Showing posts with label Ίμβρος. Show all posts
Showing posts with label Ίμβρος. Show all posts

Monday, May 19, 2014

Πρώτες εντυπώσεις απο το ρεσιτάλ πιάνου του Χρήστου Καραβασίλη στον Φ.Σ. Παρνασσός

Πιστεύω οτι μιλώ εξ ονόματος όλων όταν εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες προς τον Ίμβριο πιανίστα Χρήστο Καραβασίλη. Ήταν συγκινητική η εκδήλωση, το ρεσιτάλ του, μια έκφραση τιμής προς τις αλησμόνητες πατρίδες καθως ο πιανίστας μας ταξίδεψε στα πέρατα της ψυχής. Ευχαριστούμε όσους μας συγκίνησαν με τις δικές τους μνήμες. Είμαστε σίγουροι οτι ο Ιμβριος πιανίστας Χρήστος Καραβασίλης θα μεταφέρει σ' όλο τον κόσμο με την μουσική του την πατρίδα του, ώστε σε κάθε γωνιά της γης να απολαμβάνουν όλοι την ανάσα της μέσα απο τα πλήκτρα του πιάνου.


Η φωτογραφία είναι απο την κα Έφη Αγραφιώτη, την οποία ευχαριστούμε θερμά για την τιμή με την παρουσία και συμπαράσταση της, καθώς και τον κο Γιώργο Χατζηνάσιο, τον κο Δημήτρη Τουφεξή, τον κο Ραφαήλ Πυλαρινό, την κα Ντόρα Μπακοπούλου, τον κο Αντώνη Γιαμβριά και πολλούς άλλους.

Saturday, April 19, 2014

«Αντίδωρο λατρείας, λίγη Πασχαλιά εδώ στην Ιμβρο»

Συνέντευξη με τον ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΜΠΟΥΡΗ
Από τον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ g.kiousis@eleftherotypia.net


«Αγιες μέρες του Πάσχα, απέραντη νοσταλγία για ό,τι ζήσαμε παιδιά, γι' αυτό που είναι όλη μας η ζωή. Χίλιες γεύσεις, μυρωδιές και χρώματα που 'χουν καταγραφεί στην ψυχή και τη μνήμη. Εικόνες που για χρόνια χάθηκαν απ' τα μάτια μας κι αναστήθηκαν στην καρδιά».


«Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα» ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα» ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Μιλάμε με τον Γιάννη Καμπούρη, φιλόλογο, εκπαιδευτικό, για τη Μεγαλοβδομάδα στο νησί. «Το περυσινό Πάσχα του Πατριάρχη Βαρθολομαίου ήταν ξεχωριστό, γιατί το έζησε στην Ιμβρο του. Το επιφανέστερο από όλα τα παιδιά της επέστρεψε ύστερα από πενήντα χρόνια, για να συνεορτάσει με τους συμπατριώτες του τη μεγαλύτερη εορτή της Χριστιανοσύνης και έστρεψε τα φώτα της δημοσιότητας στο νησί μας».


- Θύμησες;


«Ασβεστες, αδηφάγες, που διατήρησαν το παρόν μιας πατρίδας, η οποία για χρόνια τοποθετήθηκε στα εικονίσματα. Εικόνες, καντήλι θύμησης, αλλά και χρέους για γυρισμό. Ξαναχτίζουμε μέσα απ' τα χαλάσματα με μνήμη και όραμα το χθες, την Ιμβρο της Ελλάδας και της Τουρκίας, το νησί του Οικουμενικού μας Πατριάρχη Βαρθολομαίου, το δικό μας βορειοαιγαιοπελαγίτικο παράδεισο. Τούτες οι Αγιες μέρες σε τούτο τον τόπο αποκτούν μια άλλη διάσταση, αέναη, αυθεντική. Εδώ ξανακούς τη φωνή της γης, ανακαλύπτεις και αναπνέεις αρχέγονες μυρωδιές, βιώνεις το ιερό μεγαλείο των ημερών απέριττα, αφτιασίδωτα, ανάβοντας το καντήλι σ' απόμακρα ξωκλήσια στις ξωμεριές του νησιού και προσκυνώντας σε εκκλησιές με έντονη μοσχοβολιά του λιβανιού, εδώ γίνεσαι κοινωνός σε έθιμα, αδιάσπαστη συνέχεια της ιμβριακής παράδοσης».


