Πότε πέρασαν είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια. Για βάλε με το νου σου. Είκοσι τρία. Ο νους όμως δεν έχει χάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Η καρδιά Έφης ακόμα χτυπά στην ανάμνηση αυτής της μεγάλης πυρκαγιάς.
Εργαζόταν τότε στον τέταρτο όροφο μιας εταιρίας. Ήταν οι πρώτες μέρες της εκεί. Γεμάτη χαρά για την πρόσληψη είχε μόνιμα αντί για κραγιόν ένα τεράστιο χαμόγελο που θα το ζήλευε ακόμα και οι πιο γνωστές μάρκες καλλυντικών. Ας είναι. Εκείνο το μεσημέρι που γέμισε καπνούς το κτήριο και φωνές και σειρήνες και βογγητά, είχε χαθεί μέσα στο φόβο της. Κούρνιασε κάτω από το γραφείο της. Μπέρδεψε τη φωτιά με το σεισμό. Ακούνητη. Με λυγμούς που έβγαιναν πνιχτά από τα βάθη της καρδιάς της. Έβλεπε τους συναδέλφους της που έτρεχαν και πολύ θα ήθελε να τους ακολουθήσει. Μα την είχε αιχμαλωτίσει ο πανικός.
Ώσπου μέσα από τις φλόγες πρόβαλε ένας πυροσβέστης κρατώντας τη σωτηρία της στα χέρια του. Μαζί προχώρησαν ως την έξοδο. Σιγά σιγά. Προσεκτικά. Κι ας έπεσε πάνω στο πόδι του μια φλεγόμενη κολώνα. Κατάφεραν και βγήκαν ζωντανοί. Κοιτάχτηκαν. Τα μάτια τους είχαν γεμίσει δάκρυα. Αυτά φέρνει ο καπνός και η ευγνωμοσύνη.
Οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί για τον νεαρό πυροσβέστη. Δεν θα μπορούσε να ξαναχρησιμοποιήσει το πόδι του όπως παλιά.
Χθες το απόγευμα για πρώτη φορά άφησε την πατερίτσα του πήρε από το χέρι την κορούλα τους και πήγανε μαζί την πρώτη τους βόλτα στον διάδρομο. Η κόρη τους και αυτός. Ο άνδρας της Έφης. Για πάντα.
Tuesday, October 23, 2012
Ο πυροσβέστης
Thursday, October 18, 2012
Ο Έκτορας
Θα’ναι και πέντε χρόνια που έχουν περάσει από κείνη την ανοιξιάτικη μέρα του Οκτώβρη. Σχεδόν καλοκαιρινή. Ο χειμώνας παραμόνευε πίσω από κάποια μικρά ξεχασμένα σύννεφα καιροφυλακτώντας την κατάλληλη στιγμή για να κάνει την επίθεση του. Αρπακτικό με τα όλα του. Ήταν Πέμπτη. Ήταν ένα παράξενο πρωινό. Ακόμα το θυμάται. Είχε ξυπνήσει και για ώρα προσπαθούσε να σηκώσει από το στήθος της την βαριά πλάκα που της έκοβε την ανάσα.
Όταν τα κατάφερε, άνοιξε τα παράθυρα στον πρωινό ήλιο. Ξαφνικά δίχως να ξέρει το πώς και το γιατί ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. Το ρεπό της θα το περνούσε στο κέντρο φύλαξης αδέσποτων ζώων. Ολο το σχεδίαζε να πάει και όλο το ανέβαλε. Μέχρι σήμερα.
Ο Έκτορας ήταν στα τελευταία του. Ξαπλωμένος. Ακούνητος. Η ευθανασία του χτυπούσε τη πόρτα. Δίχως δεύτερη σκέψη η Γιάννα τον πήρε στο σπίτι της. Πέρασαν μαζί πολλά. Ο Εκτορας ζωντάνεψε και έφερε την αγάπη στο σπίτι. Ήταν για τη Γιάννα το κομμάτι που έλλειπε από τη ζωή της.
