Tuesday, November 6, 2012

Όταν έρχονται τα..μέτρα

Πως ήρθε και θυμήθηκα τον Χατζηδάκι. Ο ουρανός συννέφιασε τούτο το δειλινό. Παράξενο επειδή τις τελευταίες μέρες μας πήγαινε περίπατο στα λιβάδια του ήλιου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα τα σύννεφα να ταξιδεύουν πάνω από τα βουνά, να πλησιάζουν πάνω από τη πόλη. Κι εκεί που σε άλλους θυμίζουν σχήματα οικεία, ζωάκια της αυλής, θεριά , εγώ είδα ξεκάθαρα τα μέτρα που σκεπάζουν το παρόν και το μέλλον μας. Είδα ένα σκοτεινό σάβανο.
Ο θάνατος δεν είναι κατ ανάγκη κακό. Στο κάτω κάτω μας θυμίζει την περιουσία μας. Δυο μέτρα γης αντιστοιχεί στον καθένα μας. Είναι η απόλυτη έκφραση της ισότητας. Τι Δημοκρατίες, τι φιλοσοφίες… ο θάνατος είναι το τελικό μέτρο της ισότητας κι ας διαφωνούν εκείνοι που τον φοβούνται. Δεν φοβούνται αυτόν. Την ισότητα φοβούνται και δεν το παραδέχονται.
Ωστόσο δεν σταματούν μερικοί συνάνθρωποί μου να χτίζουν γύρω τους τείχη ψηλά και δυσθεώρητα. Να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους. Να μπορούν έστω και για λίγο να πουν πως δεν είναι όμοιοι όλοι. Πως για μερικούς ο θάνατος θα κάνει παρασπονδίες. Κι έτσι δένονται με το χρυσάφι, φτιάχνουν πανοπλίες μ αυτό κι όλο προσθέτουν κι άλλο, κι άλλο. Που το βρίσκουν; Μα το αφαιρούν από τους υπόλοιπους συνανθρώπους μου. Εκείνη η ιστορία με τον Μήδα που ο,τι έπιανε γινόταν χρυσάφι, νομίζουν πως δεν τους αφορά. 
Κι όλο πληθαίνουν τα σύννεφα. Έρχονται τα μέτρα και ύστερα από αυτά τα για άλλη μια φορά τελευταία, ακολουθούν κι άλλα. Οι καταιγίδες όμως τελειώνουν. Κάποια στιγμή ξεθυμαίνουν. Στίβουν το νερό από τα νέφη και όταν δεν έχει άλλο, αφήνουν τον ήλιο να χαιδέψει τις πληγές των ανθρώπων. Να τους παρηγορήσει. Αυτή η καταιγίδα που πλάκωσε την χώρα μου τελειωμό δεν έχει όμως. Επειδή το αίμα σε μαγεύει. Το θανατικό είναι σα τη ζάχαρη. Αντί να σε ξεδιψά σου δημιουργεί πιο πολλή δίψα. Οι λίγοι συνάνθρωποι μου μέσα στην αρρώστια της απληστίας τους ξεχνούν τον θάνατο, την κοινή μοίρα και θέλουν πιο πολύ αίμα για να ξεχάσουν… να ξεχάσουν!
Όταν έρχονται τα μέτρα φέρνουν μαζί τους θλίψη, στεναχώρια.  Όταν έρχονται τα μέτρα απλώνει τα δίχτυα του ο θάνατος. Σαγηνεύει τους απελπισμένους. Ευτυχώς όμως σε κάθε ψαριά υπάρχουν και εκείνοι που ροκανίζουν τα δίχτυα και δραπετεύουν. Αυτοί οι λίγοι πάντα θα προσκαλούν και τους υπόλοιπους.  Όσοι δεν έχουν μαγευτεί από την γλύκα της παραίτησης. Όταν έρχονται τα μέτρα εσύ να κοιτάξεις να είσαι έτοιμος. Για όλα.

