Monday, December 3, 2012

το κουτάβι

Ήταν προχωρημένη η ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα του επαρχιακού καταστήματος πώλησης κατοικιδίων ζώων.
ο καταστηματάρχης χαιρέτησε τον μικρό που μπήκε μέσα.
- Καλώς τον Γιώργο, του λέει. Πως από δω;
- Καλησπέρα κυρ Νίκο, λέει αυτό, να θέλω να αγοράσω ένα σκυλάκι.
- Ποιο σου αρέσει; ρωτάει εκείνος
Ο μικρός κάνει μια βόλτα μπροστά από τα κλουβιά. Στο χέρι του όμως δεν κρατά παραπάνω από 2 Ευρώ.
- Πόσο κάνουν; ρώτησε
- Τα κουταβάκια; 10 Ευρώ, είπε ο κυρ Νίκος.
- Τι κρίμα, είπε το μικρό παιδι και αναστέναξε, δεν μου φτάνουν, τουλάχιστον μπορώ να τα κοιτάξω;
- Ευχαρίστως λέει ο καταστηματάρχης, με την ησυχία σου, εγώ πάω λίγο μέσα.
Εκείνη την ώρα, ένα τσούρμο από μικρά κουταβάκια έρχονται τρέχοντας από μέσα.
-Με πεθυμήσατε ε; γέλασε εγκάρδια και έσκυψε να τα μαζέψει.
Όμως ένα μικρό σκυλάκι, κατέφτασε τελευταίο.
- Τι έχει αυτό; ρώτησε ο Γιώργος, γιατί καθυστερεί;
- Το καημένο! απάντησε ο κυρ Νίκος, γεννήθηκε κουτσό.
- Μήπως μπορώ να το αγοράσω; ρώτησε με λαχτάρα ο μικρός. Σε παρακαλώ κυρ Νίκο, μπορώ;
- Τι να το κάνεις αυτό μικρέ μου; Σου είπα, είναι κουτσό! Δεν θα μπορείς να τρέχεις μαζί του, να παίζεις, δεν θα μπορεί να σε ακολουθεί όπου κι αν πηγαίνεις, θα σε κουράζει!
- Κυρ Νίκο το θέλω, δεν με πειράζει!
- Βρε παιδί μου, επέμενε αυτός, δεν ακούς; γεννήθηκε σακάτικο, είναι σχεδόν άχρηστο σου λέω, δεν αξίζει.
Τότε ο μικρός, ανασηκώνει το παντελόνι του για να φανεί το πρόσθετο μέλος. Το δεξί του πόδι ήταν ξύλινο.
Ο καταστηματάρχης μήν μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του, έτρεξε στον μικρό, τον αγκάλιασε και τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει.


 


Μια απο τις πολλές ιστορίες που δίνουν το στίγμα της σημερινής παγκόσμιας μέρας.

Wednesday, November 28, 2012

Η σύζυγος

Τέλος Νοέμβρη θα ήτανε...Εκείνη τη χρονιά τα κρύα είχαν αρχίσει απο νωρίς. Οι άνθρωποι είχαν μαζευτεί στα σπίτια του, ο,τι είχε ο καθένας. Οποιος δεν είχε μαζευόταν στους δρόμους, καλή ώρα. Οι βιτρίνες απο καιρό στον δικό τους κόσμο. Λες και ζούσαν σ άλλη εποχή, με άλλους ανθρώπους. Ενδεχομένως πιο καλή.
Ο μικρός διαβάτης είχε κολλήσει τη μύτη του σε μια βιτρίνα. Αυτή καμάρωνε για τα λούσα της. Παπούτσια όλων των ειδών. Οπως έπεφταν επάνω τους τα  χρωματιστά φώτα έφτανε ν απλώσεις τα χέρια σου και να τα πάρεις. Ο μικρός μας ούτε καν που το σκεφτόταν. Τα χέρια του ήταν κοκκαλωμένα απο το κρύο και δεν έβγαιναν εύκολα απο τις τσέπες.
"Τι κάνεις εδώ;" τον ρώτησε μια καλοβαλμένη ψηλή γυναίκα.
Σήκωσε τα μάτια του και έκανε κάμποση ώρα μέχρι να φτάσει τα μάτια της. Πέρασε πρώτα απο τα ακριβά της ρούχα, την τσάντα, τα βραχιόλια το κολλιέ και κατέληξε στα μεγάλα της μάτια που τον κοιτούσαν ίσαμε την ψυχή του.
Ξανακολλά το πρόσωπο του στη βιτρίνα και λέει
"Περιμένω να μου χαρίσει ο Θεός ένα ζευγάρι παπούτσια.."
Δίχως δεύτερη σκέψη η γυναίκα παίρνει τον μικρό απο το χέρι και μπαίνουν στο κατάστημα. Κάθεται εκείνος στον μικρό καναπέ και κάποια πωλήτρια πλησιάζει και του καθαρίζει τα πόδια. Ύστερα του φοράει ένα ζευγάρι καινούργιες κάλτσες και πάνω απο αυτές εκείνο το ζευγάρι παπούτσια που ζήλευε τόσην ώρα.
Βγήκαν απο το κατάστημα. Η γυναίκα έσκυψε και φίλησε το μικρό τρυφερά στο μέτωπο.
"Να προσέχεις" του είπε και έκανε να φύγει
"Συγνώμη..." είπε ο μικρός που δεν είχε συνέρθει ακόμα απο την έκπληξη
"Ναι;" κοντοσθάθηκε η γυναίκα
"Μήπως είστε η σύζυγος του Θεού;" ρώτησε εκείνος και έμεινε αρκετή ώρα με τη χαρά μπερδεμένη με απορία και ευγνωμοσύνη.