- Οι παιδικές αναμνήσεις;


«Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάχναν τα Λαζαράκια, ψωμάκια με γέμιση σταφίδας, κανέλας, σουσάμι και μέλι, γεύσεις που κατακτούσαν τις αισθήσεις και τις καρδιές. Την Κυριακή των Βαγιώ όλοι απίθωναν βάγια αμάραντα, όσο και μέσα στη σκέψη μας, στους τάφους των προγόνων και τα κρέμαγαν στις πόρτες των σπιτιών για το "κακό μάτι". Κούνιες στήνονταν και παιδικές φωνές διαλαλούσαν "κούνια κούνια τω Βαγιώ, όσπου να 'ρθεί η Λαμπριά με τα κόκκινα τ' αβγά...". Με απογευματινούς εσπερινούς έφθανε η Μ. Πέμπτη, βάφονταν τα κόκκινα αβγά με κρεμμυδόφυλλα και φύλλα αμυγδαλιάς, και πλέκονταν ακάνθινα στεφάνια. Μετά τα 12 Ευαγγέλια στολιζόταν ευλαβικά ο Επιτάφιος με ανθισμένο ρίκι, Απρίλη, που μοσχοβολούσε και λίγα αγριολούλουδα».


- Σαν αύριο;


«Τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής "σήμερα μαύρος ουρανός - σήμερα μαύρη μέρα" στα απλά και θαμμένα στον ασβέστη και την πέτρα σπίτια -εδώ υπάρχουν ακόμη τέτοια- και οι ντόπιοι τούς πρόσφεραν αβγά, γρόσια κι εκείνα τα πεντανόστιμα ξυλοκέρατα. Ο Επιτάφιος θρήνος και τα εγκώμια, η περιφορά, τα αναμμένα κεριά στους δρόμους, μια μυσταγωγία, μια ευκαιρία μετοχής στο Θείο Δράμα. Τα "παπαδάκια" με τα εξαπτέρυγα, ο Εσταυρωμένος ανά τας χείρας των πιστών, το προσκύνημα στο Κοιμητήριο, η περιφορά στα καλντερίμια και ο πένθιμος ήχος της καμπάνας που πλανάται σαν θρηνωδός πάνω στις κορφές των βουνών και το άνοιγμα των κεκλεισμένων θυρών της εκκλησίας με το κέλευσμα του ιερέα "Αρατε πύλας" συνθέτουν την ιερή στιγμή της Μ. Παρασκευής, σε μια φύση βροχερή συνήθως και ανταριασμένη, σαν να μετέχει κι αυτή στο Θείο Πάθος».


- Τα φουρνιστά;


«Το Μεγάλο Σάββατο ετοιμάζονταν, αρνάκι γεμιστό με ρύζι, συκωτάκι και αγιασμομάλαθρα, μπαίναν' στον ξυλόφουρνο και ψήνονταν μέχρι το μεσημέρι της Λαμπρής σκορπώντας ολόγυρα δελεαστικές, πεντανόστιμες μυρωδιές. Ετοιμάζονταν επίσης ο "Βριός", ομοίωμα του Ιούδα που το γέμιζαν με εκρηκτικά και το καίγαν' μετά το "Δεύτε λάβετε Φως" και το "Χριστός Ανέστη". Το Αναστάσιμο τραπέζι, γεμάτο παραδοσιακά εδέσματα, συνοδευόταν από χορό και γλέντι».


- Ερχονται οι Ιμβριοι στο νησί τη Μεγάλη Εβδομάδα;


«Επιστρέφουν στην πατρογονική γη μεταλαμπαδεύοντας την αγάπη για την πατρίδα στα παιδιά τους, στα οποία θα παραδώσουν τη δάδα της ιστορικής συνέχειας της Ιμβρου».


