Τώρα που έκλεισε το σχολείο και φιληθήκαμε για να ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον καλό Πάσχα, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται:
"Τι είδουςδάσκαλος είμαι αλήθεια;"
Κατέληξα σε σπουδαία συμπεράσματα.
Ξέρω πως είμαι ένα αποφασιστικό στοιχείο στη τάξη.
Επειδή από την δική μου προσέγγιση εξαρτάται το κλίμα, από την δική μου διάθεσή ο καιρός μέσα εκεί είναι καλός η κακός.
Ξέρω πως έχω πολύ μεγάλη δύναμη.
Μπορώ εύκολα να κάνω τη ζωή ενός παιδιού η μίζερη ή χαρούμενη.
Μπορώ να γίνω ένα εργαλείο βασανισμού ή ένα εργαλείο έμπνευσης.
Μπορώ να εξευτελίσω αλλά μπορώ και να εξανθρωπίσω. Να προκαλέσω πόνο αλλά και να θεραπεύσω.
Να επιλέγω πως διαχειρίζομαι τις κρίσεις: ανθρώπινα η δικτατορικά.
Με αυτές τις σκέψεις, αγκάλιασα πιο σφιχτά τα παιδιά.
Μέχρι να τα ξαναβρεθούμε.
Friday, April 6, 2012
δάσκαλος
Thursday, April 5, 2012
Καθρέφτης
Μια φορά ένας άνδρας με τον γιο του περπατούσαν μέσα στο δάσος. Ξαφνικά το αγόρι σκουντουφλά και πέφτει κάτω. Είχε χτυπήσει στο πόδι του και φώναξε δυνατά.
- ΑΑΑΧΧΧ!
Ξαφνιασμένος, ακούει την φωνή του να επιστρέφει:
- ΑΑΑΧΧΧ!
Παραξενεμένος φωνάξει:
- Ποιός είσαι;
Όμως την μοναδική απάντηση που παίρνει είναι:
- Ποιός είσαι;
Θυμωμένος τώρα κάνει αγριεμένα:
- Είσαι δειλός!
Και η φωνή απαντά:
- Είσαι δειλός!
Γεμάτος περιέργεια ρωτά τον πατέρα του.
- Τι συμβαίνει πατέρα; τι γίνεται εδώ;
- Πρόσεξε γιε μου, του λέει εκείνος και φωνάζει:
- Σε θαυμάζω!
Η φωνή απαντά:
- Σε θαυμάζω!
Ο πατέρας φωνάζει για άλλη μια φορά:
- Είσαι υπέροχος!
Η φωνή απαντά:
- Είσαι υπέροχος!
Το αγόρι ακόμα πιο έκπληκτο από πριν, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Υστέρα ο πατέρας πιάνει να εξηγήσει στον γιο του:
Το φαινόμενο αυτό, οι άνθρωποι το λένε ΗΧΩ, αλλά στ' αλήθεια είναι ΖΩΗ. Επειδή εκείνη σου επιστρέφει αυτό που της δίνεις. Η ζωή είναι ένας καθρέφτης των πράξεών σου. Αν θέλεις πιο πολλή αγάπη, τότε να δώσεις πολλή αγάπη! Αν θέλεις κατανόηση, τότε δώσε κατανόηση. Αν θέλεις οι άνθρωποι να σε υπομένουν, τότε να τους υπομείνεις και εσύ. Αυτός είναι ο κανόνας και έχει εφαρμογή σε κάθε τομέα της ζωής μας!
Η ζωή σου με άλλα λόγια είναι όχι απλά μια σύμπτωση από τυχαία γεγονότα αλλά ένας καθρέφτης του ίδιου σου του εαυτού!
Wednesday, April 4, 2012
το χτύπημα
Ένα νεαρό και επιτυχημένο στέλεχος εταιρείας, οδηγούσε το καινούργιο του ακριβό αυτοκίνητο κάπως γρήγορα σε μία όχι και τόσο καλόφημη γειτονιά . Είχε το νου του μην τυχόν πεταχτεί κάποιο παιδί ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Κάποια στιγμή νόμισε πως είδε κάτι να κινείται. Πάτησε απαλά το φρενο. Αντί να εμφανιστεί κάποιο παιδάκι, ένα τούβλο έσκασε με δύναμη πάνω στην πόρτα του συνοδοιγού.
