν μέσα στους ναυαγούς, άκουσε τον μικρό να προσέυχεται το βράδυ λέγοντας «Θεε μου μη με ελεήσεις» . Τον μάλωσε. Τον συμβούλεψε να λέει « Θέε μου ελέησε τον κόσμο και εμένα» Κρίμα είπε ο μικρός, να μην μου το μάθει αυτό η μάνα μου. Βάλθηκε λοιπόν να μάθει αυτή την καινούργια προσευχή μέχρι που αποκοιμήθηκε ευτυχισμένος. Αυτό συνεχίστηκε για τρείς μέρες.
Την τρίτη αυγή ένα βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα.
Τρέχουν. Ανάβουν φωτιά για σινιάλο.
Τους βλέπουν από το βαπόρι και σε λίγο έρχεται η βάρκα να τους πάρει.
Λίγοι λίγοι και προσεκτικά μπηκαν μέσα. Ευχαρίστησαν τον τσομπανάκο για όσα είχε κάνει γι' αυτούς και ανοίχτηκαν στη θάλασσα.
Υστερα εκείνος επέστρεψε στην σπηλιά του. «Ας πάνε λοιπόν στην ευχή του Θεού» μονολόγησε. Ομως στεναχωρέθηκε αμέσως επειδή δεν θυμόταν την προσευχή που του είχε μάθει ο παπάς.
Οι βάρκες είχαν ήδη φτάσει στο καράβι. Ο τσομπανάκος άρχιζε να φωνάζει. Τον άκουσαν εκείνοι, αλλά δεν μπορεσαν να κάνουν τίποτα από τόση απόσταση. Εκείνος όμως έριξε την κάπα του στη θάλασσα και έκανε το ραβδί του κουπί. Ο μικρός όλο ζύγωνε και φώναζε: «παπά, πως είναι η προσευχή που μου έμαθες;»
Ο παπάς κατάπληκτος , χώρια που του φάνηκε πως είδε και φωτοστέφανο, του είπε πως ο «Θεός αγαπά την δική του προσευχή». Αυτή που του έμαθε η μάνα του.
«Δεν θα σκάσω» είπε εκείνος και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Από τότε ο μικρός τσομπανάκος ζούσε ευτυχισμένος λέγοντας την προσευχή που του είχε μάθει η μάνα του.
Ακόμα ζει καλά και ευτυχισμένα.

Saturday, January 1, 2011

Αμίλητο νερό στην Ιμβρο

Καλή χρονιά  σε όλους μας!

Λοιπόν εμείς, τέτοια μέρα κάναμε αρχικά ποδαρικό.

lastscan1.jpg

Την αυγή, πριν καλά καλά ξημερώσει, άδειαζαν τις  λαγήνες - δεν έπιναν το νερό της προηγούμενης... χρονιάς - και πήγαιναν στην βρύση οι κοπέλες να πάρουν το αμίλητο νερό. Πριν γεμίσουν, έριχναν μια πέτρα στη γούρνα. ΄Ηταν το ποδαρικό. Το ποδαρικό ήταν μια συμβολική πράξη, που εξέφραζε μια ευχή, κι αυτό για τη βρύση σήμαινε να τρέχει πάντα, να μην στερέψει ποτέ. Γύριζαν οι γυναίκες με γεμάτο λαγήνι, δίχως να μιλήσουν σε άνθρωπο, αν τύχαινε να συναντήσουν στον δρόμο τους. Αν στον δρόμο ήταν και κανένα συγγενικό η φιλικό σπίτι, έριχναν λίγο από το αμίλητο νερό στο κατώφλι τους, άνοιγαν την πόρτα τους, πετούσαν μέσα μια πέτρα και έφευγαν αμίλητες όπως ήρθαν. Τους έκαναν δηλαδή το ποδαρικό, ναναι η ζωή σαν το νερό της πηγής και η γεροσύνη τους σαν την πέτρα. Στο σπίτι τους έκαναν το ίδιο και τέτε μοναχά μιλούσαν:

Κ α λ ή  χ ρ ο ν ι ά!

Ποδαρικό στο σπίτι του έκανε και ο νοικοκύρης, μόνο που αυτός έφερνε μια πέτρα από τον ποταμό σκεπασμένη με βρύα, ναναι αφθονα τα αγαθά στο σπίτι του σαν την βρυασμένη πέτρα. Και ηοικοδέσποινα ξεκρέμαζε από το "διατόνι" ( ένα ξύλινο δοκάρι) ένα ρόδι, το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα. Το ρόδι έσκαζε και το σπίτι γέμιζε...ρουμπίνια, κι εύχονταν έτσι ναναι γεμάτο το σπίτι όλο το χρόνο.

Friday, December 24, 2010

Για τους Καλικάτζαρους την Παραμονή Χριστουγέννων στην Ιμβρο

Είναι οι Καλικάντζαροι τα μικρά εκείνα δαιμόνια με τα κατσικίσια ποδαράκια, τα μεγάλα σαν νυχτερίδας αυτιά, την αποκρουστική φάτσα και τα τρελά φερσίματα, που ανεβαίνουν από τα έγκατα της γης, όπου ολοχρονίς αγνίζονται να κόψουν τον χονδρό κορμό του δένδρου που κρατά τη γη, για να την γκρεμίσουν στα τάρταρα η βγαίνουν από τα βάθη της θάλασσας, ανάμεσα Ίμβρου και Σαμοθράκης, όπου έχουν το μεγάλο μύλο που αλέθει το άλας για να αρμυρίσει το νερό και να μην μπορούν οι άνθρωποι να το χρησιμοποιήσουν.


