Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας κρυφός αγαπημένος μήνας του Αίολου. Είναι ο αγαπημένος του επειδή φυσάει δίχως να κουνιέται φύλο στα δένδρα, την ώρα που πολλές οικογένειες είναι ξεσηκωμένες. Πολλά σπιτικά μοιάζουν ανεμοδαρμένα δίχως τα ύψη. Βέβαια αυτά πολύ θα τα ήθελαν.
Η Άννα έτυχε χθες το πρωί να είναι για λίγο μόνη στο σπίτι. Απολάμβανε την ησυχία. Πράγμα παράξενο επειδή τον τελευταίο καιρό η ηρεμία είχε εξοριστεί σε χώρα μακρινή. Τη θέση της είχε πάρει μια μεγάλη τάφρος για να χωρίσει από τη μια την Αννα και απο την άλλη τους γονείς της. Επειδή η απόσταση είναι μεγάλη συνομιλούν μόνο με φωνές.
Οι φωνές πάλι μοιάζουν με μεγάλα φτυάρια που ανοίγουν την τάφρο ολοένα και πιο πολύ.
Έτσι τούτο το πρωινό η Αννα βρήκε την ευκαιρία να περιδιαβεί το σπίτι και να ακούσει τις σκέψεις της, το χτύπο του ρολογιού, τον ανεμιστήρα του ψυγείου, τα βήματα της πάνω στο πάτωμα. Εκείνα πάλι την έφεραν στο κομοδίνο της μητέρας. Πάνω εκεί ήταν ξεχασμένο το κινητό της. Ανοιχτό. Δυο μηνύματα στην οθόνη σε κοινή θέα.
Η Άννα έσκυψε, πήρε το κινητό και διάβασε.
Η μητέρα είχε στείλει μήνυμα στον άνδρα της. Εγραφε:
«Τι πατέρας είσαι εσύ που θα αφήσεις τη κόρη μας να φύγει 2.500 χιλιόμετρα μακρυά μας, να πάει σε κείνο το Πανεπιστήμιο; Στην άκρη του κόσμου; Γιατί;»
Ο πατέρας είχε απαντήσει με τα παρακάτω λόγια
«Επειδή όλος ο υπόλοιπος κόσμος τη χρειάζεται. Γι αυτό!»
Το νοιάξιμο μερικές φορές, αν δεν τον γνωρίζουμε, δεν το αναγνωρίζουμε. Η Άννα το έμαθε. Η τάφρος έπρεπε να κλείσει το γρηγορότερο.
Wednesday, September 5, 2012
Άννα
Wednesday, August 29, 2012
Δουλειά
Το συνοικιακό παντοπωλείο κάθε μέρα γεμίζει κόσμο. Ευτυχώς ακόμα. Ο ιδιοκτήτης του έχει κατέβει απο το θρόνο του κι αυτό το εκτιμούμε όλοι. Και τον στηρίζουμε.
Δίπλα από τα ταμεία υπάρχει ένας τηλεφωνικός θάλαμος.
Χθες το πρωί ένας νεαρός τον πλησίασε, σχημάτισε κάποιον αριθμό και περίμενε. Πιο κει ο ιδιοκτήτης στάθηκε παράμερα. Κάτι του είπε μέσα του να παρακολουθήσει τη σκηνή.
«Καλημέρα» είπε ο μικρός «Σας τηλεφωνώ για την αγγελία. Να έρχομαι να σας καθαρίζω την αυλή και...»
«Μα ήδη έχω πάρει κάποιον για να μου κάνει αυτή τη δουλειά» ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής η φωνή της κυρίας
«Κυρία εγώ θα σας καθαρίζω την αυλή με τα μισά χρήματα από αυτόν που προσλάβατε!»