Σταμάτησε απότομα και κάνοντας όπισθεν κατευθύνθηκε στο σημείο που του είχαν πετάξει το τούβλο.
Φανερά θυμωμένος πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητό του, κι άρπαξε έναν μικρό που βρήκε κοντά του. Τον έσπρωξε και τον κόλλησε με την πλάτη σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, φωνάζοντας:
«Γιατί το έκανες αυτό και ποιος είσαι; Τι νομίζεις ότι κάνεις; Στο καινούργιο μου αμάξι; Βλέπεις τι έκανες; Γιατί; Με ξέρεις; Σου έχω κάνει κάτι;"
Το νεαρό αγόρι απολογητικά του είπε:
«Σας παρακαλώ κύριε! Σας παρακαλώ,! Ζητώ συγνώμη, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω! Πέταξα το τούβλο γιατί κανένας δεν σταματούσε.»
Με δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό του και στο σαγόνι του, το αγοράκι έδειξε πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.
«Είναι ο αδερφός μου!» είπε «Το αναπηρικό του καροτσάκι αναποδογύρισε στο πεζοδρόμιο, αυτός έπεσε έξω κι εγώ δεν μπορώ να τον σηκώσω».
«Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε να τον βάλουμε πίσω στο αναπηρικό του καροτσάκι; Είναι χτυπημένος και είναι πολύ βαρύς για να τον σηκώσω μόνος μου». ζήτησε ο μικρός από το νεαρό
Ο οδηγός εμβρόντητος, προσπάθησε να συνέλθει, σήκωσε γρήγορα το ανάπηρο αγόρι και το καροτσάκι του, έπειτα πήρε ένα χαρτομάντηλο και περιποιήθηκε πρόχειρα τις πληγές του αγοριού.
Με μια ματιά που του έριξε κατάλαβε πως τα τραύματα ήταν επιφανειακά κι όλα θα πήγαιναν καλά.
«Σε ευχαριστώ, ο Θεός να σε έχει καλά...» είπε το αγοράκι στον ξένο.
Ο οδηγός ταραγμένος ακόμη, απλά κοιτούσε το αγοράκι να σπρώχνει το καροτσάκι με τον αδερφό του πάνω στο πεζοδρόμιο πηγαίνοντας για το σπίτι τους.
Γύρισε προς το αυτοκίνητο του αργά. Η ζημιά στο αυτοκίνητο ήταν εμφανέστατη αλλά ο νεαρός ποτέ δεν μπήκε στην διαδικασία να την επιδιορθώσει. Άφησε τη ζημιά να υπάρχει για να του θυμίζει το μήνυμα πως απο δω και πέρα δεν θα χρειαστεί να του πετάξει κάποιος πέτρα για να μη τρέχει και παραβλέπει τόσο εύκολα.
Tuesday, April 3, 2012
συζήτηση
Ξύλινος ο καναπές στην αίθουσα αναμονής. Χωράνε δεν χωράνε τέσσερις άνθρωποι. Συνήθως στριμώγνονται οκτώ με δέκα κάθε πρωί.
Κατα τις δέκα η αίθουσα γεμίζει με ανθρώπους που κουβαλούν μαζί με την αγωνία τους και ένα φάκελο με χαρτιά. Τα γκισέ χωρίζουν την μια αγωνία από την άλλη. Από τη μέσα μεριά ο υπάλληλος χαμένος μέσα στην αβεβαιότητα της ζωής του ελέγχει τα δικαιολογητικά της αβεβαιότητας του δικαιούχου για το επίδομα ανεργίας. Το ξέρουν οτι η τζαμαρία που τους χωρίζει είναι πέρα για πέρα πλασματική.
Κι έτσι όλα τα πρωινά το γραφείο αυτό υποδέχεται και αποχαιρετά ελπίδες και απογοητεύσεις.