- Μια ευχή για τους συμπατριώτες Ιμβρίους;


«Ας τους δοθεί στη μια παλάμη, σαν αντίδωρο λατρείας, λίγη Πασχαλιά εδώ στην Ιμβρο».

Sunday, May 12, 2013

Της μάνας της Ιμβριώτισσας

«Επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, έπλασε γι' αυτό τη μάνα», ειπώθηκε από τα χείλη κάποιου τόσο εύστοχα, αφού η μάνα είναι αυτή που με τη δύναμη του Θεού από τη στιγμή της σύλληψης του εμβρύου και μέχρι να σφαλήσει τα γεμάτα στοργή και αστείρευτη ανιδιοτελή αγάπη μάτια της, αγωνιά και αγωνίζεται για την υγεία και την ευτυχία του σπλάχνου της.


 Όπως έγραψε ο Κύπριος συγγραφέας και ποιητής Δημ. Ποταμίτης είναι: η Μάνα του Θεανθρώπου, η Μάνα Παναγιά, η Μάνα του ληστή, η Μάνα του στρατιώτη, η Μάνα του μαθητή, η Μάνα Κουράγιο, η Μάνα του καθενός από εμάς και θα προσθέταμε ασφαλώς και τη Μάνα του πρόσφυγα.
Δεν μπορούμε να παραλείψουμε τη Μάνα της Ανατολής που σε εποχές ηρεμίας και γαλήνης, παρά τον καθημερινό της μόχθο, προσπαθούσε να αναστήσει τα παιδιά της και ταυτόχρονα έβρισκε χρόνο για βεγγέρες στις γειτόνισσες και για αστειολογήματα στις βρύσες και στα σοκάκια.


Επειδή η Μάνα της Ανατολής είχε ξεκινήσει τον αγώνα της από παλιά, από τότε που κατάλαβε πως τα παιδιά της κινδυνεύουν, ας την δούμε από πιο κοντά. Μιας και μοιάζει με την δική μας μάνα, την Ιμβριώτισσα. Μαζεμένες θαρρείς όλες οι μανάδες, προσπαθούν να μαζέψουν κάτω από τα φτερά τους τα κλωσόπουλα, να μην τα εύρει η συμφορά και ο θάνατος.


Έζησε στις τραγικές ημέρες του πανικού, του ξεριζωμού, της ανείπωτης φρίκης στα καραβάνια του θανάτου ή στις λεηλατημένες από τους ατάκτους Τούρκους (τσέτες) πόλεις και στα χωριά στα παράλια της Ιωνίας, αλλά και στην ΚωνΠολη, τον Πόντο και την Καππαδοκία, όταν «Έπεφτε η μάνα και το παιδί δε στέκονταν να την σηκώσει, πέθαινε το παιδί κι η μάνα δεν προλάβαινε να το νεκροφιλήσει», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας Δ. Σωτηρίου.


Τη μάνα της πρώτης προσφυγικής γενιάς που ρακένδυτη, σωστό ερείπιο και χήρα -τις περισσότερες φορές- ήρθε στη μητέρα Ελλάδα και κατόρθωσε να στήσει και πάλι από την αρχή το νοικοκυριό της, να εργασθεί παράλληλα και να μεγαλώσει με χίλιες δυο θυσίες τα παιδιά της. Και κάτι ακόμη που οφείλουμε εξαρχής να υπογραμμίσουμε. Μάνες ήταν, δυο φορές μάλιστα, και οι γιαγιάδες αλλά κι εκείνες που είτε άτεκνες είτε μαζί με τα δικά τους παιδιά περιέθαλψαν και έσωσαν από βέβαιο θάνατο ορφανά παιδιά. Τα λάτρεψαν και μόχθησαν γι' αυτά κι ας μην ήταν οι φυσικές τους μητέρες.
Πολλά παλικάρια θα επιστρατευθούν παρά τη θέλησή τους στον τουρκικό στρατό και θα τοποθετηθούν στα γνωστά «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας), τάγματα Θανάτου για τους Έλληνες.
Δεν έχει άδικο ένας άλλο συγγραφέας, ο Βενέζης, όταν, μιλώντας για την προσφυγιά και τις χαροκαμένες μάνες, τις καψομάνες, αναφέρει ότι «ο θάνατος στο λαό μας έγινε πρόσωπο οικείο. Οι μητέρες μας μέσα στ' άλλα χρέη τους, μέσα στο χρέος ν' αναστήσουν τα παιδιά και να τους μάθουν την αγάπη, παράδοση είχαν να ετοιμάζουν και να φυλάγουν στα σεντούκια τους τα νεκροσάβανα της οικογένειας».