την παραμονή των Χριστουγέννων αφήνουν τα "θεάρεστα" έργα τους και ανεβαίνουν στη γη, για να πειράξουν τους ανθρώπους, να τους χαλάσουν το γιορταστικό τους κέφι. Γι' αυτό οι νοικοκυρές την παραμονή, από την αυγή μάζευαν την στάχτη από το τζάκι και την έριχναν γύρω γύρω στο σπίτι, σύρριζα με τον τοίχο, γιατί οι "τρισκατάρατοι" φοβούνται να την πατήσουν και να περάσουν. Αλλιώς σκαρφαλώνουν στον τοίχο, ανεβαίνουν στα κεραμίδια, όπου κάνουν πολλή φασαρία, τρυπώνουν από την καπνοδόχο στο τζάκι για να κάνουν την ζημιά τους. Τους τρελαίνει η μυρωδιά του ψημένου κρέατος.


Θέλουν να πλησιάσουν και να τσιμπήσουν λίγο κρέας και αν δεν το καταφέρουν τότε το μολεύουν και φεύγουν. Για να αποτρέψει την απόπειρά τους αυτή αυτός που ψήνει κρατάει ένα ξύλο αναμμένο που έχει γίνει σαν πύρος από την φωτιά, το χτυπάει πάνω στους δαυλούς για να κάνει σπίθες λέγοντας λόγια αποτρεπτικά για τους καλικάντζαρους. Τρομαγμένοι αυτοί κάνουν πίσω μα θα ξανάρθουν.

Saturday, August 14, 2010

Παναγιά η Μπαλωμένη

20062008249.jpg

Στην Ίμβρο θαυματουργή είναι η Παναγία η Μπαλωμένη. Είναι χτισμένη στην μέση μιας κάθετης σχεδόν πλαγίας που κατεβαίνει ως την θάλασσα απέναντι στην Σαμοθράκη. Η τοποθεσία λέγεται Μεσάδι. Βρίσκεται σχεδόν σε ίση απόσταση από τα χωρία Σχοινούδι και Αγρίδια. Ο δρόμος είναι γεμάτος κακοτοπιές, περνάει ανάμεσα σε γκερμούς και χαράδρες αυτό όμως δεν εμποδίζει τους προσκυνητές να πηγαίνουν δύο ώρες δρόμο με τα πόδια και πολλές φορές ξυπόλητοι.
Κάθε χρόνο τον δεκαπεντάυγουστο, ανήμερα της γιορτής, κόσμος πολύς πήγαινε, γιατί ήταν παρηγοριά και ελπίδα όλων των πονεμένων και των πενομένων. Μεγάλη η χάρη της, γι' αυτό πολλά και τα τάματα. Η ποιο πολλοί πήγαιναν με τα πόδια και όχι με άδεια χέρια. Άλλος σήκωνε στην αγκαλιά ένα παιδί που το έδωσε η χάρη της ή το έσωσε από βαριά αρρώστεια, άλλος κουβαλούσε στον ώμο ένα λαγήνι λάδι, άλλος σαν το καλό ποιμένα ένα αρνί ζωντανό, άλλος ένα τουρβά κερί και άλλοι άλλα, ό,τι είχαν τάμα. Κι όλοι τούτοι, οι πιο πολλοί ξιπόλητοι, περπατώντας πάνω σε καυτές πέτρες που έκαιγαν από τον αυγουστιάτικο ήλιο, τα ξερά ξύλα και τα αγκάθια. Δεν ήταν λοιπόν μόνο η προσφορά αλλά και η δοκιμασία στην οποία υπέβαλλαν τον εαυτό τους, μια δοκιμασία ή οποία ήταν χαρά και ικανοποίηση, γιατί όπως έλεγαν και ομολογούσαν, ούτε κούραση, ούτε πόνο αισθάνονταν κι ούτε κανένα σημάδι κακουχίας φαίνονταν στα πόδια τους. Απίστευτο με τα μέτρα της λογικής, λογικό όμως με τα σταθμά της πίστης. Σαν τους Αναστενάρηδες, που αλωνίζουν ξυπόλητοι τα αναμμένα κάρβουνα και δεν καίγονται.

Ιμβρος, Δεκαπενταύγουστος


Να μου επιτρέψετε να αφήσω την ψυχή μου να ταξιδέψει, μέρες που είναι.


Εκεί στην πατρίδα.


Να μου επιτρέψετε τα δάκρυα και το χαμόγελο και την μικρή ελπίδα της επιστροφής.


Δεν είναι μικρό πράγμα, της Παναγιάς στην Ίμβρο...


Μικρά παράθυρα θα ανοίξω να ρίξουμε ευλαβικά μια ματιά στις γειτονιές της γλύκας και της απαντοχής.