Ο Ανδρέας είναι μέρες τώρα που πηγαινοφέρνει το φάκελο του προσπαθώντας να προσθέσει τα δικαιολογητικά που του χρειάζονται.
Σήμερα νιώθει πως δεν έχει άλλη δύναμη. Εφτασε εδώ μόνο και μόνο από συνήθεια. Επειδή του έγινε απαραίτητη η επίσκεψη στα γραφεία. Τον γεμίζει. Αισθάνεται οτι εργάζεται. Κι ας έχει παγώσει το μέσα του. Κάθεται στην άκρη του καναπέ με το γκρι φάκελο στα γόνατά του. Σαν να χορεύει εκεί το μικρό του γιο που δεν αξιώθηκε ακόμη να φέρει στο κόσμο.
"Για ποιο λόγο άλλωστε"...
Οι σκέψεις του είναι τόσο βαριές ώστε δεν έχει τη δύναμη το κεφάλι του να τις αντέξει και γέρνει προς τα εμπρός. Σαν τους γέρους που τους παίρνει ο ύπνος συχνά, σαν προπόνηση...
Τα μάτια του βαραίνουν ωστόσο δεν αφήνεται να παρασυρθεί.
"Κατάθλιψη" του έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου
Σήκωσε τα μάτια του για να δει ποιος αριθμός εξυπηρετείται και αντι γι αυτό συνάντησε άλλα δύο μάτια να τον κοιτούν
Τίναξε το κεφάλι του δυο φορές για να βεβαιωθεί οτι δεν ονειρεύεται
Μπροστά του βρισκόταν τα ωραιότα μάτια που είχε δυο εδώ και πολύ καιρό.
Τους χαμογέλασε.
Το χαμόγελο επέστρεψε σε κείνον.
Δεν μιλούσαν τα χείλη. Παρα μόνο τα μάτια. Οσα είπαν κρατήθηκαν μυστικά από τους άλλους που περνούσαν αδιάφοροι και βιαστικοί.
Ηταν η ωραιότερη κουβέντα που είχε ποτέ με έναν άνθρωπο. Το ωραιότερο χαμόγελο του είχε δει ποτέ. Η πιο χαριτωμένη σανίδα σωτηρίας στο πέλαγο της απόγνωσής του.
Κυρίως επειδή όλα αυτά ανήκαν σε μια κοπέλα που καθόταν σε αναπηρικό καροτσάκι.
Monday, April 2, 2012
Θέε μου μη με ελεήσεις
Η συνεισφορά μου στην σημερινή παγκόσμια μέρα παιδκού βιβλίου με αφορμή τη γέννηση του Χάνς Κρίσταν Αντερσεν.
Ενα παραμύθι από τα μέρη μου..
Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ορφανός τσομπανάκος.
Μπορεί να είχε ξεχάσει πολλά από τους γονείς του, όμως θυμόταν τα λόγια της προσευχής που του είχαν μάθει:
« Θεέ μου μη με ελεήσεις».
Ζούσε σαν τους γονείς του, συντροφιά με τα αρνιά και τη φλογέρα του. Κάθε βράδυ στάυρωνε το προσκέφαλό του και έλεγε την προσευχή του :
«Θεε μου μη με ελεήσεις».
Γράμματα δεν ήξερε καθόλου.
Μια χειμωνιάτικη μέρα είχε κακό καιρό. Δυνατός αγέρας ξερίζωνε τα δένδρα. Σε μια σπηλιά μαζί με τα αρνιά του καθόταν και περιμενε να περάσει η κακοκαιρία. Ξαφνικά έγινε σωστός χαλασμός. Ο τσομπανάκος σηκώθηκε και αγνάντευε το αφρισμένο πέλαγος.