Monday, November 5, 2012

Σύντομη Επίσκεψη η Γλυκύ Όνειρο.

Με μεγάλη συγκίνηση αναρτώ τα διαμάντια από την ψυχή του Σωτήρη όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ίμβρο και την Τένεδο.


 


Δυο μαργαριταρένιες ανταύγειες στην άκρη του Αιγαίου.
Η άφιξη που πλησιάζει μας προκαλεί μια διαφορετική αίσθηση που διαπερνά τα κουρασμένα κορμιά μας. Το καραβάκι φτάνει στο λιμάνι μεγαλώνοντας την αγωνία της αποβίβασης στους ιερούς τόπους του πολιτισμού μας.
Η στιγμή που ο πρώτος φίλος από την Ελλάδα αγγίζει την όμορφη γη έφτασε. Ένα μικρό κύμα που σκάει, σβήνει το πρώτο φιλί, μα ακολουθούν άλα και άλλα έχοντας την αίσθηση, ότι χάσαμε τούτες τις πατρίδες για να τις αγαπήσουμε ακόμα πιότερο.
Ένας φερετζές, σαλβάρια, μικρά φλιτζάνια, ναργιλές, φαρδιά μουστάκια, ρυτίδες και κούραση, γίνονται τα εργαλεία για να ζωγραφίσουμε τη νέα μορφή της αρχέγονης γης μας.
Ένα μπέρδεμα με την ιστορία έγινε ο γόρδιος δεσμός με τη φαντασία μας. Αρχίζουμε να φωνάζουμε την ιέρεια αναζητώντας την πνευματική μας εξέλιξη, δίχως τη μυρωδιά των κρίνων του τόπου.
Πιάσαμε γρήγορα κουβεντολόι με τους Ίωνες, με τους  Ακρίτες, με τα αδέρφια μας.
Παντού ζεστές ανάσες, μεγάλα φουσκωτά μάτια, δακρυσμένα από τις θύμισες της ιστορίας.
Τ’ αγκαλιάσματα δίνουν και παίρνουν, οι κουβέντες εδώ φτιάχνονται από άλλο πηλό. Τα σφιγμένα χέρια γίνονται ατσάλι και πέτρα, έτοιμα να βοηθήσουν να ξαναχτίσουμε τον τοίχο της ιστορίας που γκρεμίσαμε.
Τα ερείπια που αφήσαμε θέλουν να φωνάξουν να σηκωθούν. Έχω την αίσθηση ότι μας βλέπουν σαν γίγαντες, σαν Τιτάνες, έτοιμους να ξανασμίξουμε τα λιθάρια με μιας μας κίνηση, με μια μας προσταγή.


                                                                                                                                                                                                               Σωτήρης Σούλης



Friday, November 2, 2012

Η πόλη

Κάποτε ζούσε ένας γέρος και σοφός άνθρωπος. Κάθε μέρα, έπαιρνε μια κουνιστή πολυθρόνα και μαζί με την ανιψιά του καθόντουσαν στο επαρχιακό βενζινάδικο που είχαν, περιμένοντας τους περαστικούς να γεμίσουν τα αυτοκίνητά τους.


Κάποια μέρα, πέρασε από εκεί, ένας ψηλός γεροδεμένος άνδρας, σίγουρα τον έκανες για τουρίστα και ρώτησε:


- Τι πόλη είναι αυτή; Ψάχνω να βρω κάπου να μείνω.


- Πως ήταν η πόλη που ζούσες; τον ρώτησε ο γέρος


- Ο καθένας κοιτούσε τον εαυτό του και πως θα εκμεταλλευτεί τον συμπολίτη του, απάντησε ο ξένος.


- Και εδώ έτσι είναι, είπε ο γέρος.


Αργότερα πέρασε από εκεί μια οικογένεια.


- Πως είναι η ζωή στην πόλη σου; ρώτησαν τον γέρο. Θέλουμε να μετακομίσουμε.