Sunday, November 25, 2012

Βία

«Αυτή είναι η τελευταία φορά» έλεγε εδώ και τέσσερα χρόνια η Κατερίνα κάθε φορά που αναγκαζόταν να κρύψει τους μώλωπες της κάτω απο  δέκα στρώματα makeup.
Ο Σπύρος ήταν απο τους άνδρες εκείνους που λαξεύουν την αυτοπεποίηση τους πάνω στις ουλές σε γυναικεία σώματα. Και ψυχές. Επειδή το σώμα δίχως τη ψυχή δεν υπάρχει. Και αυτό δεν το λέει μόνο ο παπα Δημήτρης. Το λέει και η Κατερίνα που πονά βαθιά μέσα της σε κάθε χτύπημα του Σπύρου.
Δεν θυμάται τι είχε ερωτευτεί απο αυτόν τον άνθρωπο.
«Αχ μάνα!» αναστενάζει καθώς θυμάται εκείνη τη βραδιά που την αραβώνιασαν. «Πόσο γελάστηκες. Γιατί δεν έβαλες τη σοφία σου κάτω; Μάνα ήσουν!» έλεγε μέσα στα αναφιλλητά της.
Κανείς δεν τον είχε καταλάβει. Ολοι έβλεπαν έναν νοικοκύρη, επαγγελματία, άξιο σύζυγο της Κατερίνας. Εκείνη όμως έβλεπε τον δήμιο της. Τον φοβόταν. Ετσι ήθελε εκείνος. Να τον φοβάται. Επειδή εκεί έξω στην αγορά ήταν ο υποτακτικός, ο καλός, αυτός που πάντα έλεγε το ναι για να κερδίζει. Στο σπίτι έβγαζε το άχτι του.
Η Κατερίνα όταν έμενε μόνη κρατούσε σφιχτά το ουρλιαχτό της. Μη τύχει και την ακούσει εκείνος.
Στην γιορτή της δεν της πήρε κανένα δώρο. Στην γιορτή της η Κατερίνα ήταν μόνη. Όπως κάθε άλλη μέρα του χρόνου. Καμιά φορά όμως η μοναξιά είναι η καλύτερη κρυψώνα του θανατικού.
Η Κατερίνα έχει μάθει οτι η εκδίκηση μπορεί ν αργεί. Και τότε όσο αργεί τόσο να φοβάσαι.