Νάμαστε λοιπόν σε ένα χαγιάτι. Είναι απογευματάκι καλή ώρα. Τα τζιτζίκια διαλαλούν τον έρωτά τους.


Μπροστά μας ένα τραπεζάκι ξύλινο με ένα ασημένιο δίσκο.


Καφεδάκια, γλυκό του κουταλιού, κατα προτίμηση τριαντάφυλλο και ποτήρια παγωμένο νερό από τη βρύση.


Ο μπάρμπα Γιώργος είναι όλο γλύκα και ξεκινά να μας λέει για τις μέρες τούτες:


Ο Ίμβριος  σέ όποιο μέρος τού κόσμου καί νά βρήσκεται, όταν πλησιάζουν οι μέρες  τού Αυγούστου,  μέσα του κάτι τόν παρακινεί  καί τόν σπρωχνει νά πάρη  τόν δρόμο  γιά τήν πατρίδα. Αρχίζει νά θυμάται τό σπίτι πού άφησε, τούς τάφους τών πατέρων του , τή πατρική γή, τά παιδικά του  χρόνια , τήν ωραία ζωή τών καλών χρόνων . Μαζι μέ δέος φουντώνει καί η νοσταλγία τού γυρισμού. Στά όνειρά του έρχονται οι πατέρες του  καί τού φωνάζουν <<έλα νά μάς ανάψεις  τό καντύλι τών τάφων μας.>>. Δέν αντέχει στά προστάγματα τών πατέρων καί τής μεγάλης του μάννας τής Ιμβρου, καί σέ τόσες νοσταλγίες.Παίρνει τήν απόφαση καί ξεκινά, από Ν. Ζηλανδία , Αμερική Ελλάδα όπου καί άν βρήσκεται. Πολλοί τότε φιλούν τήν γή πού άφισαν κάποτε. Τρέχουν στόν τάφο τών δικών τους, τόν καθαρίζουν , τού ανάβουν τό καντήλι. Έτσι ησυχάζει εκείνο,ς υσηχάζουν καί εκείνοι πού είναι μέσα. Έχω δεί ανθρωπο νά λιποθυμά  όταν πήγε στό πατρικό του σπίτι καί τό βλέπει καταπατημένο από άγνωστους επισκέπτες!!!..... καί άλλον νά κάθεται πάνω στό γρεμισμένο τοίχο τής αγροικίας του  τήν οποία έχτισε  μέ τά ίδια του τά χέρια νά μοιρολογά και΄νά λέγει<< Ανάθεμα καί κατάρα σέ όσους μάς έφεραν σαυτά τά χάλια.>>


Η γιορτή τής  Παναγίας αρχίζει από  τίς 14 μέ τό σφάξιμο τών βοδιών τά οποία είναι τάματα τών χωριανών στή Παναγιά. Τά κρέατα βράζονται όλη τήν νύχτα   μπροστά στήν εκκλησία., καί μέσα στό ζουμί βράζεται η παραδοσιακή κουρκούτα. Τήν επομένη μετά τήν λειτουργία, ευλογούνται από τόν μητροπολίτη, καί μοιράζονται σέ όλους τούς χωριανούς. Σήμερα γίνεται η πανηγυρικότερη  καί ευλαβικότερη  λειτουργία στήν εκκλησία. Σήμερα ο κάθε ένας μας λέγει τόν πόνο του στήν Παναγιά, καί ζητά τήν βοήθειά της και΄τήν προστασία της. Μέ τόν λόγο πού εκφωνεί ο μητροπολίτης η κάποιος από τούς θεολόγους,κλαίει ο λαός κλαίει καί η Παναγιά, η μεγάλη μάνα,  ανοίγει τά φτερά της γιά νά σκεπάσει  καί προστατέψει τά κατατρεγμένα παιδιά της τά οποία  σκορπισε  σέ ολόκληρη τήν γή η λαίλαπα τού κατατρεγμού. Μετά τήν εκκλησία έρχεται  η σειρά  τών νεκρών . Αυτή η στιγμή είναι  η συνάντηση τών προγονων μέ τους ζωντανούς. Ο  κάθε ένας πηγαίνει  στό μνήμα μέ έναν δίσκο γεμάτον  γλυκά  καί περιμένει νά περάση ο κάθε ένας ,  νά πάρη κάτι και  νά μακαρίση τούς πεθαμένους , οι οποίοι εκείνη τήν στιγμή πλυμηρίζουν αόρατοι τό νεκροταφείο χαιδέυουν  τους απογόνους  τους πού τούς θυμούνται καί τούς τιμούν.. Από εκεί φεύγουμε  μέ γεμάτες τίς καρδιές ανάμεικτων αισθημάτων, χαράς καί λύπης, καί ψυχικής ανακούφισης.Από εκεί  καθένας πηγαίνει στό σπίτι του αφού πάρει  τήν κουρκούτα μέ τό κρέας πού διανέμεται., γιά νά καθήσει στό γιορτινό τραπέζι, πού οπωσδήποτε δέν λείπουν οι φιλοξενούμενοι. Το βράδυ αρχίζει τό ξεφάντωμα, πού ο χορος καί τό τραγούδι συνεχίζει μέχρι τό πρωί.