- Πως ήταν η ζωή στην προηγούμενη πόλη σας; τους ρώτησε


- Α, θαυμάσια! απάντησαν εκείνοι. Ο καθένας βοηθούσε τον άλλον, του συμπαραστέκονταν. Αγάπη κυριαρχούσε.


- Και εδώ έτσι είναι, τους απάντησε ο σοφός εκείνος γέρος.


Η ανιψιά του, μόλις έφυγε η οικογένεια, τον ρώτησε


- Γιατί παππού, πως γίνεται να είναι ίδια η πόλη μας με του πρώτου και της οικογένειας; Γιατί είπες στον πρώτο ότι είναι πολύ άσχημα εδώ, ενώ στους άλλους είπες πως είναι θαυμάσια;


Ο γέρος κοίταξε το κοριτσάκι μέσα στα ολάνοιχτα καταγάλανα μάτια του, που τον κοιτούσαν όλο απορία και είπε:


- Δεν έχει σημασία που πηγαίνεις. Πάντα θα κουβαλάς μαζί σου την στάση που κρατάς απέναντι στη ζωή. Και αυτό την κάνει υπέροχη ή απαίσια. Ζωή είναι εκείνο που εσύ δημιουργείς.

Thursday, November 1, 2012

Καταιγίδα

Τελευταία όλο και πιο συχνά μου έρχεται στο νου η ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.  Πως πήγε λέει να τα βάλει με τον ήλιο. Ο νεαρός και γεμάτος  αέρινη αυτοπεποίθηση Ίκαρος. Ύστερα μια άλλη ιστορία. Εκείνη του πύργου της Βαβέλ. Θέλανε λέει οι άνθρωποι να γκρεμίσουν τον Θεό από το θρόνο του. Δυο ιστορίες, δυο κρατούμενα.  Κι εμείς από την άλλη κρατούμενοι σ αυτή την αιώνια σισύφεια προσπάθεια.
Οι ουρανοξύστες μας, οι τεράστιοι πύργοι της ματαιοδοξίας μας  τρυπούν τους ουρανούς, λες και προσπαθούν να τραυματίσουν τα όρια της ύπαρξής μας. Τεράστιοι πύργοι χτισμένοι πάνω στην επιστήμη, στην τέχνη, στην φαντασία. Τα μεγάλα βήματα της ανθρωπότητας  είναι αποτυπωμένα πάνω στη Σελήνη, στο Σύμπαν καθώς και στον γενετικό κώδικα. Εμείς οι θνητοί άνθρωποι διαλαλούμε την θνητότητα μας και μοιάζουμε με τον γυμνό βασιλιά. Τότε είναι που χρειαζόμαστε ένα τράνταγμα από τη φύση, την αρρώστια, τον θάνατο για να συνέλθουμε και να ανοίξουν τα μάτια μας.
Ο τυφώνας που έπληξε την Νέα Υόρκη δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από έναν επιθετικό καρκίνο, από ένα ατύχημα, ένα θάνατο. Τα όρια από την αρχή μας δυσκόλευαν. Όχι τόσο επειδή δεν πρέπει να τα ξεπεράσουμε, όσο επειδή συνδέονται με την σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη.  Αρκεί μια τόση δα φυσική καταστροφή για να φέρει μπροστά μας την προοπτική που επίμονα λησμονούμε: πως είμαστε θνητοί,  πως ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος μας συνοδεύουν σ αυτό το ταξίδι που πρέπει να κάνουμε μόνοι και γυμνοί από όλα. Γι αυτό και φοβόμαστε. Τρέμουμε να αντικρύσουμε κατά πρόσωπο αυτή τη γύμνια. Κι έτσι την ντύνουμε με κάθε λογής φκιασίδια: καριέρα, σπίτια, χρήματα, δόξα.
Η αληθινή καταιγίδα είναι προσωπική. Έρχεται για τον καθένα μας. Τότε θα φανούν πόση δύναμη έχουν τα αναχώματα μας, οι εφεδρείες μας. Πόση αντοχή έχουν οι θεωρίες μας, οι σχέσεις μας και κυρίως τα οράματα για το μέλλον μας. Επειδή κυρίως αυτά χτυπιούνται πρώτα. Αυτές οι καταιγίδες γκρεμίζουν πρώτα τις προοπτικές. «Αφού θα πεθάνω, δεν έχει τίποτα σημασία». Μόλις περάσουν αυτή την άμυνα, τότε όλα τα άλλα είναι εύκολα.
Οι καταιγίδες πάνε κι έρχονται. Εκείνο που θα μας σώσει είναι όπως είπαμε η προετοιμασία. Οι προσδοκίες μας, οι επενδύσεις μας, οι σχέσεις μας. Καλό θα είναι λοιπόν τακτικά να τα ελέγχουμε αν θέλουμε να μη χαθούμε από το πρώτο χτύπημα. Όσο πιο προσγειωμένοι, πιο ανθρώπινοι, πιο προσεκτικοί με τα απλά, τα καθημερινά, πιο αγαπητικοί με τους γύρω μας, τόσο πιο ανθεκτικοί θα είμαστε στους τυφώνες κάθε είδους και παντός καιρού.

