Την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, όσα σκεύη και δοχεία χρησιμοποίησαν της Αποκριές τα έπλυναν με αλισίβα, που την έκαναν με στάχτη για να είναι ο καθαρισμός τέλειος, ούτε μυρωδιά πασχαλιάτικου φαγητού.
Κάθε Σαρακοστή, δεν ήταν απλά μια χρονική περίοδος που προηγούνταν ενός σημαντικού θρησκευτικού γεγονότος, αλλά ήταν ένας κύκλος ημερών, μέσα στον οποίο η ζωή κυλούσε μ' ένα άλλο ρυθμό, διαφορετικό από τον άλλο χρόνο με κυρίαρχο στοιχείο τη νηστεία. Σαρακοστή και νηστεία ήταν ταυτόσημα και η νηστεία ήταν ουσία ζωής και όχι τύπος.
Στα χρόνια της γιαγιάς μου, η νηστεία που έκαναν σήμερα μου φαίνεται απίστευτη.
Πολλοί δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι όλη τη Σαρακοστή, και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, όχι μόνο καμιά ζωοτροφή αναίμακτη, γάλα, τυρί, βούτυρο, αβγά και άλλα, αλλά ούτε λάδι έτρωγαν.
Πολλές γριές, τις τρεις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, Καθαρή Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, δεν έβαζαν στο στόμα τους ούτε ψωμί. Κρατούσαν το λεγόμενο "τρίμερο". το πρώτο γεύμα που έτρωγαν μετά το "τρίμερο" ήταν το"μάτσι". Ένα σοφό παρασκεύασμα για το άδειο στομάχι και τον εξαντλημένο από την πείνα οργανισμό. Με ζύμη από σταρένιο αλεύρι άνοιγαν πλατιά και λεπτά φύλλα, που τα λέγανε "φλουμάρια" και τα άπλωναν για να στραγγίσουν. Τα έκοβαν ύστερα σε ψιλά ψιλά κομματάκια με το χέρι και τα έβραζαν με νερό και μέλι, έκαναν δηλαδή ένα είδοςμελόσουπας. Ζύμωναν επίσης μικρά σταρένια ψωμάκια, τις "γοργόπιτες",τα έκοβαν τέταρτα, τα άλειφαν με μέλι και τα μοίραζαν στην γειτονιά.
Αυτά και άλλα πολλά έδιναν στον χαρακτήρα της ζωής ένα άλλο χρώμα, που σε πήγαινε προς το Πάσχα διαφορετικά από ο,τι σε πηγαίνει η ζωή σε μέρη αλλότρια...
Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι, με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης, κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες. Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας, φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα: "Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα 'αγια, παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε, γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει. Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια° το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας, μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν". Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες. "Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι".
(δημοτικό)
Πάρθεν η Ρωμανία
Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην° ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον. Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον, εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον, Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης° έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει. Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν. "Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!" Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, -Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν. -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου)
Το ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης
Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους. Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο; Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το: -"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;" -"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην° απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην. Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.
1. Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ Όταν μπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, άγγελος Κυρίου άρπαξε το βασιλιά και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί να κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά, να τον ξεμαρμαρώσει. Και θα σηκωθεί πάλι ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη και θα διώξει τους Τούρκους ως την Κόκκινη Μηλιά.
2. Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ Την ώρα που μπήκαν οι Τούρκοι στην Αγια-Σοφιά δεν είχε τελειώσει ακόμα η λειτουργία. Ο παπάς που έκανε τη λειτουργία πήρε αμέσως το Άγιο Δισκοπότηρο, ανέβηκε στα κατηχούμενα, εμπήκε σε μια θύρα και η θύρα έκλεισε αμέσως. Είναι θέλημα Θεού νʼ ανοίξει μόνη της η θύρα, όταν έλθει η ώρα, και θα βγει από κει ο παπάς, να τελειώσει τη λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, όταν θα πάρουμε πίσω την Πόλη.
3. Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ Την μέρα που πάρθηκε η Πόλη, έβαλαν σʼ ένα καράβι την Άγια Τράπεζα της Αγια-Σοφιάς, να την πάει στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.Εκεί όμως στη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η Άγια Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη, που είναι πάντα εκεί, και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.
4. ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΛΟΥΚΛΗ Την ημέρα που έπεσε η Πόλη ένας γέροντας τηγάνιζε ψάρια, και όταν του είπαν «Εάλω η Πόλις», είπε πως για να πιστέψει πως έπεσε η Πόλη, έπρεπε να βγουν τα ψάρια από το τηγάνι. Και Ω! του θαύματος, έτσι έγινε. Πότε άραγε θα ολοκληρωθεί το τηγάνισμα των ψαριών που είναι τηγανισμένα μόνο από την μία τους πλευρά;
Κωνσταντίνος Κωστέλλας. Ετσι έλεγαν τον παππού. Και ήταν ήρωας. Και η φωτογραφία του δέσποζε στο σαλόνι του σπιτιού. Από τότε που χτίστηκε τούτο το σπίτι, το πρώτο κάδρο που κρεμάστηκε καταμεσίς στον ολόλευκο τοίχο ήταν του παππού. Σαν θεμέλιο. Σαν ευχή. "Αυτός εκεί που βλέπετε.." ήταν το σκαλοπάτι για να ανέβει στο βάθρο ο κυρ Δημήτρης και να εξιστορίσει για χιλιοστή φορά τα κατορθώματα του παππού. Τι πόλεμο, τι στενάχωρα χρόνια, τι κατορθώματα. Ολοι οι φίλοι του είχαν ακούσει τα ιστορήματα αυτά χιλιες φορές. Δεν χόρταιναν να τον βλέπουν να τα εξιστορεί για χιλιοστή πρώτη. Τους καθήλωναν τα δάκρυα του. Τιμή και καμάρι. Κάθε φορά που χρειαζόταν να βαφτεί το σπίτι όλη του η έγνοια ήταν το καδρο του παππού. Η ιστορία του. Ο λόγος για να ζει. Μεγάλη Παρασκευή ήταν όταν ήρθε η ώρα να φύγουν. Δεν θα πήγαιναν για προσκύνημα. Ούτε για εκκλησσιά. Τους σκλάβωσε η προσφυγιά. Το βιος τους το πήραν άλλοι. Με το έτσι θέλω. Οπως προστάζει ο νόμος του δυνατού. Ο κυρ Δημήτρης αποκαθήλωνε το καδρο του παππού την ίδια ώρα που ο ιερέας σε κάποιο ναό αποκαθήλωνε το σώμα του Ιησού. Λευκό σεντόνι τύλιξε τις μνήμες, την ιστορία. Αντί για μύρο ο κυρ Δημήτρης το πότισε με δάκρυα. Το μύρο της ψυχής του. Στα κατάβαθα της βαλίτσας ευλαβικά, σαν σε τάφο βρέθηκε ο φωτογραφία του Κωνσταντίνου Κωστέλλα. Θα ξανάβλεπε το φως του ήλιου στην καινούργια πατρίδα τώρα πια.
Οι τρεις πρώτες μέρες περνούσαν μέσα σε ήπιο κλίμα με τους Νυμφίους και έφτανε η μεγάλη Πέμπτη, η κόκκινη Πέμπτη όπως την λέγαμε. Τη μέρα αυτή έβαφαν τα κόκκινα αυγά και γι’ αυτό την έλεγαν κόκκινη. Τα αυγά τα έβαφαν με ριζάρι, που έιναι η κόκκινη ρίζα του φυτού «μπογιά». Για ποικιλία έβαφανκαι λίγα κίτρινα με τρυφερά φύλλα και βλαστάρια αμυγδαλιάς. Τα κόκκινα αυγά συμβολίζουν τα κόκκινα από το αίμα της καρδιάς της, δάκρυα της Παναγίας για τον Μονογενή της. Ένα από τα κόκκινα αυγά το κρατούσαν ολοχρονίς φυλαγμένο στο εικονοστάσι. Σύμβολο της γονιμότητας, το έβαζαν πάνω στηνκοιλιά της στείρας γυναίκας, για να «δέσει» παιδί, ή της ύποτης ν’ αποβάλει, για να «κρατήσει». Το ίδιο έκαναν και στα ζωντανά. Τα πλαιά χρόνια, το βράδυ της Μεγάλης Πέμτης στόλιζαν ένα φανάρι με βάγιες κι έβγαιναν στην γειτονιά κι έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
Σήμερα τ’άστρα θλίβονται και το φεγγάρι κλαίγει.