Όμως, τότε αναδείχθηκε το μεγαλείο της ψυχής της μάνας. Μονομιάς ξέχασε τους σκοτωμούς, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά. Αυτή που άλλοτε σε κάθε θάνατο δερνόταν, έκλαιγε και έσκιζε τα ρούχα της, τώρα άφησε το θρήνο και το μοιρολόι. Πού καιρός για τέτοια. Ρίχτηκε στη δουλειά. Να ζήσει το παιδί, το αδελφάκι, το κάθε αδύναμο πλάσμα της οικογένειας. Έγινε δούλα, πλύστρα, παραδουλεύτρα, εργάτρια.
Όποια ήξερε να πιάνει το βελόνι, τα βόλεψε καλύτερα. Το βελόνι έγινε τέχνη: ράψιμο, κέντημα, νταντέλα. Οι πλεκτοβελόνες δε σταματούσαν. Κάλτσες, ζακέτες, φουστάνια, κουρτίνες, κουβέρτες όλα για ένα κομμάτι ψωμί στους μαγαζάτορες. Ορισμένες αγόρασαν μια μηχανή Singer με το ποδαράκι, ενώ άλλες συνέχισαν την τέχνη του χαλιού, του κιλιμιού και των υφαντών στους αργαλειούς.
Υπήρξαν και εκείνες που επέλεξαν την αγροτική εγκατάσταση. Στα βαλτονέρια, στην ξερολιθιά, στο αλμυρό υπέδαφος, όπου τους δόθηκε κλήρος. Και αρχίζουν τον πόλεμο με τη γη και με όλα τα στοιχεία της φύσης: τις αναβροχιές, τις πλημμύρες, το χαλάζι. Παλεύουν με τις παγωνιές του χειμώνα, την κάψα του καλοκαιριού. Όμως δε βαρυγκομούν, καθώς μία είναι η λαχτάρα τους: να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να τα καμαρώσουν παλικάρια και κοπέλες με δικά τους σπιτικά και δική τους οικογένεια. Γι' αυτό και δούλεψαν μερόνυχτα. Τα ροζιασμένα τους χέρια διοχέτευσαν στη γη, μαζί με το σπόρο και το φυτό, την ουσία της ψυχής τους.


Το θαύμα δεν άργησε, χάρη στο δικό τους μόχθο, το άκαμπτο πείσμα τους, τη σιδερένια θέληση. Γρήγορα  έστησαν και πάλι το νοικοκυριό τους. Άστραψαν τα σπιτικά τους, όλα πεντακάθαρα, όλα κεντημένα. Οι κουβέρτες στο κρεβάτι, τα κουρτινάκια στα παράθυρα. Κεντημένα και κολλαριστά.
Το φτωχικό και άγονο χώμα μεταμορφώθηκε σε αφράτη και γόνιμη γη. Πράσινη ευλογία όλες οι εκτάσεις με αμέτρητα καρποφόρα δέντρα, περιβόλια και πολλά γεννήματα. Σταδιακά δημιουργήθηκαν νέες προσφυγικές εγκαταστάσεις. Νέα χωριά και χωριουδάκια. Μικροί και μεγάλοι οικισμοί έξω από τις πόλεις, σε όλη την περιφέρεια,  που βαπτίστηκαν με τ' όνομα του γενέθλιου τόπου προσθέτοντας και τη λέξη «Νέος» μπροστά, όπως ο Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία κλπ