Μέσα σε εκείνη την αντάρα, παρατήρησε ένα βαπόρι που κινδύνευε. Ο μικρός αποφάσισε να κατέβει κάτω για να βοηθήσει κανέναν ναυαγό. Φροντίζει να ασφαλίσει τα αρνιά και κατηφορίζει. Ομως το βαπόρι δεν γλύτωσε. Τσακίστηκε στα βράχια. Οι ναυαγοί ευτυχώς σώθηκαν. Εκείνοι χάρηκαν που τον είδαν. Τους είπε να μη χάνουν την ελπίδα τους γιατί όλο και κάποιο βαπόρι θα περνούσε από τα μέρη αυτά και θα τους πάρει.
Τους ανεβάζει στην σπηλιά και τους περιποιήθηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Τους φίλεψε με ότι είχε. Οι ναυαγοί ευχαριστήθηκαν και είπαν πως ο Θεός τους λυπήθηκε και τους έστειλε αυτόν τον τσομπανάκο.
Ενας παπάς που ήταν μέσα στους ναυαγούς, άκουσε τον μικρό να προσέυχεται το βράδυ λέγοντας
"Θεε μου μη με ελεήσεις" .
Τον μάλωσε. Τον συμβούλεψε να λέει
" Θέε μου ελέησε τον κόσμο και εμένα"
"Κρίμα" είπε ο μικρός, "να μην μου το μάθει αυτό η μάνα μου". Βάλθηκε λοιπόν να μάθει αυτή την καινούργια προσευχή μέχρι που αποκοιμήθηκε ευτυχισμένος. Αυτό συνεχίστηκε για τρείς μέρες.
Την τρίτη αυγή ένα βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα.
Τρέχουν. Ανάβουν φωτιά για σινιάλο.
Τους βλέπουν από το βαπόρι και σε λίγο έρχεται η βάρκα να τους πάρει.
Λίγοι λίγοι και προσεκτικά μπηκαν μέσα. Ευχαρίστησαν τον τσομπανάκο για όσα είχε κάνει γι' αυτούς και ανοίχτηκαν στη θάλασσα.
Υστερα εκείνος επέστρεψε στην σπηλιά του.
"Ας πάνε λοιπόν στην ευχή του Θεού" μονολόγησε. Ομως στεναχωρέθηκε αμέσως επειδή δεν θυμόταν την προσευχή που του είχε μάθει ο παπάς.
Οι βάρκες είχαν ήδη φτάσει στο καράβι. Ο τσομπανάκος άρχιζε να φωνάζει. Τον άκουσαν εκείνοι, αλλά δεν μπορεσαν να κάνουν τίποτα από τόση απόσταση. Εκείνος όμως έριξε την κάπα του στη θάλασσα και έκανε το ραβδί του κουπί. Ο μικρός όλο ζύγωνε και φώναζε:
"παπά, πως είναι η προσευχή που μου έμαθες;"
Ο παπάς κατάπληκτος , χώρια που του φάνηκε πως είδε και φωτοστέφανο, του είπε
"Ο Θεός αγαπά την δική σου προσευχή. Αυτή που σου έμαθε η μάνα σου".
"Δεν θα σκάσω" είπε εκείνος και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Από τότε ο μικρός τσομπανάκος ζούσε ευτυχισμένος λέγοντας την προσευχή που του είχε μάθει η μάνα του.
Ακόμα ζει καλά και ευτυχισμένα.
Sunday, April 1, 2012
Σ' αγαπώ.
"Λοιπόν;" τον ρώτησε κοιτώντας τον ίσια στα μάτια
"Τι λοιπόν;" απάντησε εκείνος γυρίζοντας αργά την σελίδα της εφημερίδας του
"Δεν έχεις να μου πεις κάτι;" συνέχισε εκείνη παραμερίζοντας με το χέρι της την εφημερίδα για να αποκαλύψει τον πρόσωπο του άνδρα της
Εκείνος ήρεμα απόθεσε την εφημερίδα στο τραπέζι, ήπιε μια γουλιά από το καφέ του και ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας.