Thursday, November 22, 2012

Ζωντανός

Αποφάσισα να βγω για έναν περίπατο.  Να διασχίσω απ άκρη σ άκρη την πόλη μου. Είχα μείνει καιρό μαζί με τη μοναξιά μου και αισθανόμουν οτι καλοσυνηθίζω. Πήρα τους δρόμους. Η πόλη μου είχε μείνει ίδια. Να θυμηθώ να ρωτήσω την μοναξιά αν πέρασε κι απο δω πριν να εγκατασταθεί σε μένα.
Στην πρώτη στροφή του δρόμου ένιωσα ένα δυνατό τράνταγμα. Σαν κάποιος να μου έδωσε δυνατή γροθιά στο στομάχι. Με προσπέρασε ένας  νεκρός άνθρωπος. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου. Να καταλάβω πως δεν ζω ακόμα έναν απο τους εφιάλτες μου. Τον κοίταξα καθώς απομακρυνόταν και ευχόμουν να έχω κάνει λάθος.  Πέρασα απέναντι στο μικρό πάρκο. Ήταν μια υπέροχη μέρα. Είχε βρέξει και η γη ευχαριστούσε τον ουρανό για το δώρο του με όλα τα αρώματα που κρύβει στον κόρφο της. Ανάσανα βαθιά. Παραλίγο να μου κοπεί η ανάσα καθώς απο μπροστά μου πέρασε μια παρέα απο πεθαμένα παιδιά. Δεν με πρόσεξαν. Λες και δεν ήμουν εκεί. Προχωρούσαν και χειρονομούσαν. Αόριστα. Αδιάφορα.
«Μα που βρίσκομαι;» αναρρωτήθηκα. Τα καταστήματα με λιγοστό φως να φέγγει μόνο τα πρόσωπα των νεκρών πελατών. Οι δρόμοι το ίδιο.
Μια πόλη γεμάτη πεθαμένους. Ανθρώπους δίχως μάτια. Ανθρώπους δίχως φωνές.
Ποιο θανατικό πέρασε απο δω και αφάνησε τη ζωή;
Ποιος φύτεψε στους ανθρώπους αισθήματα κατασκευασμένα, αντιδράσεις αναμενόμενες; Η πόλη μου έσφιζε απο ζωή και τώρα...αυτοί εδώ λες και δεν είναι οι συμπολίτες μου. Λες και ρήμαξε ο τόπος.
Τα παιδιά...τα παιδιά...με ψυχές φτιαγμένες απο τηλεόραση και ιδέες σε κονσέρβα απο το σχολείο.
Που πήγαν όλοι; Ολοι εκείνοι που γνώριζα και είχα την ελπίδα μου πάνω στα όνειρά τους;
Γύρισα στο σπίτι σέρνοντας τα φτερά μου που είχαν κυλιστεί μέσα στα λασπώνερα.
Θα βγω κι αύριο. Δεν έχω πια την δύναμη να ξεκινήσω να ελπίζω και να εύχομαι. Είχα την βεβαιότητα οτι ο καιρός των ευχών έχει τελειώσει. Οχι απο την αρχή Θεέ μου!
Άναψα τα φώτα. Ολα.  Κι έβαλα δυνατά μουσική. Και πήγα στη μέση του δωματίου. Και ανέβηκα σε μια καρέκλα. Και διάβασα ένα ποίημα. Τουλάχιστον ένας άνθρωπος ας είναι ζωντανός.

Monday, November 19, 2012

Καθρέφτης

Μια φορά ένας άνδρας με τον γιο του περπατούσαν μέσα στο δάσος. Ξαφνικά το αγόρι σκουντουφλά και πέφτει κάτω. Χτύπησε το πόδι του και φώναξε δυνατά:
- ΑΑΑΧΧΧ!
Ξαφνιασμένο, ακούει την φωνή του να επιστρέφει:
- ΑΑΑΧΧΧ!
Παραξενεμένο από το φαινόμενο, φωνάξει:
- Ποιός είσαι;
Όμως την μοναδική απάντηση που παίρνει είναι:
- Ποιός είσαι;
Θυμωμένο τώρα φωνάζει αγριεμένα:
- Είσαι δειλός!
Και η φωνή απαντά:
- Είσαι δειλός!
Γεμάτο περιέργεια ρωτά τον πατέρα του.
- Τι συμβαίνει πατέρα; τι γίνεται εδώ;
- Πρόσεξε γιε μου, του λέει εκείνος και φωνάζει δυνατά:
- Σε θαυμάζω!
Η φωνή απαντά:
- Σε θαυμάζω!
Ο πατέρας φωνάζει για άλλη μια φορά:
- Είσαι υπέροχος!
Η φωνή απαντά:
- Είσαι υπέροχος!
Το αγόρι ακόμα πιο έκπληκτο από πριν, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Υστέρα ο πατέρας πιάνει να εξηγήσει στον γιο του:
- Το φαινόμενο αυτό, οι άνθρωποι το λένε ΗΧΩ, αλλά στ' αλήθεια είναι ΖΩΗ. Επειδή εκείνη σου επιστρέφει αυτό που της δίνεις. Η ζωή είναι ένας καθρέφτης των πράξεών σου. Αν θέλεις πιο πολλή αγάπη, τότε να δώσεις πολλή αγάπη! Αν θέλεις κατανόηση, τότε δώσε κατανόηση. Αν θέλεις οι άνθρωποι να σε υπομένουν, τότε να τους υπομείνεις και εσύ. Αυτός είναι ο κανόνας της ζωής και έχει εφαρμογή σε κάθε τομέα της ζωής μας!
Η ζωή σου με άλλα λόγια είναι  ένας καθρέφτης του ίδιου σου του εαυτού!