Πάει στη μάνα του ο γιος θολός και βουρκωμένος
κι η μάνα του τον έρωτα κι η μάνα του του λέει.
-Γιε μου, με τ’άστρα μάλωσες, γιε μου, με το το φεγγάρι,
γιε μου, με τον αυγερινό, που πάει και βασιλεύει;
-Μηδέ με τ’άστρα μάλωσα, μηδέ με το φεγγάρι,
μηδέ με τον αυγερινό που πάει και βασιλεύει.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα και την βαθιά αυγίτσα,
ακούει τις πόρτες που χτυπούν και τα κλειδιά γυρίζουν.
-Ποιος είν’αυτός, όπου χτυπά την πόρτα μου και τα κλειδιά γυρίζει;
-Εγώ ‘μαι ο απόστολος και πρώτος μαθητής σου.
-Δεν είσαι συ απόστολος και πρώτος μαθητής μου,
μόν’ είσαι συ ο διάβολος κι ήρτες να με προδώσεις.
Εμείς οι τρεις, οι τέσσερις κι οι άλλοι δεκατέσσερις
Την Κυριακή "τω Βαγιώ", όλοι έβγαιναν απ' την εκκλησιά με μια αγκαλιά βάγια. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη με τα πράσινα κλαδιά, και εύχονταν: " Και του χρόνου και καλό Πάσχα". Μετά τον χαιρετισμό, οι πρώτοι που δέχονταν την χαρά του "Ωσαννά" ήταν οι νεκροί. Όλοι επισκέπτονταν τους τάφους των δικών τους και άφηναν επάνω στο "σταυρό" ή την "ταφόπλακα" ένα κλαδί βάγιας. Στο σπίτι έκαναν ένα σταυρό με βάγια και τον κάρφωναν στο ανώφλι της πόρτας. Εκεί θα έμενε όλο το χρόνο φυλαχτό από το κακό μάτι και την κακιά ώρα. Ένα κλαδί κρέμαζαν επίσης στην πόρτα του στάβλου, της μάντρας, του κήπου. Δεν ήταν νοητό να υπάρξει Κυριακή των Βαίων δίχως τις κούνιες. Σε κάθε γειτονιά, όπου υπήρχε μεγάλο δένδρο στήνονταν μια κούνια. Σε ένα γερό κλώνο περνούσαν ένα μακρύ σχοινί και μέ διάφορους τρόπους έφτιαχναν μια κούνια. Κάθιζαν με τη σειρά ο ένας μετά τον άλλον. Προηγούντο τα κορίτσια και τ' αγόρια έκαναν το χρέος του καβαλιέρου. Στις κούνιες που έκαναν τα παιδιά γινόταν πόλεμος. Ποιος θα ανέβει, πόση ώρα θα καθίσει. Τα παλιά χρόνια τω Βαγιώ οι δάσκαλοι και οι παπάδες έστελναν τα παιδιά του σχολείου στο χωριό να μαζέψουν αυγά για το Πάσχα. Τα παιδιά έπαιρναν ένα ραβδί που τό έλεγαν "ρουμάνι', στην κορυφή του έδεναν βάγιες ( μυρσίνες), ένα κουδούνι και κόκκινες μεταξωτές κλωστές. Μαζί τους είχαν και ένα καλάθι για να βάζουν τα αυγά. Όταν έρχονταν σε κάθε σπίτι, στέκονταν μπροστά στην πόρτα και ανεβοκατεβάζοντας το ραβδί για να χτυπά το κουδούνι τραγουδούσαν ένα τραγούδι για να τους δώσει η νοικοκυρά αυγά. Έτσι με αυτά και με αυτά ξεκινούσε η Μεγάλη Εβδομάδα
Η συνεισφορά μου στην σημερινή παγκόσμια μέρα παιδκού βιβλίου με αφορμή τη γέννηση του Χάνς Κρίσταν Αντερσεν.
Ενα παραμύθι από τα μέρη μου..
Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ορφανός τσομπανάκος. Μπορεί να είχε ξεχάσει πολλά από τους γονείς του, όμως θυμόταν τα λόγια της προσευχής που του είχαν μάθει: « Θεέ μου μη με ελεήσεις». Ζούσε σαν τους γονείς του, συντροφιά με τα αρνιά και τη φλογέρα του. Κάθε βράδυ στάυρωνε το προσκέφαλό του και έλεγε την προσευχή του : «Θεε μου μη με ελεήσεις». Γράμματα δεν ήξερε καθόλου. Μια χειμωνιάτικη μέρα είχε κακό καιρό. Δυνατός αγέρας ξερίζωνε τα δένδρα. Σε μια σπηλιά μαζί με τα αρνιά του καθόταν και περιμενε να περάσει η κακοκαιρία. Ξαφνικά έγινε σωστός χαλασμός. Ο τσομπανάκος σηκώθηκε και αγνάντευε το αφρισμένο πέλαγος. Μέσα σε εκείνη την αντάρα, παρατήρησε ένα βαπόρι που κινδύνευε. Ο μικρός αποφάσισε να κατέβει κάτω για να βοηθήσει κανέναν ναυαγό. Φροντίζει να ασφαλίσει τα αρνιά και κατηφορίζει. Ομως το βαπόρι δεν γλύτωσε. Τσακίστηκε στα βράχια. Οι ναυαγοί ευτυχώς σώθηκαν. Εκείνοι χάρηκαν που τον είδαν. Τους είπε να μη χάνουν την ελπίδα τους γιατί όλο και κάποιο βαπόρι θα περνούσε από τα μέρη αυτά και θα τους πάρει. Τους ανεβάζει στην σπηλιά και τους περιποιήθηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Τους φίλεψε με ότι είχε. Οι ναυαγοί ευχαριστήθηκαν και είπαν πως ο Θεός τους λυπήθηκε και τους έστειλε αυτόν τον τσομπανάκο. Ενας παπάς που ήταν μέσα στους ναυαγούς, άκουσε τον μικρό να προσέυχεται το βράδυ λέγοντας "Θεε μου μη με ελεήσεις" . Τον μάλωσε. Τον συμβούλεψε να λέει " Θέε μου ελέησε τον κόσμο και εμένα" "Κρίμα" είπε ο μικρός, "να μην μου το μάθει αυτό η μάνα μου". Βάλθηκε λοιπόν να μάθει αυτή την καινούργια προσευχή μέχρι που αποκοιμήθηκε ευτυχισμένος. Αυτό συνεχίστηκε για τρείς μέρες. Την τρίτη αυγή ένα βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα. Τρέχουν. Ανάβουν φωτιά για σινιάλο. Τους βλέπουν από το βαπόρι και σε λίγο έρχεται η βάρκα να τους πάρει. Λίγοι λίγοι και προσεκτικά μπηκαν μέσα. Ευχαρίστησαν τον τσομπανάκο για όσα είχε κάνει γι' αυτούς και ανοίχτηκαν στη θάλασσα. Υστερα εκείνος επέστρεψε στην σπηλιά του. "Ας πάνε λοιπόν στην ευχή του Θεού" μονολόγησε. Ομως στεναχωρέθηκε αμέσως επειδή δεν θυμόταν την προσευχή που του είχε μάθει ο παπάς. Οι βάρκες είχαν ήδη φτάσει στο καράβι. Ο τσομπανάκος άρχιζε να φωνάζει. Τον άκουσαν εκείνοι, αλλά δεν μπορεσαν να κάνουν τίποτα από τόση απόσταση. Εκείνος όμως έριξε την κάπα του στη θάλασσα και έκανε το ραβδί του κουπί. Ο μικρός όλο ζύγωνε και φώναζε: "παπά, πως είναι η προσευχή που μου έμαθες;" Ο παπάς κατάπληκτος , χώρια που του φάνηκε πως είδε και φωτοστέφανο, του είπε "Ο Θεός αγαπά την δική σου προσευχή. Αυτή που σου έμαθε η μάνα σου". "Δεν θα σκάσω" είπε εκείνος και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Από τότε ο μικρός τσομπανάκος ζούσε ευτυχισμένος λέγοντας την προσευχή που του είχε μάθει η μάνα του. Ακόμα ζει καλά και ευτυχισμένα.