«Είμαι πολύ ευχαριστημένη μ αυτόν που μου κάνει τη δουλειά αυτή» είπε ξανά η γυναίκα
«Κυρία εγώ προσφέρομαι δωρεάν να σας σφουγγαρίζω και τις σκάλες και να σας σκουπίζω και το σπίτι σας» επέμενε ο μικρός
«Οχι ευχαριστώ!» απάντησε η κυρία
Ο μικρός χαμογέλασε, ευχαρίστησε και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο ιδιοκτήτης πλησίασε το νεαρό και του είπε
«Μικρέ μου αρέσει πολύ η στάση σου, η επιμονή σου και η εργατικότητα σου. Θέλω να σου προσφέρω δουλειά εδώ στο μαγαζί. Τι λες;»
«Οχι, ευχαριστώ» είπε ο μικρός
«Μα γιατί; Αφού σε είδα να παρακαλάς για δουλειά προηγουμένως» απόρησε ο καταστηματάρχης
«Οχι όχι!» χαμογέλασε ο μικρός «Δεν είναι έτσι. Απλά έκανα έναν έλεγχο πως τα πάω στη δουλειά μου. Εγώ είμαι αυτός που καθαρίζω τον κήπο!»
Sunday, August 26, 2012
Συνάντηση
Ένας άνδρας, που είχε χάσει πρόσφατα την γυναίκα του, ζούσε με τον μικρό του γιο σε ένα χωριό.
Μια μέρα είχε πάει στην πόλη για δουλειές. Είχε αφήσει τον γιο του μόνο στο σπίτι. Ληστές επιτέθηκαν και έκαψαν το χωριό. Βρήκαν το μικρό αγόρι κρυμενο. Δεν το σκότωσαν αλλά το πήραν μαζί τους.
Επέστρεψε ο πατέρας, βρήκε το σπίτι του καμμένο. Πιστεύοντας πως ο γιός του κάηκε κι αυτός, παίρνει τις στάχτες από ένα καρβουνιασμένο σώμα και τις τοποθετεί ευλαβικά μέσα σε ένα όμορφο δοχείο. Από κείνη τη μέρα το είχε συνέχεια μαζί του.
Κάποια μέρα ο γιος του δραπέτευσε από τους ληστές και γύρισε στο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα.
"Ποιος είναι;" ρώτησε από μέσα ο πατέρας
" Εγώ είμαι, πατέρα, ο γιος σου, άνοιξέ μου."
Μέσα στην τρέλα της θλίψης ο πατέρας, φώναξε
"Φύγε, ο γιος μου είναι νεκρός! Σταμάτα να με κοροϊδεύεις! Δεν σέβεσαι την μνήμη ενός νεκρού! Εξαφανίσου!"
Το αγόρι, λυπημένο έφυγε.
Πατέρας και γιος δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ.
Thursday, August 23, 2012
Αεροπλάνο
Δεν το είχε αρνηθεί ούτε μια φορά από τις τόσες πολλές που πετούσε με αεροπλάνο.
«Τα φοβάμαι..» έλεγε.
Κανεις δεν τον πίστευε κι ας έφεγγαν τα μάτια του κάθε φορά που διηγόταν με λεπτομέρειες τις πτήσεις του.
Δεν ήταν πιλότος ο Θωμάς. Πωλητής ήταν. Αντιπρόσωπος μιας εταιρίας για την οποία έπρεπε να σφίγγει το στομάχι του κάθε φορά που ήταν αναγκασμένος να αφήσει την Αθήνα και να πάει σε άλλη πόλη. Το πήγαινε έλα, το καθημερινό, ήταν η απόλυτη αγωνία. Ο θαυμασμός του δε για τους πιλότους απεριόριστος. Ξεπερνούσε τη λογική. Ισως να τους είχε θεοποιήσει μέσα του. Κρυφά τους ζήλευε κιόλας. Δεν το παραδέχτηκε ποτέ.