Οι ξεριζωμένοι πήραν μαζί τους από τις εστίες τους και τις παραδόσεις τους, όλο το παρελθόν με τις άσβηστες μνήμες. Στην προσφυγιά τα περασμένα δεν έγιναν ξεχασμένα. Έμειναν ολοζώντανα, ακόμη και τα γλέντια, τα τραγούδια, η μουσική, τα ξεφαντώματα. Τα έθιμα, τα φαγητά, οι αξίες όλα ανέπαφα χάρη στους συλλόγους, τα σωματεία, μα κυρίως χάρη στις άξιες μάνες που έμειναν όρθιες σε όλες τις μπόρες και τις φουρτούνες του ουρανού και της γης Χωρίς ρίζες και σε ξένο χώμα, έστω και αν ήταν της μητέρας Πατρίδας και παρ' ότι γνώρισαν την απονιά, δε λύγισαν στιγμή. Ρίζωσαν και φύτρωσαν και άνθισαν τα βλαστάρια τους, που πλούσια και ευλογημένα πλημμύρισαν την Ελλάδα.
 Δανειζόμαστε τον εξαιρετικό συλλογισμό της Ιφιγένειας Χρυσοχοόυ. Ενέταξε τη Μάνα μεταξύ των επτά μεγαλύτερων καλών του κόσμου, τα οποία αξίζει να σημειωθεί ότι είναι όλα γένους θηλυκού, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα επτά κακά του κόσμου, όλα αρσενικά. Η Ειρήνη έχει αντίθετό της τον Πόλεμο. Η Ζωή το Θάνατο. Η Μάνα, το Χάρο. Η Ελευθερία, το Ζυγό. Η Σιγουριά, τον Κίνδυνο. Η Ησυχία, το Τρόμο. Η Σωτηρία, το Χαμό.


Στην Ιμβριώτισσα μάνα, ο πνευματικός της πατέρας ο Πατριάρχης, έχει να πει:


«Στην Παναγία ακουμπούσαμε πάντα οι Ίμβριοι. Και σε καλές εποχές και σε δύσκολες. Και τότε που τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή, και τώρα που μείναμε λίγοι να φυλάγουνε τις μνήμες και τα μνήματα, τα όνειρα και τ' αγιασμένα χώματα. Στην Παναγία τρέχανε και τρέχουμε, όπως τα παιδιά στην μητέρα τους. Την νοιώθουμε Μητέρα μας - Ιμβριώτισσα Μάνα της αιωνιότητος. Και όσοι ζουν πολύ μακριά από το γενέθλιο χώμα, την έχουν πάρει μαζί τους: «Παναγία Ξενιτεμένη», φύλακα και προστάτιδα των οραματισμών και των ελπίδων τους - λιμάνι στις πολλές φουρτούνες της ζωής τους - πολύ θα ήθελα να ήμουν μαζί σας τις άγιες αυτές ημέρες. Να σας δω ένα - ένα, να σας χαρώ. Να σας λειτουργήσω, να κοινωνήσουμε μαζί τη ζωή και την χαρά του κόσμου, που είναι ο Χριστός. Να παρακολουθήσω κι εγώ τα εφετεινά «Νιμπριώτ' κα» (Ιμβριώτικα), να ακούσω τη μουσική μας, να δω τους χορούς μας, να επισκεφθώ την έκθεση φωτογραφίας ...; ένας προσκυνητής κι εγώ της ιερής γης των προγόνων μας, που την πότισαν με πολύ ιδρώτα και με δάκρυα πολλά, και η καρδιά μου θα πάλλει στους παλμούς της δικής σας καρδιάς.
. Τα καλοκαίρια είναι όμορφα στην Ίμβρο, και το αντάμωμα συγγενών και φίλων τα κάνει ακόμη πιο όμορφα. Τα κάνει πιο όμορφα και ζωντανά και χαρούμενα η παρουσία τόσων Ιμβρίων νέων που αγαπούν περιπαθώς τον τόπο μας και τον επισκέπτονται και ανακαινίζουν τα σπίτια τους και ξαναζωντανεύουν τα παραδοσιακά πανηγύρια μας και μας θυμίζουν τα δικά μας όμορφα παιδικά και νεανικά χρόνια στην Ίμβρο μας. Αγαπητά μας, Ιμβριωτόπουλα, σας ευχαριστούμε γι' αυτά όλα κι εγώ σας ευλογών από καρδιάς ...;»


