Tuesday, June 12, 2012

Λόγια

Ποιος να το πίστευε! Πέντε χρόνια έχουν περάσει. Πέντε ολόκληρα χρόνια.
Τόσο καιρό είχε να μιλήσει με την μάνα του. Λες και πήρες ένα μαχαίρι και έκοψες στα δυο τον πόνο και την αγωνία της.
"Να το ξέρεις" του είχε πει "δεν μ αρέσει ο δρόμος που έχεις πάρει..δεν θα σε βγάλει σε καλό"
Κι εκείνος αλλοπαρμένος με φουσκωμένα τα πανιά από την έξαψη του καινούργιου και τον αναψοκοκκίνισμα της νιότης της είχε μιλήσει άσχημα.
"Με ποιο δικαίωμα επεμβαίνεις στη ζωή μου; Εσύ κοίτα να κλωσίσεις την μιζέρια σου και άσε εμένα να πάθω τα χειρότερα. Μη σου ξεφύγει μόνο κανένα σκαλοπάτι εκεί που καθαρίζεις σκάλες με το φθαρμένο σφουγγαρόπανο. Δεν μπορώ άλλο, τ ακους; Δεν μπορώ!"
"Γιε μου" επέμενε εκείνη "δεν είναι δρόμος αυτός για σένα...έχει παγίδες..έχει κινδύνους που δεν τους βλέπεις..."
"Αει παράτα με με μωρέ!" της πέταξε "Είσαι πεθαμένη και δεν το έχεις πάρει ακόμα είδηση"
Η ηχώ αυτής της συζήτησης στοίχειωνε τα χρόνια που πέρασαν. Μέχρι χθες.
"Πολύ τραυματισμένη βρέθηκε στο σπίτι της ηλικιωμένη..." άκουσε στις ειδήσεις και ένας κόμπος στάθηκε στο στήθος του. Ο χώρος του φάνηκε γνωστός. Το δάκρυ του ανέβλυσε καυτό.
Για πότε έφτασε στο νοσοκομείο δεν το κατάλαβε.
"Μάνα.." της είπε και της κράτησε το χέρι μουσκεύοντας της το με τα δάκρυα του
"Εκείνη μισάνοιξε τα μάτια της και ύστερα από πέντε χρόνια του είπε τις παρακάτω λέξεις που θα του μείνουν για πάντα ζωντανές στην καρδιά του
"Σ' αγαπώ γιε μου" και σάλπαρε για το ταξίδι της.
Μαζί της πήρε και όλο το βάρος από την καρδιά του γιου της να το αποθέσει στα σύννεφα του ουρανού ωστε εκείνος να μπορεί να πετάξει λεύτερος μέχρι εκεί που θέλει κι ακόμα πιο ψηλά.

Sunday, June 10, 2012

Βροχή

Από το πρωί φαινόταν οτι ο ουρανός ξύπνησε θυμωμένος. Τον ενοχλούσε το γαλάζιο του. Βιάστηκε να το καλύψει με γκρίζα και σκοτεινά σύννεφα. Χώρια που βροντοκοπούσαν οι πόρτες εκεί πάνω. Λες και μπαινόβγαιναν οι άγγελοι στα ουράνια δώματα ορμητικά.
Βιαστικά έφυγα για το γραφείο. Δίχως ομπρέλλα. Οι έγνοιες της μέρας που κατέφθανε σκοτεινιασμένη παρέσυραν τις σκέψεις μου μακριά. Οταν κατάλαβα την έλλειψη ήταν αργά.
Το απόγευμα δεν άργησε να φτάσει η βροχή. Αυστηρή. Επιθετική. Ωστόσο με την δική της μοναδική γλύκα.
Οι άνθρωποι τρέχουν εδώ κι εκεί να προστατευτούν. Ολοι έχουμε την εντύπωση πως το βασικό μας συστατικό, η ζάχαρη, θα λιώσει.
Τσαλαβουτώτας στις μικρές λιμνούλες που καθρέφτιζαν τον σκοτεινό ουρανό, σαν παιχνίδι που το λέγαμε κουτσό έφτασα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας. Με την άκρη του ματιού μου ωστόσο έπιασα μιαν εικόνα που με έκανε να σταματήσω στο λεπτό.
Μέσα στη μέση του δρόμου κυλούσε το καρότσι της μια γριούλα. Διχως δεύτερη σκέψη τρέχω κοντά της.
"Θέλετε να σας βοηθήσω; Να σπρώξω το καρότσι; Που πάτε; Να σας φέρω ομπρέλλα;"
"Οχι ευχαριστώ!" μου απάντησε "Είναι τόσο ωραία η αίσθηση της βροχής στο δέρμα μου. Γι΄αυτό βγήκα εξω!"
Κι ύστερα λέμε οτι του ουράνιο τόξο βγαίνει μετά τη βροχή. Ψέματα.

