Saturday, November 12, 2011

Να μείνεις παιδί.

Δεν ξέρω αν σας έχω πει γι' αυτό το κοριτσάκι άλλη φορά.
Είναι τώρα, στην δευτέρα Δημοτικού. Πανέξυπνο και πανέμορφο, όπως άλλωστε όλα τα μικρά παιδιά.
Λοιπόν, στο νηπιαγωγείο ετοίμαζαν κάποια γιορτή τους. Θα είχαν και ένα μικρό θεατρικό. Η δασκάλα τους τους είχε πει πως την άλλη μέρα θα μοίραζε τους ρόλους. Η Ελενίτσα, περιττό να σας πω πως δεν κοιμήθηκε από την αγωνία της. Ήθελε τόσο πολύ να της δώσει η κυρία της ένα ρόλο για να παίξει. Συνέχεια μιλούσε γι' αυτό.
"Πως θα είναι;Θα μάθω τα λόγια μου καλά να τα πω;", "Θα μου αρέσει;" "Θα έχω να πω πολλά;" Τι κουστούμι θα έχω;"
 Ενθουσιασμένη και γεμάτη αγωνία πέρασε η μέρα.
Την επόμενη όταν πήγε η μαμά της να την πάρει από το σχολείο, η Ελενίτσα τρέχοντας ήρθε με καταχαρούμενα ματάκια, γελαστή και ευτυχισμένη να αγκαλιάσει την μαμά της.
" Μαμά, δεν θα το πιστέψεις!" της είπε. "Μάντεψε τι ρόλο μου έδωσαν!!
Να χειροκροτώ και να φωνάζω: Μπράβο!! Δεν είναι απίθανο;;;"