Χρόνια πέρασαν πολλά από τότε που αποχαιρέτησε τα παιδιά της. Τα είδε που ξανοίχτηκαν στο πέλαγο ζητώντας καλύτερες μέρες. Εκείνη ξέμεινε πίσω, μέσα στα χαλάσματα να περιμένει το γυρισμό.


Ώσπου ήρθε η μέρα. Ξημέρωσε θαρρείς Ανάσταση. Στην αρχή δειλά, ύστερα δυο δυο, αργότερα περισσότεροι, πήραν να ξαναστήνουν εκείνο το σπιτικό που τους είχε αφαιρεθεί με τη βία. Η μάνα, δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα της. Είχε στην αρχή σκιαχτεί πως δεν θα ξανανταμώσει τα παιδιά της. Αλλά, εκείνα είχαν πάρει εικόνισμα μαζί και όρκο πως μια μέρα θα γυρνούσαν στην αγκαλιά της.


Σπίτια ξεφυτρώνουν εκεί που πριν είχαν βγει αγριόχορτο και λησμονιά. Οι τοίχοι και οι αυλές ασβεστώνονται ξανά, μέσα σε μικρούς τενεκέδες φυτεύεται βασιλικός. Τα περβάζια γεμίζουν γλάστρες. Και η καρδιά της ιμβριώτισσας μάνας χαρά και ελπίδα.


Η ξενιτεμένη μάνα, είναι η στοργική μάνα που δεν ξεχωρίζει τώρα πια τη γη που την θρέφει, εκείνη και τα παιδιά της. Αρκεί να είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που πονούν για την ιστορία, το παρελθόν και το μέλλον. Να είναι ανάμεσα στα παιδιά της για να αρμενίζουν τον καιρό με ρότα την ελπίδα πως η λησμοσύνη δεν θα κλείσει τα μάτια και τα αυτιά της. Ακόμα ούτε και ο ίδιος ο θάνατος. Γι' αυτήν, την Ιμβριώτισσα μάνα,  θάνατος είναι μόνο η λησμονιά.

Monday, March 18, 2013

Καθαρή Δευτέρα στην Ίμβρο

 


Την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, όσα σκεύη και δοχεία χρησιμοποίησαν της Αποκριές τα έπλυναν με αλισίβα, που την έκαναν με στάχτη για να είναι ο καθαρισμός τέλειος, ούτε μυρωδιά πασχαλιάτικου φαγητού.


Κάθε Σαρακοστή, δεν ήταν απλά μια χρονική περίοδος που προηγούνταν ενός σημαντικού θρησκευτικού γεγονότος, αλλά ήταν ένας κύκλος ημερών, μέσα στον οποίο η ζωή κυλούσε μ' ένα άλλο ρυθμό, διαφορετικό από τον άλλο χρόνο με κυρίαρχο στοιχείο τη νηστεία. Σαρακοστή και νηστεία ήταν ταυτόσημα και η νηστεία ήταν ουσία ζωής και όχι τύπος.


Στα χρόνια της γιαγιάς μου, η νηστεία που έκαναν σήμερα μου φαίνεται απίστευτη.


Πολλοί δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι όλη τη Σαρακοστή, και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, όχι μόνο καμιά ζωοτροφή αναίμακτη, γάλα, τυρί, βούτυρο, αβγά και άλλα, αλλά ούτε λάδι έτρωγαν.