Friday, June 8, 2012

Ωκεανός

Ένα μικρό Ψαράκι είμαι.. "Συγνώμη", είπε ένα πολύ μικρό ψάρι του Ωκεανού, "Είσαι πιο μεγάλος από μένα, οπότε μπορείς να μου πεις πού μπορώ να βρω αυτό το πράγμα που λέγεται Ωκεανός;"
"Ο Ωκεανός", απάντησε το μεγαλύτερο ψάρι, "μα...είναι εδώ που βρίσκεσαι τώρα".
"Τι;  Αυτό;;" Μα αυτό είναι νερό!! Αυτό που ψάχνω είναι ο Ωκεανός" είπε απογοητευμένο το μικρό ψάρι και απομακρύνθηκε κολυμπώντας για να ψάξει κάπου αλλού.


Σταμάτα να ψάχνεις σα μικρό ψαράκι.
Δεν υπάρχει τίποτα  για να ψάξεις.
Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να κοιτάξεις!

Wednesday, June 6, 2012

αναγνώριση

Η φασαρία πέρασε έξω από την κλειστή πόρτα της αίθουσας. Ο διάδρομος είχε γεμίσει από μπερδεμένες φωνές. Κλωθωγυρίζουν γύρω από το θυμό και την αμηχανία. Αναστατώνονται από τις εσώτερες φωνές και θυμώνουν ακόμα πιο πολύ.
Μέσα στην αίθουσα ο αέρας είχε βαρύνει και είχε σωριαστεί στο πάτωμα.
"Εγώ κύριε επιμένω!" φώναξε για άλλη μια φορά ο Σπύρος. "Δεν μπορώ να καταλάβω την διαφορά ανάμεσα στο "διανοητικά ανάπηρος" και "διανοητικά άρρωστος".
"Σου είπα να μην το ξαναπείς!" από τα πίσω καθίσματα ακούστηκε η βραχνή φωνή του Θανάση. "Τι δεν καταλαβαίνεις;"
Ολοι ήξεραν πως η αδερφή του Θανάση πολεμούσε μια τέτοια αρρώστια.
"Αει παράτα με ρε!" του είπε ο Σπύρος ανάμεσα στις άλλες που έμοιαζαν σαν ταραγμένη θάλασσα. "Για μένα όλοι ίδιοι είναι. Απλά δεν γουστάρω να τους κάνω παρέα. Δεν γουστάρω. Εντάξει;"
"Σπύρο αμέσως στο γραφείο του Διευθυντή!" τσίριξε ο δάσκαλος που έβλεπε την κατάσταση να του ξεφεύγει από τον έλεγχο.
Επειδεικτικά εκείνος σηκώθηκε. Κλώτσησε την καρέκλα του καταπάνω στον Θανάση. Λίγο ακόμα ήθελε και θα του την πετούσε στο κεφάλι. Ο Θανάσης έκανε πως σηκώνεται να ανταποδώσει αλλά το ξανασκέφτηκε. Το βλέμμα του, τα είπε όλα.
Το κουδούνι δεν άργησε να σκορπίσει στον αέρα τις πληγές από τον πόλεμο.
Στην πόρτα σταματάει τον Θανάση ένας μικρόσωμος συμμαθητής. Από εκείνους τους ντροπαλούς που λες πως είναι αόρατοι. Σε κάθε τμήμα είναι κάποιοι σαν κι αυτόν.
"Σ' ευχαριστώ πολύ Θανάση" του είπε "Ολοι λένε τα ίδια πράγματα και για μένα, για την σχιζοφρένεια μου"
Εκείνη την ώρα πέρασε κάποιο συννεφο και ξέπλυνε με την βροχή του όλα τα λασπόνερα.