"Είσαι σίγουρη;" τη ρώτησε με το πιο ήρεμο ύφος του κόσμου
"Τι εννοείς;" ρώτησε εκείνη
"Είσαι σίγουρη οτι θέλεις να μάθεις;" ολοκλήρωσε την πρόταση του
Επεσαν με θόρυβο κάποια δευτερόλεπτα σιωπής στο πάτωμα
"Βέβαια!" είπε στο τέλος παίρνοντας θάρρος
"Ωραία λοιπόν, θα σου τα πω όλα, για όλους! Και κυρίως για μας" της είπε εκείνος
"Μια στιγμή!" τον διέκοψε "Μια στιγμή! Ποια όλα;"
"Οσα μας οδήγησαν εδώ που είμαστε! Στο κρυφτούλι που παίζουμε όλον αυτό το καιρό"
"Κρυφτούλι;"
"Μα και βέβαια! Κι εσύ ξέρεις, κι εγώ ξέρω. Τα ξέρουμε όλα"
"Ποια όλα δηλαδή;"
"Για την αγάπη μας που μετανάστευσε σε άλλες αγκαλιές..." είπε εκείνος κοιτώντας έξω από το παράθυρο σα να γύρευε να την ακολουθήσει
"Μη..." τρεμούλιασε η φωνή της "Μην το κάνεις αυτό..."
"Είδες λοιπόν;" της είπε εκείνος και άπλωσε να πάρει πίσω την εφημερίδα του
"Τουλάχιστον.." συνέχισε η γυναίκα "τουλάχιστον...για σήμερα...μπορείς να μου πεις έστω στα ψέματα, πως μ αγαπάς; Μπορείς;" σα να τον ικέτευε
"Μα και βέβαια!" είπε εκείνος καλωσυνάτα. "Σ αγαπώ καλή μου! Σ αγαπώ!"
Απρίλης
Ο Απρίλιος είναι ο τέταρτος μήνας κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Κατά το Ρωμαϊκό αποτελούσε το δεύτερο μήνα του έτους.
Ονομάστηκε έτσι από το λατινικό ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω, επειδή το μήνα αυτό ανοίγουν τα πάντα: τα δέντρα, τα λουλούδια, ο καιρός. Είναι ο κατεξοχήν μήνας της άνοιξης, γι' αυτό στην αρχαία Ρώμη ήταν αφιερωμένος στη θεά Αφροδίτη. Την τιμούσαν όλες οι γυναίκες με τον ίδιο τρόπο την 1υ του μήνα κάθε χρόνο αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο.
Ο Ιωάννης ο Λυδός ένας συγγραφέας του 6ου π.Χ. αιώνα γράφει: «Αι σεμναί γυναίκες (δηλαδή οι αρχόντισσες), «υπέρ ομονοίας και βίου σώφρονος ετίμων την Αφροδίτην», ενώ οι άλλες - «αι του πλήθους γυναίκες», όπως τις λέει - αυτές για να τιμήσουν την Αφροδίτη, πήγαιναν την πρωταπριλιά να λουστούν στα λουτρά των αντρών - πράγμα φυσικά έξω από τα καθιερωμένα - και στα μαλλιά τους φορούσαν στεφάνια από Mυρσίνη.
Πρωταπριλιά
Την πρωταπριλιά, όπως ξέρουμε, το 'χουν σε καλό να λένε ψέματα, να γελούν (με την ενεργητική σημασία του ρήματος), να κοροϊδεύουν τους άλλους. Γιατί άραγε;
Σε κάθε τόπο δίνουν και διαφορετική ερμηνεία. Στην Κομοτηνή το κάνουν ¨για να γίνουν τα κουκούλια τους», όταν βέβαια είχαν σηροτροφία. Στην Ανατολική Θράκη, για να κάνουν καρπό τα δέντρα τους. Στην Άντρο πάλι, λένε ψέματα την 1η του Μάρτη και όχι την Πρωταπριλιά.
Το έθιμο αυτό δε φαίνεται να είναι από αυτά που λέμε «γνήσια ελληνικά», με αρχαιοελληνική καταγωγή και ρίζες. Πιθανότατα μας έχει έρθει από τη Γαλλία.