Wednesday, October 31, 2012

Κλήση

Την περασμένη εβδομάδα τον κάλεσε ο διευθυντής
«Με μεγάλη μου λύπη κύριε Νικολάου σας ανακοινώνω ότι δεν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας. Βλέπετε παρόλα τα προσόντα σας η εταιρία μας δεν αντέχει. Κάνουμε μειώσεις. Δεν έχουμε τίποτα προσωπικό με σας. Καταλαβαίνετε. Είμαι σίγουρος ότι τα βρείτε σύντομα κάτι αντάξιο σας. Ευχαριστούμε για όσα κάνατε για την εταιρία»
Η αλήθεια είναι ότι η σιγουριά του διευθυντή είχε μείνει μόνο στα λόγια. Δουλειές δεν υπάρχουν. Το ήξερε. Ωστόσο χθες το πρωί είχε πάει σε μια συνέντευξη. Οι προοπτικές ήταν μεγάλες. Όταν έφυγε από το γραφείο τον μετέφερε μέσα στο φορείο η απογοήτευση. Χώρια που από τη βιασύνη του είχε παρκάρει παράνομα. Ώρα ήταν να δει και καμιά…
«Όχι ρε!» φώναξε καθώς είδε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του, σαν κουτσουλιά, να λερώνει την διάθεση του η κλήση.
«Αν είναι δυνατόν!» έλεγε.  «Που θα βρω τώρα τα χρήματα να την πληρώσω; Έλεος Θεέ μου! Άνεργος, να έχω και κλήσεις;  Αποκλείεται! Θα…» μουρμούριζε καθώς πλησίαζε το αυτοκίνητο του.
Όταν έφτασε κοντά και πήρε το χαρτί στα χέρια του, με μεγάλη του έκπληξη είδε πως δεν ήταν κλήση. Ήταν μια κλήση αλλά φωτοτυπημένη.  Πάνω στο φύλο ήταν καρφιτσωμένα πενήντα Ευρώ και ένα σημείωμα:
«Τώρα μπορείς να πεις ότι θα είναι μια καλή μέρα σήμερα!»