Monday, June 4, 2012

Αδικία

"Γιατί τόση αδικία Θεέ μου;" φώναξε ως τα έγκατα της ψυχής του.  "Δεν καταλαβαίνω τον τρόπο που απονέμεις δικαιοσύνη στο κόσμο! Αυτό το αεροπλάνο που έπεσε στη Νικαράγουα έπρεπε να πέσει πάνω στις παράγκες των φτωχών; Γιατί; Απάντησε μου! Γιατί;" έλεγε και ξανάλεγε μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.
"Ελα ησύχασε..." άκουσε μια φωνή από δίπλα του.
Γύρισε να δει. Θολή ήταν η μορφή ενός νεαρού άνδρα. Τα δάκρυα του δεν τον άφηναν να δει καθαρά
"Ποιος είσαι εσύ;" τον ρώτησε
"Θέλω να απαντήσω στις ερωτήσεις σου.." του είπε
"Δηλαδή, είσαι...είσαι..." δεν τολμούσε να ολοκληρώσει την πρόταση του
"Θα πάμε μαζί κάπου και θα σε αφήσω εκεί κρυμμένο" του είπε ο νέος εκείνος άνδρας, δίχως να απαντήσει στην ερώτηση για την ταυτότητα του. "Απο εκεί θα πάρεις τις απαντήσεις που ζητάς"
Προχώρησαν έξω από την πόλη. Σ άλλο χρόνο. Σ άλλο τόπο.
Σ' ένα λιβάδι βρέθηκαν. Το έκοβε σα μαχαίρι στα δυο ένας δρόμος. Στην όχθη του δρόμου ξεκουραζόταν μια βρύση. Κερνούσε γάργαρο νερό στον κουρασμένο ταξιδιώτη.
"Κρύψου σ εκείνου του δένδρου την κουφάλα και βλέπε" του είπε ο νεαρός και έφυγε
Δεν πέρασε ώρα και φτάνει στην βρύση ένας πλουσιος ταξιδιώτης. Τα ρούχα του, το παρουσιαστικό του, το άλογο του μαρτυρούσαν τα πλούτη του. Ξεπέζεψε. Εφαγε. Ηπιε νερό και πήρε να μετρά το σακούλι με τα νομίσματα του. Εκατό χρυσά. Τα μέτρησε και δεύτερη φορά. Σηκώθηκε να φύγει. Στην απροσεξία του δεν κατάλαβε οτι του έπεσε το σακούλι και χάθηκε μέσα στα χόρτα.
Σε λίγο φτάνει δεύτερος ταξιδιώτης. Σταματά κι εκείνος να πιει νερό, να δροσιστεί. Κάνει έτσι και βρίσκει το πουγγί με τα χρυσά. Το παίρνει και φεύγει τρέχοντας.
Τρίτος διαβάτης φτάνει. Φτωχός. Δύσμοιρος. Ξαποστάζει. Βγάζει από το σακούλι του λίγο ψωμί και το μασουλάει. Την ώρα εκείνη ορμά σαν ταύρος ο πρώτος ταξιδιώτης κατα πάνω του. "Τα λεφτά μου!" του λέει "Φέρτα!" Ο φτωχός δεν καταλάβαινε. Στην απελπισία του ο πρώτος τον δέρνει τόσο πολύ που τον αφήνει νεκρό και φεύγει στεναχωρημένος.
"Λοιπον;" ρώτησε ο νεαρός που εμφανίστηκε θαρρείς πάλι από το πουθενά
"Αδικία! Μεγάλη αδικία!" απάντησε θυμωμένα
"Για να δεις πως αν και δεν βλέπεις καθαρά απαιτείς κάτι που νομίζεις εσύ σωστό μάθε τούτο: Ο δεύτερος διαβάτης είχε ένα χωράφι. Ο γείτονας του ήταν ο πρώτος. Ο πλούσιος. Κατάφερε και του το πήρε για πενήντα χρυσά. Ο δεύτερος παρακαλούσε για δικαιοσύνη. Στο τέλος όπως είδες πήρε πίσω τα χρήματα του και μαλιστα διπλά. Ο τρίτος, ο φτωχός είχε εγκληματίσει. Γυρνούσε εδώ κι εκεί για εξιλέωση. Παρακαλούσε να βρει τον ίδιο θάνατο με τον οποίο σκότωσε κι εκείνος μια φορά. Οσο για τον πρώτο σε λίγο θα ζητήσει καταφύγιο σε μοναστήρι για να βρει τον εαυτό του και να σώσει τη ψυχή του."
Αφωνος εκείνος παρακολουθούσε την εικόνα που δεν γνώριζε να ξετυλίγεται θαυμαστά μπροστά στα μάτια του.
"Δεν τα ξέρουμε όλα..." μουρμούρισε
"Και παρόλα αυτά αξιώνουμε να ισχύει η μισή μας αλήθεια ως ολόκληρη..." είπε ο νέος και εξαφανίστηκε με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε.