«Κρατάνε τις ζωές μας στα χέρια τους» έλεγε. «Πρέπει να είναι υπόδειγμα ανθρώπων. Πιο πάνω από αυτούς ο Θεός. Να εκεί κάπου μέσα στα σύννεφα. Την ώρα που μας καλεί κοντά του, οι πιλότοι του ξεφεύγουν. Πως σας φαίνεται αυτό;» χαμογελούσε
Την περασμένη Τετάρτη επέστρεφε από τη Κρήτη. Είχε αγκιστρωθεί στο κάθισμά του και δεν κουνιόταν. Λες και τον είχαν αλυσοδέσει σφιχτά με αόρατα δεσμά. Τα μάτια του ως συνήθως κολλημένα στην καμπίνα του πιλότου.
Από το παράθυρο του φάνηκε το αεροδρόμιο. Αρχισε η κάθοδος του αεροπλάνου με συνοδεία από δικές του σταγόνες ιδρώτα.
«Η πιο δύσκολη στιγμή της πτήσης» σκέφτηκε
Ξαφνικά ακούστηκε ένας διαπεραστικός δυνατός γδούπος. Σα να έπεσαν από τον ουρανό όλες οι πολιτείες και σωριάστηκαν στον αεροδιάδρομο.
«Παναγία μου» φώναξε και σταυροκοπήθηκε με την ιδέα του. Επειδή τα δάχτυλα του ήταν μπιγμένα στο κάθισμα.
Τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα διέκοψε η ανακοίνωση του πιλότου από τα μεγάφωνα
«Σας μιλάει ο πιλότος του αεροσκάφους Γιάννης Παναγιώτου. Ταξιδεύω με αυτή την εταιρία πάνω από εικοσιπέντε χρόνια και αυτή είναι η πιο ηλίθια, βλαμμένη προσγείωση που έχω κάνει ποτέ»
Στην στιγμή ο πιλότος στα μάτια των επιβατών και του Γιώργου έγινε ήρωας. Σ ένα κόσμο που έχει πνιγεί μέσα στις απίστευτες δικαιολογίες, ο πιλότος είπε τα πράγματα αλλιώς. Οπως είναι. Λευτέρωσε τον Γιώργο. Καθως αποβιβάζονταν όλοι ήθελαν να περάσουν για να του σφίξουν το χέρι.
Ο Γιώργος ακόμα φοβάται τα αεροπλάνα. Ομως δεν φοβάται να πει όλη την αλήθεια. Κι ας τον κοροιδέψουν.
Monday, August 20, 2012
Αργύρης
Οι μέρες του Αυγούστου λες και παίζουν κηνυγητό η μία με την άλλη. Ακόμα χειρότερα λες και κυνηγιούνται σε κατήφορο. Τόσο γρήγορα περνούν. Το μόνο που νιώθεις είναι ένα φύσημα ολούθε. Οι μεγάλοι το λένε Μελτέμια. Οι μικροί όμως ξέρουν οτι είναι ο Σεπτέμβρης που τα κάνει όλα αυτά. Στριμώχνεται για να έρθει μια ώρα αρχύτερα. Να μαζέψει τους μικρούς από τις θάλασσες και τα βουνά. Να τους μαντρώσει στις αυλές του σχολείου. Στις αίθουσες.
"Αντε σε λίγες βδομάδες κάθε κατεργάρης θα πάει στον πάγκο του", είπε η γιαγιά στον Αργύρη.
Εκείνος έριξε μια ματιά εξω από το παράθυρο. Ο ουρανός καταγάλανος. Η θάλασσα μόνο ήταν να να άφριζε. Φυσούσε. Το χωριό της γιαγιάς ήταν σήμερα αναστατωμένο από τον αέρα που περνούσε κρατώντας μια μεγάλη αόρατη σκούπα. Επαιρνε μαζί του ο,τι έβρισκε. Δεν του αντιστεκόταν κανείς.
Ξανακοίταξε τη γιαγιά του. Μαζεύτηκε πάνω στην πολυθρόνα του φοβισμένος.