Η 16 Αυγούστου μιά άλλη μέρα  λιτανείας  καί προσευχής. Όλοι πέρνουμε τόν δρόμο γιά τό Μάρμαρο. Εκεί μας  περιμένει η Παναγία η Μπαλωμένη  η θαυματουργή. Σύμφωνα μέ τόν θρύλο, τήν έχτισε κάποιος Βυζαντινός αυτοκρατορας.σφάζονται τά αρνιά καί βράζονται εκεί. Εδώ ενώνονται τά επουράνια μέ τά επίγεια. Ερχετε η Παναγιά, στέλνει πολύ νερό στό αγίασμά της { τό οποίο άλλοτε είναι λίγο}γιά νά πάρουν οι πιστοί νά πιούν καί νά πληθούν, γιά γιατριά ψυχής καί σώματος.


Αυτά λέει ο γέροντας και ρουφά μια γουλιά καφέ. Τα μάτια του ταξιδεύουν πέρα...στο παρελθόν γιατί το μέλλον....

Saturday, July 24, 2010

Ταξίδια ψυχής. Ιμβρος.

 


Προσκύνημα στην Ιμβρο

 


Θύμησες και νοσταλγία

 


Αποστολή στην ΙΜΒΡΟ

Του ΣΤΡΑΤΗ ΜΠΑΛΑΣΚΑ

 


«Θυμούμαι αυτήν την στιγμή τα λόγια του Δάντη: "Και πίσω ερχόταν μια συνοδεία ανθρώπων τόσο μακρόσυρτη, που δεν θα πίστευα ποτέ μου πως είχε ο θάνατος ξεκάνει τόσους πολλούς"»

 


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην Ιμβρο, το μεσημέρι της περασμένης Τρίτης

Προσκυνητές σε τάφους προσφιλών νεκρών, «όλοι ίσοι», όπως χαρακτηριστικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης είπε, «είτε είμεθα Πατριάρχης, είτε μητροπολίται, είτε πιστοί λαϊκοί, είτε νέοι, είτε γέροι, πλούσιοι - πτωχοί, άνδρες - γυναίκες». Στην Ιμβρο που πονά, που παλεύει, στην Ιμβρο όπου Ρωμαίικο και Ορθοδοξία αποκαθαίρονται, οι έννοιες των λέξεων αποκτούν άλλη διάσταση από τη συνηθισμένη, τόσο ανθρώπινη μα τόσο μεγάλη συνάμα...










Παιδικά χρόνια, πανηγύρια, εξοχές, μνήμες, σχολειά και Πρωτομαγιές ξετυλίχθηκαν την περασμένη Τρίτη στο αντάμωμα στην Ιμβρο



Αργά το απόγευμα και μετά από διαδρομές σε γειτονιές που τα ονόματά τους ακούγονται στα αυτιά σου σαν ξεχασμένα παραμύθια, σαν ύμνοι της Μεγάλης Παρασκευής, σαν αντίδωρο τη νύχτα των Χριστουγέννων. Σμύρνη, Μενεμένη, Αϊβαλί, Αδραμμύτι, Ασσος, Τροία, Δαρδανέλια, Μάδυτος, μπαίνεις στο τελευταίο καράβι, για την Ιμβρο. Στον ορίζοντα το νησί-προορισμός σου μπλέκει με την εικόνα της Σαμοθράκης. Προβάλλεται πάνω της, η Αρασιά της Ιμβρου γίνεται θαρρείς ένα με το Σάος της Σαμοθράκης, κι ύστερα, όσο πλησιάζεις στο νησί, θαρρείς και κάθε του κομμάτι είναι γνωστό σου, το έχεις δει, ένα στη Λήμνο, άλλο στον Αϊ-Στράτη, το τρίτο στη γειτονική Τένεδο, στη Σαμοθράκη. Ο κόσμος του βορειότερου κομματιού τού βορείου Αιγαίου, οι βόρειες Σποράδες, η αλλιώτικη ετούτη πολυνησία του Αρχιπελάγους, η τόσο τραγικά συνδεδεμένη με την ιστορία του Ρωμαίικου.










Στα Εννιάμερα της Παναγιάς ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος συνηθίζει να λειτουργεί στον τόπο του



Πόνος


Ιδιαίτερα στον αιώνα που πέρασε, οπότε και οι άνθρωποι της Ιμβρου και της Τενέδου γίνανε πιόνια σε σκακιέρες συμμαχιών, στοιχεία απάνθρωπων δούναι και λαβείν, αποδείξεις πόνου που γέννησε μια πατρίδα που αρνιόταν να καταλάβει πως τα καμώματα κάποιων στην Κύπρο με τις κρυφές της ή τις φανερές της ευλογίες ξερίζωναν τον κόσμο των νησιών. Που το 1923 η Συνθήκη της Λωζάννης τα έριξε μαζί με τον χριστιανικό ρωμαίικο πληθυσμό τους στον χάρτη της Τουρκίας.