Sunday, June 3, 2012

Λίγο ακόμη

Το πρωινό της Κυριακής μια υπέροχη ευκαιρία για περίπατο στο πάρκο.
Μια γυναίκα κάθεται δίπλα σε έναν άνδρα σε κάποιο παγκάκι, κοντά στην παιδική χαρά.
"Αυτός είναι ο γιος μου" ειπε η γυναίκα στον άνδρα δείχνοντας το αγοράκι με το κόκκινο μπλουζάκι. "Του αρέσει πολύ να κάνει τσουλίθρα"
"Είναι υπέροχος"! είπε ο άνδρας. "Η κόρη μου είναι το κοριτσάκι με το άσπρο φόρεμα. Της αρέσει να κάνει ποδήλατο."
Σε λίγο κοίταξε το ρολόι του και φώναξε στην κόρη του:
"Τι λες πάμε;"
Το κορίτσι τον παρακάλεσε:
"Πέντε λεπτά ακόμα μπαμπά!"
Εκείνος της έγνεψε καταφατικά και εκείνη συνέχισε χαρούμενη να κάνει βόλτες με το ποδηλατάκι της.
Ύστερα από λίγο της ξανακάνει νόημα:
"Μήπως να πηγαίναμε τώρα;"
"Πέντε λεπτά ακόμα μπαμπάκα μου, σε παρακαλώ!" τον ξαναπαρακάλεσε.
Εκείνος χαμογέλασε και είπε"
"Εντάξει"
"Πρέπει να είστε πολύ υπμονετικός πατέρας" σχολίασε η γυναίκα που καθόταν δίπλα του.
Ο άνδρας χαμογέλασε και είπε"
"Ο μεγάλος της αδελφός ο Γιάννης, σκοτώθηκε σε τροχαίο πέρυσι. Τον χτύπησε ένας μεθυσμένος οδηγός την ώρα που έκανε ποδήλατο εδώ κοντά. Και τι δεν θα έδινα για πέντε λεπτά με τον γιο μου. Ορκίστηκα να μην ξανακάνω το ίδιο λάθος με την κόρη μου. Αυτή νομίζει οτι της δίνω άλλα πέντε λεπτά να παίξει με το ποδήλατο της. Η αλήθεια είναι οτι κερδίζω εγώ πέντε λεπτά παραπάνω που την βλέπω να χαίρεται."


Μήπως να δίναμε σήμερα και εμείς πέντε λεπτά από τον χρόνο μας σε κάποιον που αγαπάμε;

Friday, June 1, 2012

καλοκαίρι

Μια μέρα σας τις άλλες ξημέρωσε. Οι ίδιες προγραμματισμένες κινήσεις. Είναι φορές που λες να μετράς μόνο και θα γίνουν από μόνες τους. Μέχρι να πεις οκτώ είσαι ήδη μέσα στο αυτοκίνητο για να βάλεις κι εκεί τον αυτόματο.
Το γραφείο στη θέση του. Οι συνάδελφοι το ίδιο. Σα φωτογραφία από τα παλιά η εικόνα που αντικρύζω τα πρωινά. Εγινε ασπρόμαυρη. Εχει έρθει μια καινούργια συνάδελφος. Μάλιστα εχει εγκατασταθεί εκεί και δεν λέει να μετακινηθεί. Πηγαίνει από γραφείο σε γραφείο και ενοχλεί τους συναδέλφους μου. Παρόλο που κανεις δεν θέλει να κάνει παρέα μαζί της, εκείνη επιμένει. Την λένε Κατάθλιψη.
Μόλις πήρα θέση στο γραφείο μου άνοιξα τον υπολογιστή να δω τις εκρεμμότητες ένοιωσα μια παρουσία δίπλα μου. Αν ήταν εκείνη δεν ήθελα να γυρίσω να την κοιτάξω. Ωστόσο η φωνή της Δώρας έδιωξε τους φόβους μου.
"Είσαι καλά σήμερα;" με ρώτησε
"Το σημερα δεν είναι καλά!" της είπα "Εγώ είμαι μια χαρά" και της έστειλα το χαμόγελο μου. Εκείνο το καλό. Που ξέρει να παραπλανεί και να διώχνει τους ενοχλητικούς
"Θες να πάμε εδώ δίπλα στην καφετέρια όταν κάνεις διαλειμμα;" επέμενε
Βρεθήκαμε εκεί. Οι δυο μας.
Παραξενεύτηκα. Τι να ήθελε; Δικαίωμα δεν είχα δώσει σε κανέναν. Εκανα τον άνετο, τον χαρούμενο. Τους είχα ξεγελάσει. Τι να γύρευε τώρα αυτή;
Οσην ώρα με περιτριγύριζαν αυτές οι σκέψεις, σαν τις μύγες, εκείνη τις παραμέρισε και με αγκάλιασε τόσο ζεστά που εκείνο που κατάτρωγε την ψυχή μου δεν άντεξε άλλο. Βγήκε με έναν αναστεναγμό. Της τα είπα όλα. Η αγκαλιά της, η απύθμενη καρδιά της που ξέρει να μιλά, ήταν το γιατρικό.
Πέντε μήνες είχαμε να μιλήσουμε για κάτι προσωπικό. Κι όμως σήμερα, πρώτη μέρα του καλοκαιριού από την χαραμάδα της σιωπής πέρασε επιβλητικός ο ήλιος και έλαμψαν όλα.
Δεν εχει χώρο για να κρυφεί κάποιος στις σκιές. Στο τέλος το καλοκαίρι θα'ρθει.