Πολλές γριές, τις τρεις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, Καθαρή Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, δεν έβαζαν στο στόμα τους ούτε ψωμί. Κρατούσαν το λεγόμενο "τρίμερο". το πρώτο γεύμα που έτρωγαν μετά το "τρίμερο" ήταν το "μάτσι". Ένα σοφό παρασκεύασμα για το άδειο στομάχι και τον εξαντλημένο από την πείνα οργανισμό. Με ζύμη από σταρένιο αλεύρι άνοιγαν πλατιά και λεπτά φύλλα, που τα λέγανε "φλουμάρια" και τα άπλωναν για να στραγγίσουν. Τα έκοβαν ύστερα σε ψιλά ψιλά κομματάκια με το χέρι και τα έβραζαν με νερό και μέλι, έκαναν δηλαδή ένα είδος μελόσουπας. Ζύμωναν επίσης μικρά σταρένια ψωμάκια, τις "γοργόπιτες", τα έκοβαν τέταρτα, τα άλειφαν με μέλι και τα μοίραζαν στην γειτονιά.


Αυτά και άλλα πολλά έδιναν στον χαρακτήρα της ζωής ένα άλλο χρώμα, που σε πήγαινε προς το Πάσχα διαφορετικά από ο,τι σε πηγαίνει η ζωή σε μέρη αλλότρια...

Wednesday, January 16, 2013

Καταιγίδα

Σήμερα η καταιγίδα σάρωσε στο πέρασμά της τα πάντα. Τώρα παγωνιά. Χειμώνας. Με κάνει λοιπόν να αναρρωτιέμαι, τι καταιγίδα  ήταν αυτή που σάρωσε τη ζωή μέσα από το σπίτικό μου..



 


 


 


 


 


 


 


 


 


Τρύπωσε μέσα από τα αμπαρωμένα παραθυρόφυλλα και έσβησε τις λάμπες



 


 


 




 


 


 


 


 


Και έκλεψε τα στέφανα μέσα από τη θήκη τους



 


 




 


 


 


 


 


 


 


Τι βοριάς!                 


Τι θύελλα!                         


Που χάθηκαν όλοι;


 


ΥΓ


Τέτοιες μέρες η μνήμη γυρίζει στην αγκαλιά της μάνας της. Οι φωτογραφίες είναι απο την Ιμβρο. Το σπίτι μου, οι λάμπες μας, η στεφανοθήκη των γονιών μου.

Sunday, January 6, 2013

Θεοφάνεια στην Ιμβρο

Ανήμερα τα Φώτα, μετά τη λειτουργία, ο Μεγάλος αγιασμός. Η τελετή του αγιασμού γινόταν στις βρύσες και μόνο στο Κάστρο που ήταν το λιμάνι του νησιού, έριχναν τον Σταυρό στην θάλασσα. Τα θαλασσολυκόπουλα έπεφταν στα παγωμένα νερά να τον πιάσουνε. Ο παπας πετούσε ο σταυρό στην θάλασσα λεύτερα και με όση δύναμη είχε και το "ψάρεμα" δεν ήταν δουλειά του καθενός γι' αυτό όσοι είχαν το κουράγιο να κάνουνε το παγωμένο βάφτισμα μοιράζονταν εξίσου με αυτόν που τον ανέβαζε καιτην τιμή και την περηφάνεια και τα χρήματα. Γιατί η παρέα μετα την τελετή έβαζε το Σταυρό σε έναν δίσκο και τον περιέφερε σε όλο το νησί και καθένας που τον χαιρετούσε έδινε ένα γερό μπαξίσι στα άφοβα παιδιά. Αυτά γίνονταν στο Κάστρο.
Στα άλλα χωριά η πομπή με τον κλήρο, τα εξαπτέριγα και την εικόνα της Βάφτισης μπροστά, ξεκινούσε από την εκκλησία για μια βρύση σκεπαστή. Πίσω ακολουθούσε όλος ο λαός. Ένας κόσμος χαρούμενος και γελαστός, ένας κόσμος ξέγνοιαστος και αισιόδοξος.
Σήμερα ήταν ανοιχτά τα ουράνια, όλοι είχαν ξαστερο το νου και τις πόρτες της καρδιάς ανοιχτές. Δεν είχανε τίποτα να κρύψουνε από το Θεό και ήθελαν να είναι ανοιχτός ο δρόμος, έτσι που όλες οι ευχές και οι λαχτάρες τους να φτάσουν λέφτερες και να προλάβουν ανοιχτές τις Πύλες του Ουρανού!
Για τους απλούς νησιώτες του ξωμάχους και τους θαλασσοδαρμένους δεν ήταν ένα τυπικό χρέος αυτό, δεν ήταν μια πορεία, μια τελετή, αλλά συμμετοχή σε μια μυσταγωγία. Τα Φώτα φωτίζονται τα νερά, λέν οι θαλασσινοί, αρχίζει η προσδοκία για καλές και γαλήνιες μέρες, που είναι απαραίτητες για την δουλειά στην θάλασσα. Μα και για τους στεριανούς τα Φώτα είναι μέρα με σημασία. Από το τι καιρό θα κάνει τη μέρα αυτή, θα εξαρτηθεί η καλοχρονιά η όχι. Αν θα έχει καλή σοδειά και αν η συγκομιδή τωνκαρπών θα είναι καθαρή, που θα πει πως η απόδοση τους δεν θα είναι μειωμένη.
Σήμερα είναι ο Φωτός π' αγιάζουνε τον κόσμο
καιοι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο χέρι
και μπαίνουν μες τα σπίτια μας και λεντον Ιορδάνη,
βοήθεια να έχουμε τον μέγα Ιωάννη.
Φέρτε πανέρια κάστανα, πανέρα λεφτοκάρυα,
φέρτε και το γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.
Αν έχεις γρόσια δίνετα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
να τάχεις στον Παράδεισο σεντόνια να κοιμάσαι.