Sunday, October 28, 2012

τα Οχι

Το ΟΧΙ που δεν είπαμε.
Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή μας και μας καθίζει στο εδώλιο. Να απολογηθούμε. Μας ζητά το λόγο που αμελήσαμε. Το λόγο που δεν σταθήκαμε αντάξιοι του ύψους μας, όσο κοντοί ή ψηλοί κι αν είμαστε.
Νομίζαμε ότι είχαμε τελειώσει με τους αγώνες μας. Ότι είχαμε τιμήσει όλες τις ένδοξες εποποιίες, ότι αποθέσαμε ευλαβικά τα στεφάνια μας, ότι είχαμε παρελάσει μπροστά από τα μνημεία που είχαν στηθεί πάνω στην θυσία των άλλων. Κι έτσι είχαμε την πολυτέλεια να λέμε ΝΑΙ σε όλα. Ίσως να σκεφτήκαμε ότι πέρασαν πια οι εποχές των αγώνων. Ίσως να άλλαξαν και οι εποχές. Έτσι είπαμε κοιτώντας τον καθρέφτη μπροστά μας  μισοκλείνοντας τα μάτια. Το είδωλο σα να μας φάνηκε ότι είναι θολό, μα δεν δώσαμε σημασία. Αγοράσαμε καινούργιο καθρέφτη.
Μα οι στιγμές πια σε τούτους τους καιρούς είναι αμείλικτες. Δεν λογαριάζουν τις σαθρές θεωρίες μας, ούτε συμπάσχουν με τους συμβιβασμούς μας. Μπορεί να βρεθήκαμε από τη μια μέρα στην άλλη από την ταράτσα του βιοτικού μας επιπέδου στο υπόγεια. Μπορεί να ακροβατούμε πάνω στην λεπτή κλωστή που χωρίζει την ζωή από την επιβίωση. Ωστόσο ακόμα συνεχίζουμε να είμαστε υπεύθυνοι για τα ΌΧΙ που πρέπει να πούμε. Αυτά τα ΟΧΙ είναι η δική μας μαρτυρία στην Ιστορία αυτού του τόπου. Τα οχυρά είναι πια μέσα μας, είναι τα τελευταία που έχουν απομείνει. Είναι η ώρα που ανοίγουν οι κερκόπορτες.
Τα ΟΧΙ που πρέπει να πούμε θα αντηχήσουν μέχρι τα βάθη της Ιστορίας. Εκεί που δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον. Αν υποκύψουμε και πούμε τα ΝΑΙ τότε θα σκοτεινιάσει ο νους μας και δεν θα γνωρίζουμε πια τον τόπο που μας φιλοξενεί ούτε ο ένας τον άλλον θα λογιάζει ως αδερφό.  Ο λωτός της ευδαιμονίας, της βόλεψης, του φθόνου, της απονιάς,  του δαιμονικού της άμετρης υλικής διαβίωσης έχει σαλέψει τα λογικά μας. Φάρμακο υπάρχει. Όμως όπως κάθε φάρμακο είναι και φαρμάκι. Πικρό. Δεν πάει κάτω εύκολα. Τα όρια, το μέχρις εδώ δεν το λες και το εννοείς εύκολα. Ιδίως αν έχεις βοηθήσει κι εσύ με τον τρόπο σου να χτιστούν γέφυρες για να περάσει το κάρο με τους λωτούς που λέγαμε.
Η λέξη «μαζί» είναι ένα λάβαρο που ανεμίζει καθώς σκαρφαλώνουμε και καθώς κατρακυλούμε. Έχουμε δοκιμάσει και τις δυο διαδρομές. Ακόμα να αποφασίσουμε ποια μας ταιριάζει;
Όπως και νάχει ποτέ δεν είναι αργά για τα ΟΧΙ που οφείλουμε.