Thursday, November 15, 2012

Για την Ιμβρο


Αυτό είναι το βίντεο προώθησης του πρώτου βιβλίου για την Ίμβρο που κυκλοφόρησε στην Τουρκία από τις εκδόσεις Heyamola !

Wednesday, November 14, 2012

Διασταύρωση

Η Άννα βιαζόταν να πάει στο σπίτι της. Είχε έρθει ο αδερφός της από την Λάρισα. Είχε να τον δει τόσο καιρό. Δεν μπόρεσε να πάει να τον πάρει από το σταθμό. Αυτή η χαζοσυνάντηση στη δουλειά έτοιμη να σκοτώσει τις εκπλήξεις. Ποτέ δεν είχε καταλάβει, πώς γίνεται κάθε φορά που της συμβαίνει κάτι όμορφο και χρειάζεται να πάει να το συναντήσει, εκείνη την μέρα και την ώρα να έχει συνάντηση στο γραφείο. Λες και υπάρχει κάτι εκείνο το δαιμονικό που λένε…
Ας είναι όμως. Χθες προσπαθούσε να φτάσει στο σπίτι τουλάχιστον μια ώρα νωρίτερα. Να τον δει. Να τον αγκαλιάσει. Η μοναξιά στην πόλη καταντάει αφόρητη.  Χώρια που κινδυνεύεις να την συνηθίσεις κιόλας. Το χειρότερο.
Λίγα τετράγωνα από το σπίτι της μια μεγάλη διασταύρωση χωρίζει την πόλη στα τέσσερα. Εδώ η κυκλοφορία των αυτοκίνητων μοιάζει τόσο πολύ με το αίμα στις φλέβες. Έχεις την ψευδαίσθηση ότι δεν σταματά ποτέ.  Το πράσινο διαρκεί πολύ λίγο. Γι αυτό πρέπει να έχεις υπομονή όταν βιάζεσαι. Βρέθηκε πρώτη στο φανάρι. Με αγωνία περίμενε το πράσινο. Το κόκκινο το είχε βαρεθεί. Γενικά. Τα μάτια της κολλημένα στο φανάρι και το πόδι να χαιδεύει το γκάζι. Με το που άλλαξε σε πράσινο βάζει πρώτη και ξεκινά. Στο επόμενο δευτερόλεπτο με όλη της την δύναμη πατάει φρένο. Την τελευταία στιγμή μια γριούλα είχε ξεκινήσει να διασχίσει το δρόμο. Αναστεναγμός ανακούφισης. «Καλά που την είδα» σκέφτεται και δεν λέει να ξεκολλήσει το πόδι από το φρένο. Το φανάρι για άλλη μια φορά χαμένο όμως. Εκείνη τη στιγμή στυλώνει τα μάτια της λίγο πιο πέρα και δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που βλέπει: Από τα δεξιά της ένα μεγάλο φορτηγό είχε υπολογίσει ότι θα προλάβει το κόκκινο. Δεν το πρόλαβε όμως. Πέρασε. Συγκρούστηκε στη μέση του δρόμο με μια μηχανή που έφυγε σα βολίδα από δίπλα της όση ώρα εκείνη περίμενε τη γριούλα να περάσει. Στη θέση της μηχανής θα ήταν εκείνη. Η Άννα.
Όσοι δεν πιστεύουν στους αγγέλους θαρρούν ότι η ευγένεια και οι καλοί τρόποι μπορούν να μας σώσουν τη ζωή.