Tuesday, January 1, 2013

Τ' αμίλητο νερό. Πρωτοχρονιά στην Ίμβρο.

Καλή χρονιά ( ενδεχομένως "ανήσυχη" - επιμένω εγώ - ) για όλους μας!


Λοιπόν εμείς, τέτοια μέρα κάναμε αρχικά ποδαρικό.


lastscan1.jpg


Την αυγή, πριν καλά καλά ξημερώσει, άδειαζαν τις  λαγήνες - δεν έπιναν το νερό της προηγούμενης... χρονιάς - και πήγαιναν στην βρύση οι κοπέλες να πάρουν το αμίλητο νερό. Πριν γεμίσουν, έριχναν μια πέτρα στη γούρνα. ΄Ηταν το ποδαρικό. Το ποδαρικό ήταν μια συμβολική πράξη, που εξέφραζε μια ευχή, κι αυτό για τη βρύση σήμαινε να τρέχει πάντα, να μην στερέψει ποτέ. Γύριζαν οι γυναίκες με γεμάτο λαγήνι, δίχως να μιλήσουν σε άνθρωπο, αν τύχαινε να συναντήσουν στον δρόμο τους. Αν στον δρόμο ήταν και κανένα συγγενικό η φιλικό σπίτι, έριχναν λίγο από το αμίλητο νερό στο κατώφλι τους, άνοιγαν την πόρτα τους, πετούσαν μέσα μια πέτρα και έφευγαν αμίλητες όπως ήρθαν. Τους έκαναν δηλαδή το ποδαρικό, ναναι η ζωή σαν το νερό της πηγής και η γεροσύνη τους σαν την πέτρα. Στο σπίτι τους έκαναν το ίδιο και τέτε μοναχά μιλούσαν:


Κ α λ ή  χ ρ ο ν ι ά!


Ποδαρικό στο σπίτι του έκανε και ο νοικοκύρης, μόνο που αυτός έφερνε μια πέτρα από τον ποταμό σκεπασμένη με βρύα, ναναι αφθονα τα αγαθά στο σπίτι του σαν την βρυασμένη πέτρα. Και ηοικοδέσποινα ξεκρέμαζε από το "διατόνι" ( ένα ξύλινο δοκάρι) ένα ρόδι, το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα. Το ρόδι έσκαζε και το σπίτι γέμιζε...ρουμπίνια, κι εύχονταν έτσι ναναι γεμάτο το σπίτι όλο το χρόνο.