Friday, October 26, 2012

Γιορτή

Στην Ίμβρο δεν γιόρταζαν γενέθλια, Πολλές φορές, κι αυτός που είχε τα γενέθλια του δεν τα θυμόταν. Γιορτή του καθένος ήταν η ονομαστική, η ημέρα της γιορτής του Αγίου που είχε το όνομά του. 'Ολοι είχαν χριστιανικά ονόματα και μάλιστα αγίων ονομαστών. Αυτό το φρόντιζαν πολύ. " Να μην έχει μαθέ το παιδί γιορτή;"
Εθνικά ονόματα δεν είχαμε, ένας στους εκατό, μπορεί και όχι.
Έτσι λοιπόν, όλοι είχαν τη γιορτή τους. Κάθε μέρα του χρόνου, που ήταν γιορτή κάποιου Αγίου, η μέρα για όλο το χωριό ήταν γιορτή, ήταν σχόλη. Το σήμα το έδινε το πρωί η καμπάνα. Του Αι Δημήτρη σήμερα, μεγάλ' η χάρη του κι έκαναν τον σταυρό τους. Κόσμος πολύς στις εκκλησιές και πιο πολύ αυτοί που γιόρταζαν. Κάποιοι έκαναν και αρτοκλασία. Τα πέντε πρόσφορα στο πανέρι. Πολλή ευλάβεια, πολλή συγκίνηση, σε όσους στέκονταν γύρω στο τραπέζι, όπου ήταν τοποθετημένα ένα πρόσφορο από κάθε πανέρι, το λάδι, το κρασί και οι αναμμένες λαμπάδες, " πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν" και κλείνει η αυλάια της αρτοκλασίας. Παίρνει η καθε μια το πανέρι της, κόβει μερικά πρόσφορα σε μικρές φετούλες και τις μοιράζει στο εκκλησίασμα.
Όσι δεν έχουνε "άρτο" φέρνουν ένα μόνο πρόσφορο το "σταυρό" και το δίνουν στον παπά την ώρα της προσκομιδής, να μνημονεύσει το όνομα, "υπερ υγείας" του εορτάζοντος.
Μέρα γιορτής λοιπόν, άρα αργία, σκόλη. Μόνο τα μπακάλικα, τα κρεοπωλεία, τα κουρεία είναι ανοιχτά. Μετά την εκκλησία οι εορτάζοντες στα καφενεία κερνούν όλους τους πελάτες του μαγαζιού και αυτοί τους εύχονται "χρόνια πολλά".
Το βράδυ, όσα σπίτια γιορτάζουν φαίνονται από τα πολλά φώτα. Σήμα! Γιορτάζουμε! Ορίστε!
Το σπίτι που γιορτάζει έχει Λαμπρή. Λάμπει, αστράφτει, γελά! Πάστρα και στόλισμα. Το μικρό σαλονάκι του καταστόλιστο με μεταξωτα υφαντά, κεντήματα, νταντέλες. Όλα από τα χέρια της νοικουράς.
Το βράδυ έρχονται οι επισκέπτες, συγγενείς, γείτονες, φίλοι, γεμίζει το σπίτι όχι μόνο ανθρώπους αλλά και εγκάρδιες εκδηλώσεις, σφιχτές χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά, αγάπη. Ενα μόνο λειπει, το δώρο. Τούτη την άχρηση πολυτέλεια δεν την συνηθίζαμε.
Κάθονται οι επισκέπτες, σφιχτά ο ένας κοντά στον άλλον (μικρό το σαλονάκι), και προσπαθούν να βρουν κάτι να πουν να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα. Η κοπέλα που μπαίνει με τον δίσκο τους βγάζει από την αμηχανία. Ένας μεγάλος δίσκος με μικρά ποτήρια, μ' ένα ποτό και μεγάλα ποτήρια με νερό και στη μέση ένας κεσές με γλυκό του κουταλιού, πλάι μικρά κουταλάκια. Παίρνει ο καθένας γλυκό με ένα κουταλάκι, πίνει το νερό του και στη σειρά ένα ποτηράκι με ποτό και χαιρετά " χρόνια πολλά!" και μαζί όσες ευχές έχει στην καρδια του γι' αυτόν που γιορτάζει. Στο δεύτερο γύρο, άλλος δίσκος με πιατάκια του γλυκού το καθένα, κουραμπιέδες, αμυγδαλωτά, παντεσπάνι, μπακλαβού, όλα επίσης από τα αχέρια της γυνάικας, της μάνας, της αδελφής.


Στο μεταξύ έρχονται άλλοι, ο χώρος είναι μικρός, φεύγουν λοιπόν οι πρώτοι και κάθονται οι καινούργιοι. Αυτό γίνεται και πέρα από τα μεσάνυχτά!


Αχ!!! Αυτή η μυρωδάτη ατμόσφαιρα γλυκαίνει το παρόν και το μέλλον μου.