Στην Ιμβρο, το λοιπόν, που έγινε Γκιοκτσέαντα, γιατί στην Τουρκία όλα πρέπει να είναι διαφορετικά απ' ό,τι ήταν επί αιώνες. Στην πρωτεύουσα του νησιού, την Παναγιά, στη σκιά ενός πανάσχημου αγάλματος του Κεμάλ Ατατούρκ με ημίψηλο καπέλο και φράκο (!) και την πανταχού παρούσα επιγραφή «ne mutlu turkum diyene» («τι ευτυχής που νιώθει κανείς να λέει πως είναι Τούρκος»). Προσέξτε τη σημασία της φράσης... «Να λέει πως είναι». Κι όχι «να είναι...»!










Μόλις 250 Ρωμιοί κατοικούν πια στην Ιμβρο. Ο μεγάλος ξεριζωμός έγινε στη δεκαετία του '60, όταν το τουρκικό κράτος στέγασε στο νησί τις ανοιχτές φυλακές



20 κάτοικοι


Από την Παναγιά στο ερειπωμένο Σχοινούδι. Σπίτια που χάσκουν σαν αδειανά νεκροκέφαλα στις πλαγιές του χωριού που κάποτε κατοικούσαν 4.288 άνθρωποι. Και που σήμερα κατοικούν μόλις 20! Ενας από τους ανθρώπους του ιστορεί στο νομάρχη Λέσβου Παύλο Βογιατζή, που συμμετέχει σε ετούτο το ταξίδι-προσκύνημα, «τα 32 μαγαζιά, τα αμπέλια, τα χτήματα που πάνε, χάθηκαν, τα πήρε θαρρείς ο αέρας. Πέτρες, γιε μου, μείνανε μονάχα, πέτρες...».


Και τα σπίτια των εποίκων στον απαλλοτριωμένο κάμπο που στέγασε τις ανοικτές φυλακές που το τουρκικό κράτος στέγασε στο νησί στη δεκαετία του 1960 για να υποχρεώσει τους Ρωμιούς νησιώτες να φύγουν. Φύγανε οι νησιώτες, έκλεισαν οι φυλακές, στη θέση τους χτίστηκαν σπίτια εποίκων. Τι κι αν οι νόμοι ορίζουν ότι οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις επιστρέφουν στους προκατόχους τους όταν οι λόγοι της απαλλοτρίωσης εκλείπουν; Στην Ιμβρο τίποτα δεν είναι ίδιο με τον άλλο κόσμο. Εκλεισαν οι φυλακές, στη θέση τους οικισμός για εποίκους. Ο λόγος της απαλλοτρίωσης, το ξερίζωμα των Ρωμιών από το νησί, δεν εξέλιπε, δεν αναφέρεται τούτος σε κανένα χαρτί...


Εκεί, στα δεξιά του δρόμου βγαίνοντας από την Παναγιά, είναι οι Αγιοι Θεόδωροι. Το χωριό όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δημητράκης Αρχοντώνης, ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος. Το χωριό με τους περισσότερους Ρωμιούς στο νησί. «Εξήντα είμαστε όλοι κι όλοι το χειμώνα», λέει ο παπα-Γιώργης, ο ιερέας. Είναι η γιορτή των Εννιάμερων της Παναγιάς, η γιορτή που ο Πατριάρχης συνηθίζει να επιστρέφει στον τόπο του, να λειτουργεί εκεί, να συγκεντρώνει τους τελευταίους 250 Ρωμιούς του νησιού, αλλά και τους εκατοντάδες Ιμβριους της διασποράς που βρίσκονται στο νησί, να καμαρώνουν όλοι μαζί για το ότι ένας τέτοιος άνθρωπος γεννήθηκε από έναν τέτοιον τόπο.










«Ne mutlu turkum diyene» είναι η επιγραφή του αγάλματος του Κ. Ατατούρκ, δηλαδή «Τι ευτυχής που νιώθει κανείς να λέει πως είναι Τούρκος»



Τα ευχάριστα...


«Σήμερα, που συναντώμεθα», είπε ο Πατριάρχης στους παρόντες συγχωριανούς του και όχι μόνο, «ας θυμηθούμε μόνον τα ευχάριστα: Τα παιδικά μας χρόνια, τα ωραία πανηγύρια στα χωριά και στις εξοχές μας, τα γεμάτα από παιδιά σχολεία μας, την έναρξη της λειτουργίας της Κεντρικής Σχολής, τις πρωτομαγιές που "πιάναμε" τον Μάη, τον Κλήδωνα του Ιουνίου, τους φανούς της τελευταίας ημέρας του Ιουλίου, τον ληομαζωχτή, τον γκρίζο, το θέρισμα και το αλώνισμα, το..., το..., το... Αλήθεια, τι να θυμηθώ! Τι να ξεχάσω! Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν! Πάντων! Για όλα! Και για το ότι μας δίνει την δύναμη να τα θυμούμαστε. Και να τα νοσταλγούμε. Και να αισιοδοξούμε ακόμα. Και να ελπίζουμε».