Wednesday, November 9, 2011

Μην ελπίζεις

Μια μέρα είχα πάει στο σταθμό των τραίνων για να παραλάβω ένα φίλο που ερχόταν από την επαρχία. Καθώς κοιτούσα λοιπόν επίμονα το κόσμο προσπαθώντας να ξεχωρίσω τον φίλο μου από δίπλα μου περνούσαν επιβάτες  κουβαλώντας τις βαλίτσες τους. Σε μια στιγμή το βλέμμα μου έπεσε σε κάποιον άνδρα που ερχόταν προς το μέρος μου κρατώντας δυο μικρα σακκίδια. Σταμάτησε ακριβώς δίπλα μου να χαιρετήσει την οικογένεια του.
Πρώτα πλησίασε τον νεαρότερο γιο του, θα ήταν γύρω στα έξι, και απίθωσε τα σακίδια του στο πάτωμα. Αγκαλιάστηκαν ζεστά για αρκετή ώρα. Καθως απαομακρύνονταν για λίγο για να κοιτάξει ο ένας το πρόσωπο του άλλου άκουσα τον πατέρα να λέει
"Χαίρομαι τόσο πολύ που σε βέπω γιε μου, μου έλειψες τόσο πολύ!"
Ο γιος του κάπως ντροπαλά απάντησε
"κι εγώ μπαμπά!"
Υστερα ο άνδρας στάθηκε και κοίταξε στα μάτια τον μεγάλο του γιο, γύρω στα δέκα πρέπει να ήταν, και καθώς αγκάλιασε με τις παλάμες του το πρόσωπο του μικρού είπε
"Εχεις γίνει πια σωστός άνδρας. Σ αγαπώ πολύ γιε μου!"
Αγκαλιάστηκαν κι αυτοί για πολύ ώρα.
Καθως συνέβαινε αυτό, ένα κκοριτσάκι που θα ήταν δεν θα ήταν δυο χρονών, γύρευε να απελευθερωθεί από την αγκαλιά της μάνας του για να πάει στον πατέρα του.
"Γεια σου μικρό κοριτσάκι" του είπε ο πατέρας του και το πήρε τρυφερά στην αγκακλιά του. Του έδωσε φιλιά στο κατακόκκινο προσωπάκι, κράτησε τη κόρη του κοντά στην αγκαλιά του και την κουνούσε απαλά πέρα δώθε. Μετά την παρέδωσε πίσω στην γυναίκα του. Το μικρό ηρέμησε και έγυρε το κεφαλάκι του στον ώμο της μητέρας του πολύ ευτυχισμένο. Τότε είπε ο άνδρας
"Κράτησα το καλύτερο για το τέλος"
Πλησίασε στη γυναίκα του και της έδωσε το πιο παθιασμένο φιλί που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Την κοιτούσε για ώρα στα μάτια και της είπε
"Σ αγαπώ τόσο πολύ"
Εμειναν εκεί για ώρα βυθισμένοι στο πάθος και την αγάπη τους στέλνοντας χαμόγελα ο ένας στον άλλον δίχως να αφήσουν ούτε λεπτό το χέρι ο ένας του άλλου.
Για μια στιγμή μου θύμησαν ένα νιόπαντρο ζευγάρι αλλά και πάλι υπολογίζοντας από την ηλικία των παιδιών τους μάλλον έκανα λάθος. Μπερδεμένος σκεφτόμουν οτι ήμουν μάρτυρας μιας υπέροχης αγάπης. Τόσο που αισθάνθηκα άβολα στο σκηνικό. Παράταιρος. Δεν κρατήθηκα ωστόσο και ρώτησα
"Πόσο καιρό είστε παντρεμένοι;"
"Δεκατέσσερα χρόνια μαζί και δώδεκα παντρεμένοι" μου απάντησε ο άνδρας χωρίς να σταματήσει να κοιτάζει τη γυναίκα του στα μάτια
"Και καλά πόσο καιρό έχετε να ειδωθείτε;" ρώτησα
Εκείνος χαμογελώντας μου λέει
"Δύο ολόκληρες μέρες!"
"Δυο μέρες;" έμεινα έκπληκτος. Από την ένταση της υποδοχής υπέθεσα οτι μάλλον θα απουσιάζε αρκετές εβδομάδες αν όχι μήνες. Η έκφραση στο πρόσωπο μου με πρόδωσε. Είπα τότε ελπίζοντας να τελειώνει η εισβολή μου σε αυτον τον παράδεισο της αγάπης και να γυρίσω στο φίλο μου
"Ελπίζω και ο δικός μου ο γάμος να έχει τόσο πάθος ύστερα από δώδεκα χρόνια"
Τότε ο άνδρας σταμάτησε να χαμογελά
Με κοίταξε ίσια στα μάτια και με δύναμη που άγγιξε την ψυχή μου μου είπε κάτι που με έκανε διαφορετικό άνθρωπο. Μου είπε
"Μην ελπίζεις φίλε μου, αποφάσισε το!"
Υστερα ξαλαέλαμψε το υπέροχο του χαμόγελο, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε
"Ο Θεός να σε έχει καλά!"

Saturday, November 5, 2011

Ενα ποτήρι γάλα

Μια μέρα ένα φτωχό αγόρι που πουλούσε μικροπράγματα πόρτα πόρτα για να πληρώσει το σχολείο του ανακάλυψε οτι του είχαν μείνει μόνο μερικά ψιλά στη τσέπη. Πεινούσε πολύ. Ετσι αποφάσισε να ζητήσει φαγητό από το πρώτο σπίτι που θα έβρισκε. Παρόλα αυτά όταν στη πόρτα του σπιτιού εμφανίστηκε μια όμορφη κοπέλα τα  εχασε.
Αντί για φαγητό ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Εκείνη τον είδε που ήταν πολύ πεινασμένος και του έφερε ένα μεγάλο ποτήρι γάλα. Το είπε αργά αργά και ύστερα τη ρώτησε
"Πόσο σας οφείλω;"
"Τιποτα" είπε το κορίτσι. "Η μητέρα μας έχει μάθει να μη δεχόμαστε χρήματα για κάποια καλοσύνη που κάνουμε"
Καθως ο Χάουαρντ Κέλλυ εφευγε αισθανόταν όχι μόνο σωματικά δυνατός αλλά και η πίστη του στο Θεό ήταν δυναμωμένη επίσης. Λίγη ώρα πριν ήταν έτοιμος να τα παρατήσει.