Τελευταία όμως εκείνη αρρώστησε. Απόκτησε επιληπτικές κρίσεις. Μαύρα σύννεφα στάθηκαν στην οροφή του σπιτιού της. Οι κρίσεις ήταν σα μαστίγωμα, άγριο. Όμως ο Έκτορας, παράξενο, πριν ακόμα να εκδηλωθούν και ορμίσουν για να πνίξουν τη Γιάννα, το καταλάβαινε. Άρχιζε να γαυγίζει δυνατά, υστερικά. Πήγαινε πάνω κάτω, χοροπηδούσε, φώναζε. Αυτό μέχρι να γαντζωθεί η Γιάννα και να μη βυθιστεί για τα καλά στην μαύρη ρουφήχτρα που την τραβούσε στην άβυσσο. Συνερχόταν. Αγκάλιαζε τον Έκτορα. Κλαίγανε μαζί.
Ο Έκτορας έγινε ο σκύλος φύλακας της . Τη ζωή που του χάρισε εκείνη της την ανταποδίδει τώρα εκείνος και με το παραπάνω.
Monday, October 15, 2012
H Γεωργία
Πρωί πρωί ο δρόμος είχε γεμίσει απο κόσμο. Λες και ο ήλιος παίζει στη φλογέρα του κάποιο μαγικό τραγούδι για να ξυπνήσει τους νυσταγμένους ταξιδιώτες της καινούργιας εβδομάδας.
Οσα καταστήματα λειτουργούν ακόμη άνοιξαν δειλά δειλα τις πόρτες τους με την κρυφή αισιοδοξία οτι σήμερα κάτι μπορεί να γίνει, κάτι ν αλλάξει. Μπροστά απο το κατάστημα ρούχων του κυρ Θανάση περνούσε η Άννα με το εξάχρονο κοριτσάκι της. Χέρι με χέρι περπατούσαν μέχρι τη γωνία για να μπει η μικρή στο σχολικό που περίμενε υπομονετικά.
Ξαφνικά η Γεωργία σταματά. Στυλώνει τα μάτια της κάπου ανάμεσα στο πλήθος.
«Μαμά, μαμά!» φωνάζει.
Η Άννα δίχως να σταματήσει τη σέρνει με πιο πολλή δυναμη. Δεν έχει χρόνο για τίποτα τώρα. Στη δουλειά της οι απολύσεις πέφτουν σαν βόμβες. Να μη δώσει το παραμικρό δικαίωμα. Πρέπει να βιαστεί.
Η Γεωργία δεν σταμάτησε να φωνάζει και να δείχνει κάπου ανάμεσα στο κόσμο
«Μαμά, μαμά, μια νεράιδα! Κοίτα! Να εκεί! Κοίτα! Μια νεράιδα!»
Η Άννα σταμάτησε εκνευρισμένη. Κοιτάει δεξιά και αριστερά και όπως σκύβει προς τη Γεωργία της ρίχνει ένα δυνατό χαστούκι.
«Αχ!» κράτησε η μικρή το μάγουλό της που κοκκίνησε αμέσως. Σαν τη ψυχή της.
«Αυτό για να μάθεις να με κάνεις ρεζίλι στη μέση του δρόμου και να με καθυστερείς απο τη δουλειά μου! Σου έχω πει χιλιάδες φορές οτι δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα! Κατάλαβες; Προχώρα τώρα! Αμα πιά!»
Η Γεωργία θα μεγαλώσει και θα βλέπει το κόσμο μέσα απο τα θολά μάτια της μάνας της.
Στο μεταξύ οι νεράιδες θα κυκλοφορούν ένα γύρω, δίχως να τις βλέπει κανείς απο μας τους μεγάλους.
Thursday, October 11, 2012
Η Αργυρώ
Πάει ένας χρόνος ήδη απο τότε που η Αργυρώ αρρώστησε. Ξαφνικά ένα απόγευμα ένα αόρατο μαύρο σύννεφο, που ήταν κρυμμένο στο λαβύρινθο της ψυχής της, σκέπασε τη ζωή της. Την κάλυψε απαλά σαν ένα σάββανο. Εβγαλε σιχαμερές προβοσκίδες και ρουφούσε αργά, ηδονικά κάθε λαχτάρα για ζωή που ξεπηδούσε σαν πράσινο φύλλο στο βοριά.
Είπαν οι γιατροί πως έχει κατάθλιψη.