Είναι ο μοναδικός μήνας της χρονιάς που το όνομά του φανερώνει την κατάσταση και τον χαρακτήρα της χρονικής περιόδου που καλύπτει, σε αντίθεση μ'όλους τους υπόλοιπους, που οι ονομασίες τους άγουν την ετυμολόγησή τους σε θεούς, αυτοκράτορες, ή στην αριθμητική τοποθέτησή τους μέσα στη χρονιά.
Στο αρχαίο αθηναϊκό μηνολόγιο αντιστοιχεί με τον μήνα Μουνιχιώνα, ο οποίος έλαβε το όνομά του απ'τη γιορτή της Μουνιχίας Αρτέμιδος. Το ιερό της θεάς βρισκόταν στον Πειραιά πάνω στο σημερινό λόφο του προφήτη Ηλία και σύμφωνα με την παράδοση είχε χτιστεί από τον μυθικό ήρωα Μούνιχο.
Ο λαός ονομάζει τον Απρίλη Ανθομήνα, γιατί φέρνει πολλά άνθη, Ξεροκοφινά και Τιναχτοκοφινίδη γιατί τότε εξαντλούνται οι φτωχικές συγκομιδές του γεωργού, Αηγιωργίτη απ'τον εορτασμό της μνήμης του Αγ. Γεωργίου (23) και Λαμπριάτη επειδή κατ'αυτόν συνήθως συμπίπτει ο εορτασμός του Πάσχα.
Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου θεωρείται χρονικό σύνορο κυρίως για τους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Ο αϊ-Γιώργης, μαζί με τον αϊ-Δημήτρη στις 26 Οκτωβρίου, είναι τα δύο συνόρατα του χρόνου. Απ'του Αγ. Γεωργίου αρχίζει το θέρος και ανεβαίνουν οι τσοπάνηδες στα βουνά, στις καλοκαιρινές τους βοσκές. Από του Αγίου Δημητρίου πάλι αρχίζει ο χειμώνας και το κατέβασμα στα χειμαδιά.
Το όνομα «Γεώργιος» είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γ'αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).
Ο αϊ-Γιώργης, ως καβαλάρης δρακοντοκτόνος, έχει σχέση με το νερό, το νερό το πόσιμο, της πηγής του πηγαδιού. Και η στέρηση αυτού του νερού τους μήνες του καλοκαιριού, ιδιαίτερα αν δε βρέξει αρκετά το χειμώνα, είναι στην Ελλάδα βάσανο μεγάλο. Ο αϊ-Γιώργης είναι όπως το λέει και το δημοτικό τραγούδι, ο ήρωας του παραμυθιού που σκοτώνει το θηρίο. Ποιο είναι το θηρίο; Είναι ο δράκοντας της ζέστης, που βγάνει φλόγες απ' το στόμα του. Αυτός ο δράκοντας κρατάει το νερό της πολιτείας - έτσι λέει το παραμύθι - και δεν το αφήνει να τρέξει, εξόν κι αν του κάνουνε θυσία τη βασιλοπούλα, αν του τη δώσουνε να τη φάει. Ο αϊ-Γιώργης σκοτώνει το δράκοντα και ώζει τη βασιλοπούλα. Αυτό είναι το παραμύθι:
Πανηγυράκι γίνεται, κάτω στον αϊ-Γιώργη ...;
Έτσι αρχίζει το τραγούδι του αγίου. Και λίγο παρακάτω λέει:
Απόλα, δράκο-μ το νερό, να πιεί το πανηγύρι ...;
Άγιος Μάρκος, στις 25 του Απρίλη
Αλαφρή γιορτή που περνάει σχεδόν απαρατήρητη για όλο τον κόσμο, εκτός από τους γεωργού, που τη σέβονται και κρατούν την αργία της. Δε ζεύουν αλέτρι, δε βαρούν τσαπισιά στο χωράφι. Ο άγιος Μάρκος είναι για τα φίδια. Το όνομα του αγίου παρετυμολογήθηκε από το μαργώνω, μαρκώνω, ναρκώνω. Πιστεύουν, δηλαδή, πως ο άγιος τους προστατεύει από τα φίδια, γιατί τα μαργώνει ή τα ναρκώνει:
Μάρκο, Μάρκο, μάρκωσέ τα (τα φίδια δηλαδή)
Κι αϊ-Γιώργη τύφλωσέ τα.