Αρκετά χρόνια αργότερα αυτή η κοπέλα αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί της περιοχής δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι και την έστειλαν στη πρωτεύουσα. Εκεί κλήθηκαν οι ειδικοί για να αντιμετωπίσουν αυτή την σπάνια ασθένεια. Ζήτησαν και τη βοήθεια του γιατρού Χάουαντ Κέλλυ. Εκείνος όταν άκουσε το όνομα της πόλης από την οποία ερχόταν η άρρωστη κάποιο παράξενο φως έλλαμψε στα μάτια του.
Αμέσως σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο του νοσοκομείου για να συναντήσει την ασθενή. Την αναγνώρισε αμέσως.
Επέστρεψε στην αίθουσα του συμβουλίου αποφασισμένος για να σώσει τη ζωή της. Από εκείνη τη μέρα ανέλαβε προσωπικά την περίπτωση αυτή.
Υστερα από μεγάλη προσπάθεια η μάχη κερδίθηκε.
Ο γιατρός ζήτησε από το λογιστήριο να του στείλει πρώτα εκείνου τον λογαριασμό.Τον κοίταξε και έγραψε κάτι με το χέρι του στη γωνία του λογαριασμού. Υστερα τον έστειλε στο δωμάτιο της κοπέλας. Εκείνη μόλις τον είδε την έπιασε φόβος και δεν ήθελε να τον ανοίξει. Ποιος ξέρει πόσα χρήματα έπρεπε να πληρώσει και αν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει. Τελικά αποφάσισε να τον ανοίξει και αμέσως η ματιά της πήγε εκεί κάτω στη γωνία της σελίδας όπου κάτι ήταν γραμμένο. Διάβασε
"Ξεπληρώθήκε στο ακαίριο με ένα ποτήρι γάλα"
Υπογραφή
Δρ Χάουαρντ Κέλλυ.