Οι γονείς της αναστέναξαν και ανασκουμπώθηκαν. Η Αργυρώ ήταν η μονάκριβη κόρη τους και δεν είχαν σκοπό να την αφήσουν στο έλεος του σκοταδιού. Οπως θα έκανε κάθε σωστός γονιός την πηγαινοέφερναν στους καλύτερους γιατρούς. Της πρόσφεραν ταξίδια, δώρα.
Μάταια, όλα μάταια.
Στο βάθος της ψυχής της εκείνη ήξερε πως κάτι νιώθει για τους γονείς της, μα δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει. Είχε θολώσει το τοπίο της και διέκρινε μόνο το μαύρο.
Το σχολείο το συνέχιζε. Με ζόρι βέβαια, μα δεν το παράτησε.
Μάλιστα είχε και ένα τετράδιο, σαν πρόχειρο ήταν, που το χρησιμοποιούσε για να γράφει και να ζωγραφίζει την ώρα της παράδοσης. Δεν έβρισκε βέβαια νόημα ούτε εκεί. Την τελευταία σελίδα την είχε χωρίσει στα δύο. Αριστερά της κάθετης γραμμής έγραφε τον κατάλογο με τους δέκα λόγους που δεν ήθελε πια τη ζωή της. Δεξιά ήταν οι δέκα λόγοι για τους οποίους θα ήθελε να συνεχίσει να ζει. Κανένας λόγος δεν υπήρχε παρα μόνο αριθμοί. Ο ένας κάτω απο τον άλλον. Απο το ένα μέχρι το δέκα. Τίποτα άλλο.
Χθές το μεσημέρι όταν πήγε στο σπίτι δεν το βρήκε το τετράδιο. Της είχε πέσει απο τη τσάντα, μαζί με την κασετίνα της. Είχε χαλάσει το φερμουάρ και δεν είχε προλάβει να το φτιάξει. Στεναχωρέθηκε. Για άλλη μια φορά.
Σήμερα το πρωί βρήκε το τετράδιο και την κασετίνα της πάνω στο θρανίο της. Κάτι σα χαμόγελο τόλμησε να εμφανιστεί. Ολα τα μολύβια στη θέση τους. Ξεφύλισσε το τετράδιο. Επεσε το μάτι της στην τελευταία σελίδα. Ο κατάλογος με τους λόγους για να συνεχίσει να ζει ήταν συμπληρωμένος. Δέκα λόγοι.
«Και μου ταιριάζουν όλοι» σκέφτηκε καθώς λεφτερωνόταν το χαμόγελο και έτρεχε ευτυχισμένο σ όλο της το πρόσωπο.
Monday, October 8, 2012
Το πουκάμισο
Έχει παραγίνει το θέμα με την ομάδα των ψηλών από την τρίτη Γυμνασίου. Κάθε μέρα περνούν απο το γραφείο του διευθυντή. Στέκονται σαν στρατιωτάκια μπροστά απο το γραφείο του και ξεκαρδίζονται στα γέλια απο μέσα τους. Γελούν τόσο δυνατά ώστε δεν αφήνουν χώρο για τις φωνές του διευθυντή. Προσπαθεί να τους πάρει με το καλό. Να τους απειλήσει. Να του φοβερίξει με τους γονείς τους. Εχει περάσει ένας μήνας και παραπάνω απο την αρχή της χρονιάς. Δεν άλλαξε τίποτα.
Χθες πέρασαν απο το σχολείο οι γονείς τους. Με χίλια παρακάλια έπεισαν τον διευθυντή να τους κρατήσει για λίγο ακόμα, μέχρι να δουν τι θα γίνει.
«Μα υποφέρουν όλα τα μικρά» είπε εκείνος.
Με τα πολλά κατάφεραν και πήραν μια κάποια χρονική αναβολή.
Οι πέντε ψηλοί ήταν εκείνοι που κυριαρχούσαν στις μπασκέτες, στο βόλευ, στο προάυλιο.
Τα κορίτσια μυστικά τους θαύμαζαν και τους σκέφτοντα για αγόρια τους. Εκείνοι το ήξεραν και έκαναν τα πάντα για να αποδείξουν οτι άξιζαν τις σκέψεις τους.