Η ημέρα έχει πλέον μεγαλώσει αρκετά και δεδομένου ότι οι εργάτες των γεωργικών εργασιών προσλαμβάνονταν από ανατολής μέχρι δύσης του ηλίου, συνέφερε τους γεωργούς ακόμη και οκνηρούς εργάτες να προσλάβουν:
«Τον Απρίλη και τον Μάη, έπαιρνε ακαμάτη εργάτη.»
Για τη βροχή του Απριλίου υπάρχουν πολλές παροιμίες:
«Του Απρίλη η βροχή, κάθε κόμπος και φλουρί.»
«Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο,
να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια.»
Ο Απρίλιος με τον Μάιο είναι οι κατεξοχήν μήνες των λουλουδιών:
«Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.»
Ο Απρίλης όμως δεν είναι πάντοτε καλοκαιρινός:
«Το κρύο φύλαε ως τ'Απριλιού τις δώδεκα,
ακόμα και στις δεκαχτώ πέρδικα ψόφησε στ'αβγό.»
Απρίλιος, Απρίλης και Αϊγιωργίτης
Απρίλης, να πριστεί να σκάσει.
Απρίλη μέρες ζύμωνε κι αν έχεις στράτες πήγαινε.
Απρίλης γρίλης, τιναχτοκοφινίδης (τελειώνουν οι καρποί που είχαν μαζευτεί από την περασμένη σοδειά και τινάζονται έτσι τα κοφίνια).
Αν βρέξει Απρίλης δυο νερά
κι ο Μάης άλλο ένα
χαρά σε κείνον τον ζευγά
πούχει πολλά σπαρμένα.
Τόση ήταν η αγάπη μας
σαν τ' Απριλιού το χιόνι
όπου το στρώνει από βραδύς
και το πρωί το λειώνει (και μεταφορικά για τις σύντομες φιλίες).
Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά
κι ο Μάης πέντε δέκα
να δεις το κοντοκρίθαρο
πώς στρίβει το μουστάκι.
Να δεις και τις αρχόντισσες, πώς ψιλοκρισαρίζουν,
να δεις και τη φτωχολογιά πώς ψιλοκοσκινάει.
Απρίλη, Απρίλη αφόρετε.
Αν βρέξει ο Απρίλης δώδεκα, κι ο Μάης μια και φίνα,
αξίζει τ' αλαφόπουλο, μ' όλη την ελαφίνα.
Αν βρέξει ο Απρίλης δυο βροχές, και Μάης μια, θα είν' το ψωμί σου ψηφορά και το κρασί σου νάμα (πρόσφορο και κρασί για λειτουργία).
Απρίλης, Μάης, κοντά είναι το θέρος.
Απρίλης, Μάης κουκιά μεστωμένα.
Απριλίου δεκαοχτώ, να 'χεις το μάτι σου ανοιχτό.
Πέρασαν οι δεκαοχτώ, άραξε σ' ένα αυγό (για τους θαλασσινούς, με τις φουρτούνες)
Και τ' Απριλιού τις δεκαοχτώ
πέρδικα ψόφησε στ' αυγό (έκανε κρύο).
Απρίλης με τα λούλουδα, και Μάης με τα χορτάρια. Και τ' Αϊ-Γιωργιού να φέξει!
Ο Απρίλης κι αν χιονίζει καλοκαίρι θα μυρίζει.
Όσες πομένουν (απομένουν) τ' Απριλιού και τρεις από το Μάη (για τον υπολογισμό των ημερών της νηστείας των Αγίων Αποστόλων. (Κρητική παροιμία)
Όλο το χρόνο έτρεμα, ως δώδεκα Απριλίου, αν ρωτάς στις δεκαοχτώ, πέρδικα πάγωσε στ' αυγό. (παροιμία Λέσβου)
Τον Απρίλη και το Μα (Μάη) κατά τόπους τα νερά (οι τοπικές βροχές).