Wednesday, November 2, 2011

Η άλλη γυναίκα

Υστερα απο 21 χρόνια που ήταν παντρεμένοι η γυναίκα του του ζήτησε να βγάλει μια άλλη γυναίκα έξω για σινεμά και φαγητό. του είπε:
"Σ αγαπώ αλλά ξέρω οτι και αυτή η γυναίκα σ αγαπά και θα ήθελε να περάσει λίγη ώρα μαζί σου"
Αυτή η άλλη γυναίκα ήταν η μητέρα του. Η γυναίκα του του πρότεινε να επισκεφτεί τη μητέρα του, που ήταν χήρα εδώ και δεκαεννιά χρόνια, αλλά οι απαιτήσεις της δουλειάς του και τα τρία του παιδιά δεν του επέτρεπαν να τη βλέπει συχνά. Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησε και την προσκάλεσε να βγουν έξω μαζί. Να πάνε να δουν μια ταινία και ύστερα να καθήσουν κάπου να φάνε.
"Τι τρέχει; Είσαι καλά;" τον ρώτησε
Η μητέρα του ήταν από εκείνες τις γυναίκες που όταν τις τηλεφωνήσεις αργά το βράδυ το πρώτο που τους έρχεται στο μυαλό είναι οτι κάτι κακό συνέβη.
"Σκέφτηκα οτι θα ήταν καλό να περάσουμε το βράδυ μαζί" της απάντησε. "Οι δυο μας!"
Το σκέφτηκε για λίγο και ύστερα του είπε
"Εντάξει! Μου αρέσει η ιδέα σου!"
Την Παρασκευή όταν τέλειωσε τη δουλειά του πέρασε να την πάρει με το αυτοκίνητο του. Ενιωθε μεγάλη νευρικότητα. Οταν έφτασε στο σπίτι της παρατήρησε οτι κι εκείνη αισθανόταν το ίδιο. Τον περίμενε στην εξώπορτα φορώντας το παλτό της. Είχε κάνει τα μαλλιά της μπούκλες και φορούσε το ίδιο φόρεμα που είχε στην τελευταία επαίτειο του γάμου της. Του χαμογέλασε και το πρόσωπο της έμοιαζε με εκείνο των αγγέλων.
"Ειπα στις φίλες μου οτι θα έβγαινα έξω με το γιο μου και εντυπωσιάστηκαν" είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο "Περιμένουν την ώρα να μάθουν τα καθέκαστα!"
Πήγαν σε ένα εστιατόρια που παρόλο που δεν ήταν ακριβό, ήταν ωραίο και ζεστό. Εκείνη τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησαν προς το τραπέζι τους. Πήραν τον κατάλογο. Η μητέρα μπορούσε να διαβάσει μόνο τα μεγάλα γράμματα. Ετσι ανέλαβε ο γιος να της διαβάζει το μενού. Καθώς διάβαζε της έριξε μια ματιά και την είδε να τον κοιτάζει. Ενα νοσταλγικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της.
"Οταν ήσουν μικρός σου διάβαζα εγώ τον κατάλογο" του είπε
"Ηρθε η ώρα να σου ανταποδώσω τη χάρη" της είπε εκείνος
Κατά τη διάρκεια του δείπνου τους μιλούσαν για διάφορα θέματα καθημερινά. Επιασαν τόσες πολλές συζητήσεις που έχασαν την ταινία στο κινηματογράφο.
Οταν επέστρεψαν στο σπίτι της αργότερα του είπε
"Θα ξαναβγούμε αλλά αυτή τη φορά θα σε καλέσω εγώ"
Εκείνος συμφώνησε και χώρισαν
"Πως πήγε το δείπνο;" τον ρώτησε η γυναίκα του όταν γύρισε στο σπίτι του
"Πολύ καλά. Πολύ καλύτερα από ό,τι φανταζόμουν" απάντησε εκείνος
Λιγες μέρες αργότερα η μητέρα του πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή. Εγινε τόσο ξαφνικά που δεν είχε την ευκαιρία ο γιος να κάνει κάτι για κείνη.
Πέρασαν κάποιες μέρες και πήρε ένα φάκελο. Το άνοιξε και βρήκε σε φωτοτυπία μια απόδειξη εστιατορίου. Ηταν από το εστιατόριο που είχε φάει με τη μητέρα του. Μέσα στο φάκελο επίσης υπήρχε ένα σημείωμα
"Προπλήρωσα το δείπνο. Δεν ήμουν σίγουρη οτι θα μπορούσα να παραβρίσκομαι εκεί. Αλλά παρόλα αυτά πλήρωσα για δύο άτομα. Για σένα και τη γυναίκα σου. Δε μπορείς να καταλάβεις πόσο πολύ σημαντική ήταν η βραδυά που περάσαμε οι δυο μας. Σ αγαπώ γιε μου!"
Τότε κατάλαβε ο γιος το πόσο σημαντικό είναι να λες το "Σ αγαπώ" την κατάλληλη στιγμή και να δίνεις την αγάπη σου κάθε στιγμή. Επειδή το αύριο μπορεί και να μην έρθει ποτέ.