Ο Αντώνης είναι πρωτάκι. Μαζεμένο . Δε ζητά καυγάδες. Τα μαθήματα του και την κιθάρα του. Αυτές είναι οι αγάπες του.
Σήμερα ήρθε στο σχολείο φορώντας ένα καρώ πουκάμισσο με χρωματιστά τετραγωνάκια. Εμοιαζε με ολάνθιστο κήπο. Οι ψηλοί δεν θα το άφηναν έτσι. Στο διάλειμμα επιτέθηκαν. Με σπρωξιές φανερές και κρυφές κατάφεραν να του το σκίσουν.
Εκτός απο τη βρωμιά τώρα είχε ποτίσει και απο τα δάκρυα του μικρού. Στεκόταν απ έξω απο τις τουαλέτες και προσπαθούσε να το συμμαζέψει για να πάει για μάθημα. Οι λωρίδες δεν γίνονται ξανά πουκάμισο. Παραπέρα οι τέσσερις ψηλοί χασκογελούσαν με το κατόρθωμά τους.
Το γέλιο τους πάγωσε όμως όταν είδαν τον πέμπτο της παρέας να πλησιάζει τον Αντώνη, να βγάζει το πουκάμισο του, να το δίνει στο μικρό, να τον βοηθάει να το φορέσει και να παίρνει εκείνος το σκισμένο.
Εχουν περάσει ώρες απο τότε και κανένας απο τους τέσσερις δεν έχει καταλάβει τι έγινε. Επειδή κανένας τους ακόμα δεν είχε τη τύχη να βαδίσει τους μυστικούς δρόμους της αγάπης.
Friday, October 5, 2012
Για την μέρα των εκπαιδευτικών
Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα’ αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
-Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.
Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
-Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ “ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ”
Εκδόσεις ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Wednesday, October 3, 2012
Η Σοφία
Χθες που ήταν Τρίτη 2 του Οκτώβρη η Σοφία γύρισε στο σπίτι της πολύ χαρούμενη. Τα πόδια της λες και είχαν βγάλει φτερά. Δεν πατούσε το χώμα. Θαρρείς πως βάδιζε σε άλλα μονοπάτια.
Η Σοφία ακριβώς πριν ένα χρόνο ξεκίνησε να προσφέρει μερικά απογεύματα της εβοδομάδας σε κάποιο κέντρο υποστήριξης αυτιστικών παιδιών. Το είχε καημό απο τότε που ήταν φοιτήτρια. Σπούδασε δασκάλα. Η αγάπη για τα παιδιά της φτέρωνε τη ζωή. Μια ανίκητη δύναμη την οδηγούσε. Μια και μοναδική. Η ανάγκη της να βλέπει τα προσωπάκια των παιδιών να χαμογελούν. Ιδίως σε τούτες τις εποχές που απαγορεύουν το χαμόγελο.
Στο κέντρο πέρασε ένα χρόνο. Της φάνηκε σαν πολύχρωμο ουράνιο τόξο.
Τα παιδιά με τη ψυχή τραυματισμένη γυρεύουν αποκούμπι. Κι ας μη μπορούν να το πουν με το στόμα. Τα μάτια τους, τα δάκρυα τους, τα χέρια που τρεμοπαίζουν σα να προσπαθούν να αγκαλιάσουν αόρατες παρουσίες στα μάτια των ανυποψίαστων, τα λένε όλα.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένα δεκάχρονο παιδί. Ενα χρόνο τώρα συνεννοούνται οι δυο τους με τις ματιές. Ολόκληρες ιστορίες υπομονής και αγάπης έχουν γραφτεί. Μέσα εκεί στις ιστορίες παραμονεύουν και δράκοι, και ήττες, και φωτιές. Ομως χθες ήταν η μέρα του επιλόγου.
Το μεσημέρι πριν φύγει η Σοφία πέρασε απο το Κωνσταντίνο, όπως κάθε μέρα.
Εκείνος στήλωσε το βλέμμα του πάνω στο δικό της. Τα χείλη του τρεμόπαιξαν και με μια φωνή που πρώτη φορά άκουγε η Σοφία είπε
«Σοφία σ ευχαριστώ πολύ. Εκανες τη ζωή μου όμορφη!»