Γιατί στ' αλήθεια ελπίζει ο Πατριάρχης, ελπίζουν οι λιγοστοί Ιμβριοι του νησιού, ελπίζουν οι Ιμβριοι της διασποράς. Κι ελπίζουν όχι μόνο γιατί η προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση έβαλε την Ιμβρο και το πρόβλημα των ανθρώπων της ξανά στο προσκήνιο. Αλλά και γιατί στο νησί λειτουργεί εδώ και δυο χρόνια ένας φωτισμένος ιεράρχης. Ο μητροπολίτης Ιμβρου Κύριλλος, που «διαρκώς θερμαίνει ο Αγιος Ιμβρου τις καρδιές των χριστιανών του με τη φλόγα του ενθουσιασμού του, με το ανεξάντλητο χιούμορ του και το πλατύ χαμόγελό του, με τις ανακαινίσεις και τα εγκαίνια των εξωκλησιών μας, με τις επισκέψεις του και με τις εκδρομές που διοργανώνει και τις κοινοβιακές -θα έλεγα- ή οικογενειακές συνεστιάσεις που θυμίζουν τις "αγάπες" των πρώτων Χριστιανών, της αρχέγονης Εκκλησίας, τότε που ήταν άπαντα κοινά».


Φεύγοντας από την Ιμβρο τίποτα δεν είναι ίδιο. Κατεβαίνεις ένα σκαλοπάτι στον υπόλοιπο κόσμο. Στον κόσμο της καθημερινότητας, όπου τα όνειρα δεν έχουν θέση...


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 27/08/2005







 

Friday, June 25, 2010

συνοδεία νύφης και γαμπρού



(το τι γίνεται προηγουμένως στον γάμο, θα τα βρείτε στην ενότητα "Νόστιμον ήμαρ"

Φεύγουν.  Προπορεύεται η νύφη με τη συνοδεία της,  ακολουθεί ο γαμπρός με τους δικούς του και ακολουθεί  κόσμος πολύς ντυμέμένος στα γιορτινά του και χαρούμενος,  οι καλεσμένοι
θα περάσουν να άρουν τον κουμπάρο κι όλοι μαζί για την εκκλησιά.
Μαργαριτάρι είν' ο γαμπρός και μάλαμα η νύψη
και ο κουμπάρος τους κι αυτός χίλια χρόνια να ζήσει.
Στην εξώπορτα της Εκκλησίας οι οργανοπαίκτες σταματούν φέρουν και παίζουν χαρούμενους σκοπούς,  ώσπου να μπουν όλοι μέσα.
Στην μέση της Εκκλησίας είναι στρωμένο με ένα αμεταχείριστο κιλίμι από την προίκα της νύφης.  Εκεί απάνω που θα ευλογήσει ο Πάπας το μυστήριο.  Μέσα στο δίσκο του κουμπάρου μαζί βμε τις λαμπάδες και τα στέφανα είναι κι ένα κομμάτι μεταξωτό ύφασμα,  δώρο του κουμπάρου για τη νύφη.   Στον "Ησαία" τους ραίνουν με ανθοπέταλα, ρύζι, κουφέτα και κολόνιες. το κρασία για το "ποτήριον σωτηρίου" πρέπει να είναι παλιό.Πολλές φορές όσο χρόνο όσο είναι και η νύφη.   Συνήθιζαν πολλοί αυτό το κρασί της σοδειάς,  της χρονιάς που γεννήθηκε το κορίτσι,  να κρατούν για το γάμο του. Αφού αυτό θα είναι και το πρώτο το ποτήρι,  που θα έχουν όλοι οι καλεσμένοι στο δείπνο.
Στο τέλος της τελετής,  περνούν ένας ένας,  χαιρετούν το Ευαγγέλιο που κρατάει ο Πάπας κι αφήνουν ένα νόμισμα στο δίσκο που είναι πάνω στο τραπέζι,  μπαξίσι για το υψηλό του έργο. Χαιρετούν ν τα στέφανα που είναι στα κεφάλια των νεονύμφων και δίνουν τις ευχές τους.  Αυτά είναι τα συγχαρητήρια .Εύχονται και στον κουμπάρο και λένε " άξιος και να τα χιλιάσει ».  Χιλιάδες φορές δηλαδή να αξιωθεί να γίνει κουμπάρος.  Αλλά ο κουμπάρος είναι ανήσυχος.  Κακό φοβάται και ξαφνικά αυτό που φοβάται...Κάποιος τον αρπάζει από τη μέση,  τον σηκώνει ψηλά.  Δεν θα πατήσει « χώμα »,  αν δενυποσχεθεί κάτι.  Το τάξιμο.  Αφού « τάξει »,  φωνάζουν όλοι τους γύρω του και γελούν μαζί του,  κι εκείνος τάζειι,  τι να κάνει;  Υπόσχεται ένα γλέντιι,  έναν τράγο για ευωχία η μία "σφίδα" κρασί για ξεφάντωμα.
Η επιστροφή στο σπίτι δεν είναι χωρίς εμπόδια,  κάπου ένα τεντωμένο σκοινί φράζει το δρόμο.  Το κρατούν οι κοπέλες και τα παλικάρια και δεν θα περάσουν,  αν δεν βάλει ο γαμπρός  το χέρι στην τσέπη.  Ένα γερό μπαξίσι,  λοιπόν,  και ο δρόμος είναι πάλι ανοιχτός.