Sunday, October 30, 2011

Σκύλος

dog.jpg


Προσφατα στις γαλλικές εφημερίδες γράφτηκε το ακόλουθο περιστατικό:
Ένας νεαρός άνδρας, έβαλε ένα σκύλο μέσα σε μια βάρκα, κωπηλάτησε μέχρι τη μέση του ποταμού Σηκουάνα και έριξε μέσα το σκύλο, με την πρόθεση να τον πνίξει. Το κακόμοιρο το σκυλί, συχνά προσπάθησε να σκαρφαλώσει στην βάρκα, αλλά το αφεντικό του τον έσπρωχνε μέσα, μεχρι που έχασε την ισορροπία του και έπεσε και αυτός μέσα στο ποτάμι.  Μόλις το πιστό σκυλί είδε το αφεντικό του μέσα στον νερό, άφησε την προσπάθεια που έκανε να ανέβει στην βάρκα και πήγε κοντά στο αφεντικό του, τον κράτησε έξω από το νερό, μέχρι που έφτασε βοήθεια και σώθηκε η ζωή του.


- T. Wallis, The Nic-Nac; or, Oracle of Knowledge, 1823


Εσύ ξέρεις :
Στην θέση του σκύλου και του νεαρού άνδρα βάλε εκείνους που σου έρχονται στο μυαλό και αναρρωτήσου αν ταιριάζουν

Thursday, October 27, 2011

Τα καρότα, τα αυγά και ο καφές

καρότα.jpg


Μία νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της και πως τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.


Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά, και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ΄το νερό και τα έβαλε σ'ένα μπωλ. Έβγαλε τα αυγά έξω και τα έβαλε σ'ένα μπολ. Μετά έβγαλε τον καφέ έξω και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι.


Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε: "πες μου τι βλέπεις".
"Καρότα, αυγά και καφέ", της απάντησε η κόρη.


Η μητέρα της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά.
Μετά η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πιει μια γουλιά απ΄τον καφέ.
Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Μετά η κόρη ρώτησε: "τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;".
Η μητέρα της της εξήγησε ότι το καθένα απ΄αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά. Το καρότο αρχικά μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτησή του σε βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε. Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους σε βραστό νερό, άλλαξαν το νερό.
"Ποιο απ΄αυτά είσαι εσύ;" ρώτησε την κόρη της.
"Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς ανταποκρίνεσαι;" Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;"


Σκέψου το λίγο: Τι απ΄αυτά είσαι εσύ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου;
Είσαι το αυγόπου ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες "υγρό" πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα, με σκληρό πνεύμα και σκληρή καρδιά;
Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα δεν είναι στα καλύτερά τους, εσύ γίνεσαι καλύτερος και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου.
Όταν δεν είναι και η καλύτερη στιγμή και οι δοκιμασίες σε συναντούν, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ; Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκό, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατό, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινος και αρκετή ελπίδα
για να σε κάνει ευτυχισμένο. Οι ευτυχέστεροι των ανθρώπων δεν έχουν απαραιτήτως τα καλύτερα απ΄όλα.
Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη διαδρομή τους. Το λαμπρότερο μέλλον πάντοτε θα βασίζεται σε ένα ξεχασμένο παρελθόν.
Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή μέχρι ν΄αφήσεις πίσω τις αποτυχίες σου και τους πόνους σου. Όταν γεννήθηκες έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλο

Tuesday, October 25, 2011

Οταν γιόρταζα στη πατρίδα

Στην Ίμβρο δεν γιορτάζαμε γενέθλια. Πολλές φορές, κι αυτός που είχε τα γενέθλια του δεν τα θυμόταν. Γιορτή του καθένος ήταν η ονομαστική, η ημέρα της γιορτής του Αγίου που είχε το όνομά του. 'Ολοι είχαν χριστιανικά ονόματα και μάλιστα αγίων ονομαστών. Αυτό το φρόντιζαν πολύ.
" Να μην έχει μαθέ το παιδί γιορτή;" λέγαμε


Εθνικά ονόματα δεν είχαμε, ένας στους εκατό, μπορεί και όχι.