"Δε θέλω να πάω στο σχολείο" είπε προσπαθώντας να σταματήσει μια σταγόνα ιδρώτα που κυλούσε καταμεσής στο μέτωπό του
Η γιαγιά ζάρωσε τα φρύδια της και πλησίασε πιο πολύ το εγγόνι της. Ετσι. Για να μπορεί να το κοιτάζει στα μάτια.
"Νόμιζα οτι βιαζόσουν να γίνεις μεγαλοδικηγόρος" του είπε
"Ναι, θέλω..." είπε ο Αργύρης
"Και λοιπόν; Πως θα γίνεις μεγάλος και τρανός αμα δεν τελειώσεις το σχολείο;" το γυρόφερνε η γιαγιά από εδώ κι από εκεί για να καταλάβει
"Δεν είναι αυτό.." είπε ο μικρός "Μου αρέσει το σχολείο...αλλά είναι εκείνος ο Νίκος...που μου κολλάει...με βρίζει...με χτυπάει...και δεν..."
Η γιαγιά ξανακάθισε πίσω στη θέση της. Ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας. Πήρε σοβαρό ύφος και είπε
"Το ξέρεις πολύ καλά μικρέ μου οτι ολόκληρο το Αιγαίο που βλέπεις από το παράθυρο σου δεν μπορεί να βουλιάξει μια τόση δα βαρκούλα. Αυτό γίνεται μόνο αν μπάζει νερά. Ετσι; Το ίδιο και στη ζωή μας. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μας βλάψει αν δεν το αφήσουμε να μπει μέσα στο μυαλό μας. Οσο αφήνεις τον κάθε Νίκο να σεργιανά μέσα στη ψυχούλα σου, να ξέρεις οτι θα σε σκλαβώνει."
Ξαφνικά άνοιξε με γδούπο το παράθυρο και όρμηξε μέσα ακάθεκτος ο άνεμος. Σήκωσε ο,τι βρήκε μπροστά του. Εκανε άνω κάτω το δωμάτιο. Ετρεξε ο μικρός και το έκλεισε. Το μαντάλωσε γερά. Ο αγέρας έμεινε απ έξω.
"Ετσι να κάνεις" του είπε η γιαγιά και άνοιξε την αγκαλιά της για να κλείσει μέσα της τον Αργύρη που χαμογελούσε ύστερα από αρκετή ώρα.
Thursday, August 16, 2012
Φανή
Ενα από καλά που έχουν οι γιορτές και οι αργίες είναι και τούτο: Μαζευόμαστε πολλοί. Το σπίτι ξυπνά από τον καθημερινό του λήθαργο και γίνεται σπιτικό.
Παιδιά που παίζουν κυνηγητό ανάμεσα στα λιγοστά έπιπλα. Μεγάλοι που πολύ θα ήθελαν να παίξουν κι αυτοί. Χαμόγελα ξεχασμένα εδώ κι εκεί. Γέλια μαζί με αναστεναγμούς. Τούτο το τελευταίο είναι περίεργο. Παλιά το έλεγαν χαρμολύπη, μα για άλλη αιτία. Τούτο εδώ είναι άλλα. Σα μουκριτό από τα απύθμενα βάθη της ψυχής. Για όσα ρήγματα άνοιξαν ξαφνικά τα πεινασμένα σαγόνια τους, έτοιμα να καταπιούν μονομιάς όλη την νιότη των ανθρώπων.