Saturday, May 29, 2010

Οι φύλακες των Θερμοπυλών της Ιμβρου

Νιώθω ιδιαίτερο το χρέος σήμερα να αφιερώσω το ποίημα του Καβάφη " Θερμοπύλες" σε αυτές τις μορφές της φωτογραφίας:





Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


Οι άνθρωποι της φωτογραφίας είναι μερικοί από τους λιγοστούς κατοίκους της Ίμβρου σήμερα. Οι μορφές τους είναι επίτηδες θολές, σαν το μέλλον τους. Μαζεμένοι γύρω από της σόμπα, περνάνε τους χειμώνες τους, προβλέποντας πως στο τέλος οι Μήδοι θα διαβούν, ο Μουάμεθ ο Πορθητής θα νικήσει και η κερκόπορτα από καιρό έχει γίνει πέρασμα για την εγκατάλειψη.
Παρόλα αυτά όμως, για όσο καιρό απομένει ακόμα, το βιολί του Νικόλα θα ακούγεται στα πέρατα της γης και τ' ουρανού.


Thursday, May 20, 2010

στο σπίτι της νύφης


Και ξημερώνει η μεγάλη μέρα. Στην ορισμένη ώρα έρχονται οι καλεσμένοι. Μια κοπέλα με ένα δίσκο λουλούδια, καρφιτσώνει στο στήθος ή το πέτο τουκαθενός ένα τριαντάφυλλο, ένα γαρύφαλλο, ένα ζουμπούλι, μέ ένα πράσινο φύλλο δεμένα τα δυο μαζί με στράς, κι ένα κέρασμα στο πόδι.


Πρώτος ο γαμπρός θα ξεκινήσει από το σπίτι του. Τα όργανα στην αυλή παίζουν γαμήλιους σκοπούς. Νατος βγήκε. Τον κρατούν από την μια ο πατέρας η ο αδελφός και από την άλλη ο "παραγαμπρός". Πάνω στο χαγιάτι οι φίλοι του, με τα τουφέκια ρίχνουν στον αέρα, σύνθημα για την νύφη. "Ερχόμαστε"!


Και στο σπίτι της νύφης, λουλούδια και κεράσματα και κάτι αδικαιο΄λόγητα σύρε κι έλα, κάποια σύγχιση και πολλή συγκίνηση. Η μάνα, αγκαλιάζει τη κόρη και την φιλεί με δάκρυα. Μάνα και κόρη αγκαλιασμένες κλάινε.




Σήμερα γάμος γίνεται, δεν είναι πατινάδα,


Σήμερ' αποχωρίζεται η κόρη από τη μάνα.


Σήκω, κόρη, χαιρέτησε της μάνας σου το χέρι


κι ήρτε η ώρα η καλή να κάνεις άλλο ταίρι.




Ο πατέρας, τα αδέλφια, την φιλούν επίσης και τα χείλη τους τρέμουν. Αυριο δεν θα έιναι πια μαζί τους.


Και να, ο γαμπρός έφτασε! Στην αυλή τα βιολιά και τα λαγούτα κελαηδούν




Πρόβαλε, άστρο της αυγής, πρόβαλε νιο φεγγάρι


έλα να σε χαρεί ο νιός, ο νιος που θα σε πάρει.




Προβάλει στην πόρτα ολόλαμπρη, αλήθεια σαν άστρο




Εβγα, νυφη, στην πόρτα σου να δεις το παλλικάρι


π' άλλαξε και στολίστηκε κι ήρτε να σε πάρει.




Αργά κι επίσημα κατεβαίνει την σκάλα ενώ από παντού, σωστή βροχή, λουλούδια, ρύζι και...ευχές "Η ώρα η καλή"!


Και πάλι τραγούδι




Σήμερα λάμπ' ο ουρανός,σήμερα λάμπ' η μέρα,


σήμερα στεφανώνετα αητός την περιστέρα.

Sunday, May 2, 2010

Τα ξουρίσματα


Το ίδιο βράδυ στο σπίτι του γαμπρού έχουν τα "ξουρίσματα". Εκεί γίνεται κυριολεκτικά του "Κουτρούλ' ο γάμος". Όλα τα παλικάρια θα ξουριστούν μαζί με το γαμπρό. Όλοι έχουν έρθει από νωρίς με τα δώρα τους. Ένας φέρνει ένα σφαχτό, άλλος ένα λαγήνι κρασί, άλλος ένα γαλόνι ρακί κι ό,τι άλλο βάλλει ο νους σας. Τα κεράσματα πέφτουν απανωτά, το κέφι φουντώνει. Εδώ είναι που τα πειράγματα έχουν πολύ "κόκκινο πιπέρι" κι όλο στόχο έχουν το γαμπρό. Ανάβουν τα αίματα. Βγαίνουν στο χαγιάτι και ρίχνουν τουφεκιές στον αέρα. Να καίει το πελεκούδι, και φυσικά δε λείπει το τραγούδι.

Γαμπρέ μου παλικάρι, γαμπρέ μου τσελεπή,
έβγα στο παραθύρι να σκάσουν οι οχτροί.
Γαμπρός μας είναι άξιος καράβι ν' αρματώσει
και τα σχοινιά του καραβιού να τα μαλαματώσει.