Έτσι λοιπόν, όλοι είχαν τη γιορτή τους. Κάθε μέρα του χρόνου που ήταν γιορτή κάποιου Αγίου, η μέρα για όλο το χωριό ήταν γιορτή, ήταν σχόλη. Το σήμα το έδινε το πρωί η καμπάνα.
"Του Αη Δημήτρη σήμερα, μεγάλ' η χάρη του" κι έκαναν τον σταυρό τους. Κόσμος πολύς στις εκκλησιές και πιο πολύ αυτοί που γιόρταζαν. Κάποιοι έκαναν και αρτοκλασία. Τα πέντε πρόσφορα στο πανέρι. Πολλή ευλάβεια, πολλή συγκίνηση, σε όσους στέκονταν γύρω στο τραπέζι, όπου ήταν τοποθετημένα ένα πρόσφορο από κάθε πανέρι, το λάδι, το κρασί και οι αναμμένες λαμπάδες. " Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν" και κλείνει η αυλάια της αρτοκλασίας. Παίρνει η καθε μια νοικοκυρά το πανέρι της, κόβει μερικά πρόσφορα σε μικρές φετούλες και τις μοιράζει στο εκκλησίασμα.


Όσι δεν έχουνε "άρτο" φέρνουν ένα μόνο πρόσφορο το "σταυρό" και το δίνουν στον παπά την ώρα της προσκομιδής, να μνημονεύσει το όνομα, "υπερ υγείας" του εορτάζοντος.


Μέρα γιορτής λοιπόν, άρα αργία, σκόλη. Μόνο τα μπακάλικα, τα κρεοπωλεία, τα κουρεία είναι ανοιχτά. Μετά την εκκλησία οι εορτάζοντες στα καφενεία κερνούν όλους τους πελάτες του μαγαζιού και αυτοί τους εύχονται "χρόνια πολλά".


Το βράδυ, όσα σπίτια γιορτάζουν φαίνονται από τα πολλά φώτα. Σήμα! "Γιορτάζουμε! Ορίστε!"


Το σπίτι που γιορτάζει έχει Λαμπρή. Λάμπει, αστράφτει, γελά! Πάστρα και στόλισμα. Το μικρό σαλονάκι του καταστόλιστο με μεταξωτα υφαντά, κεντήματα, νταντέλες. Όλα από τα χέρια της νοικουράς.


Το βράδυ έρχονται οι επισκέπτες, συγγενείς, γείτονες, φίλοι, γεμίζει το σπίτι όχι μόνο ανθρώπους αλλά και εγκάρδιες εκδηλώσεις, σφιχτές χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά, αγάπη. Ενα μόνο λειπει, το δώρο. Τούτη την άχρηση πολυτέλεια δεν την συνηθίζαμε.


Κάθονται οι επισκέπτες, σφιχτά ο ένας κοντά στον άλλον (μικρό το σαλονάκι), και προσπαθούν να βρουν κάτι να πουν να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα. Η κοπέλα που μπαίνει με τον δίσκο τους βγάζει από την αμηχανία. Ένας μεγάλος δίσκος με μικρά ποτήρια, μ' ένα ποτό και μεγάλα ποτήρια με νερό και στη μέση ένας κεσές με γλυκό του κουταλιού, πλάι μικρά κουταλάκια. Παίρνει ο καθένας γλυκό με ένα κουταλάκι, πίνει το νερό του και στη σειρά ένα ποτηράκι με ποτό και χαιρετά " χρόνια πολλά!" και μαζί όσες ευχές έχει στην καρδια του γι' αυτόν που γιορτάζει. Στο δεύτερο γύρο, άλλος δίσκος με πιατάκια του γλυκού το καθένα, κουραμπιέδες, αμυγδαλωτά, παντεσπάνι, μπακλαβού, όλα επίσης από τα αχέρια της γυνάικας, της μάνας, της αδελφής.


Στο μεταξύ έρχονται άλλοι, ο χώρος είναι μικρός, φεύγουν λοιπόν οι πρώτοι και κάθονται οι καινούργιοι. Αυτό γίνεται και πέρα από τα μεσάνυχτά!


Αχ!!! Αυτή η μυρωδάτη ατμόσφαιρα γλυκαίνει το παρόν και το μέλλον μου.