Με το κρασί έρχεται και η κουβέντα. Η ζωή έχει ενδιαφέρον όταν είναι κυρίως απρόβλεπτη. Εκεί που περιμένεις τον Θανάση να ακούσεις για την δουλειά του που κινδυνεύει να χαθεί, εμφανίζεται η Φανή. Η κόρη του. Στα τα εφτά της χρόνια τα μάτια της πετούν εβδομηντα επτά σπίθες:
"Γιατί κάθεστε μόνος;" με ρωτάει
"Μα δεν είμαι μόνος μου, είμαστε μαζί" της απαντώ χαμογελώντας
"1-0" μου ανταποδίδει το χαμόγελο
"Αντε κοντεύει να ανοίξει το σχολείο.." ξεκίνησα την συνηθισμένη κουβέντα
"Αφήστε τα" λέει η μικρή "στεναχωριέμαι επειδή μου λέει ο μπαμπάς μου οτι όσα γραμματα κι αν μάθω στο τέλος πάλι δεν θα μπορώ να ζήσω...όλο τέτοια μας λέει...και αναστενάζει.."
"Ακου Φανή" προσπάθησα να αλλάξω το σκηνικό. "Εσύ αν προσπαθήσεις πολύ και δεν τα παρατήσεις, θα μπορέσεις να πας σε όποιο μέρος του κόσμου θέλεις, θα μπορέσεις να φέρεις τούτον τον κόσμο τούμπα"
"Εσείς έτσι κάνατε κύριε Δημήτρη;" με ρώτησε καίγοντας με με την φλόγα των ματιών της
Πέρασαν λίγες στιγμές βασανιστικής σιωπής
"Οχι" απάντησα σχεδόν μέσα από τα δόντια μου..
Wednesday, August 15, 2012
Παναγία η Μπαλωμένη
Στην Ίμβρο θαυματουργή είναι η Παναγία η Μπαλωμένη. Είναι χτισμένη στην μέση μιας κάθετης σχεδόν πλαγίας που κατεβαίνει ως την θάλασσα απέναντι στην Σαμοθράκη. Η τοποθεσία λέγεται Μεσάδι. Βρίσκεται σχεδόν σε ίση απόσταση από τα χωρία Σχοινούδι και Αγρίδια. Ο δρόμος είναι γεμάτος κακοτοπιές, περνάει ανάμεσα σε γκερμούς και χαράδρες αυτό όμως δεν εμποδίζει τους προσκυνητές να πηγαίνουν δύο ώρες δρόμο με τα πόδια και πολλές φορές ξυπόλητοι.
Κάθε χρόνο τον δεκαπεντάυγουστο, ανήμερα της γιορτής, κόσμος πολύς πήγαινε, γιατί ήταν παρηγοριά και ελπίδα όλων των πονεμένων και των πενομένων. Μεγάλη η χάρη της, γι' αυτό πολλά και τα τάματα. Η ποιο πολλοί πήγαιναν με τα πόδια και όχι με άδεια χέρια. Άλλος σήκωνε στην αγκαλιά ένα παιδί που το έδωσε η χάρη της ή το έσωσε από βαριά αρρώστεια, άλλος κουβαλούσε στον ώμο ένα λαγήνι λάδι, άλλος σαν το καλό ποιμένα ένα αρνί ζωντανό, άλλος ένα τουρβά κερί και άλλοι άλλα, ό,τι είχαν τάμα. Κι όλοι τούτοι, οι πιο πολλοί ξιπόλητοι, περπατώντας πάνω σε καυτές πέτρες που έκαιγαν από τον αυγουστιάτικο ήλιο, τα ξερά ξύλα και τα αγκάθια. Δεν ήταν λοιπόν μόνο η προσφορά αλλά και η δοκιμασία στην οποία υπέβαλλαν τον εαυτό τους, μια δοκιμασία ή οποία ήταν χαρά και ικανοποίηση, γιατί όπως έλεγαν και ομολογούσαν, ούτε κούραση, ούτε πόνο αισθάνονταν κι ούτε κανένα σημάδι κακουχίας φαίνονταν στα πόδια τους. Απίστευτο με τα μέτρα της λογικής, λογικό όμως με τα σταθμά της πίστης. Σαν τους Αναστενάρηδες, που αλωνίζουν ξυπόλητοι τα αναμμένα κάρβουνα και δεν καίγονται.