Μια ομάδα από άντρες νοικοκυραίους θα αναλάβει να σφάξει τα ζώα, να κομματιάσει το κρέας, να στήσει τα καζάνια και να μαγειρέψει. Κουρκούτι ή ριζόσουπα, κρέας βραστό (τατάρ'κου) και κρέας με πατάτες. Άλλη ομάδα από γυναίκες θα αναλάβει τα "τραπεζώματα" και την περιποίηση των καλεσμένων. Είναι οι "παραστεκάμενες", αυτές που έχουν όλη τη φροντίδα, ώστε οι γονείς και τα αδέρφια να 'ναι ελεύθεροι από έγνοιες και φροντίδες τη μέρα του γάμου.

Sunday, April 25, 2010

γάμος2



Αργότερα, η νύφη με την "παρανύφη", μια κοπέλα που διάλεγε για σύντροφο και βοηθό στις μεγάλες τούτες ώρες ( η παρανύφη έπρεπε να έχει και τους δυο γονείς στη ζωή), πήγαιναν στα σπίτια και καλούσαν: " αύριο έχουμε το γάμο κι αν έχετε ευχαρίστηση...", και εκείνοι απαντούσαν : "φχαριστούμε, αντι η ώρα η καλή κι στ' μεγάλ' χαρά", και στην παρανύφη εύχονταν:"άντι κι στα δικά σ' μι του καλό". Δυστυχως τα τελευταία χρόνια "εισέβαλε" το απρόσωπο χαρτί με τα χρυσά γράμματα, που αντικατέστησε τη ζωντανή και γεμάτη αιδώ και συγκίνηση φωνή της νύφης.
Το βράδυ, μετά τα καλέσματα, όλες οι φίλες θα φέρουν τα δώρα τους στη νύφη. Θα λουστούν και θα αλλάξουν όλες μαζί. Στα "λουσίματα", όπως τα λεν, όλοι φεύγουν, μόνες οι κοπέλες με τη νύφη. μαντεύετε τι γίνετε. Χαρές και πειράγματα, αστεία πιπεράτα και υπονοούμενα, γέλια και τραγούδια.

Νύφη τα χιόνια λούστηκες και πήρες την ασπράδα
κι απ όλες τις τριανταφυλλιές την ροδοκοκκινάδα
σαν τι τραγούδι να σε πω νυφούλαμ' να σ' αρέσει
έχεις αγγελικό κορμί και δαχτυλίδι μέση.
Τη νύφη μας την είχαμε στη γλάστρα λουλουδάκι
και τώρα τη χαρίσαμε σ' ενα παλικαράκι.

Πριν φύγουν οι κοπέλες από το σπίτι της νύφης, γράφουν όλες τ' όνομά τους στο γοβάκι της κι όποιος το όνομα δεν σβήσει την άλλη μέρα, θα παντρευτεί μέσα στον ίδιο χρόνο.

Συνεχίζεται... ( με το σπίτι του γαμπρού)

Saturday, April 17, 2010

Γάμος


Συνεχίζουμε τώρα, ύστερα από τις γιορτές του Πάσχα, με τα έθιμα από την Ιμβρο.
Είχαμε σταματήσει στα αραβωνιάσματα.
Καιρός να πούμε για τον γάμο.
Ο γάμος είναι ασφαλώς το σημαντικότερο γεγονός στην ζωή μας, είναι ο θεμέλιος λίθος στην ζωή της κοινωνίας, αλλά και η εκπλήρωση της αποστολής μας. Λέγαμε στην ίμβρο, όταν κάποιος παντρεόταν, οτι "μπαίνει στον κόσμο", οτι πρέπει να "μπεις στον κόσμο" ( να παντρευτείς), για να καταλάβεις τον κόσμο, αν δεν μπεις στον κόσμο είσαι παράσιτο, είσαι ανάξιος, μένεις έξω του "νυμφώνος".
Εισιτήριο λοιπόν για τον κόσμο, για τη ζωή, είναι ο γάμος γι αυτό ανάλογη είναι και η όλη συμπεριφορά προς τον θεσμό, αλλά κυρίως κατά την τέλεση του γάμου, όταν δηλαδή παίρνεται το "εισιτήριο" για τον κόσμο.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Παραμονές του γάμου και ο πυρετός στο σπίτι της νύφης είναι υψηλός. Ολοι οι δικοί, οι γονείς, τα αδέλφια, οι συγγενείς, οι γείτονες και οι φίλες της νύφης, όλοι στο πόδι. Θ στολίσουν το καινούργιο σπίτι, θα απλώσουν τα προικιά, θα γμίσουν τις αυλές και τα μπαλκόνια με γλάστρες και λουλούδια και την παραμονή του γάμου θα γίνουν τα καλέσματα. Αλλοτε το κάλεσμα γινόταν με ένα "κ'λίκ'", μια κουλούρα με πλουμίδια περίτεχνα φτιαγμένη ήταν το προσκλητήριο, εξ ου και "κ'λικ' σου στείλαμε ή κ'λικ' θα σου στείλουμε" λενε κοροιδευτικά στον απρόσκληρο η ανεπιθύμητο επισκέπτη.
Συνεχίζεται...