Sunday, June 3, 2012

Λίγο ακόμη

Το πρωινό της Κυριακής μια υπέροχη ευκαιρία για περίπατο στο πάρκο.
Μια γυναίκα κάθεται δίπλα σε έναν άνδρα σε κάποιο παγκάκι, κοντά στην παιδική χαρά.
"Αυτός είναι ο γιος μου" ειπε η γυναίκα στον άνδρα δείχνοντας το αγοράκι με το κόκκινο μπλουζάκι. "Του αρέσει πολύ να κάνει τσουλίθρα"
"Είναι υπέροχος"! είπε ο άνδρας. "Η κόρη μου είναι το κοριτσάκι με το άσπρο φόρεμα. Της αρέσει να κάνει ποδήλατο."
Σε λίγο κοίταξε το ρολόι του και φώναξε στην κόρη του:
"Τι λες πάμε;"
Το κορίτσι τον παρακάλεσε:
"Πέντε λεπτά ακόμα μπαμπά!"
Εκείνος της έγνεψε καταφατικά και εκείνη συνέχισε χαρούμενη να κάνει βόλτες με το ποδηλατάκι της.
Ύστερα από λίγο της ξανακάνει νόημα:
"Μήπως να πηγαίναμε τώρα;"
"Πέντε λεπτά ακόμα μπαμπάκα μου, σε παρακαλώ!" τον ξαναπαρακάλεσε.
Εκείνος χαμογέλασε και είπε"
"Εντάξει"
"Πρέπει να είστε πολύ υπμονετικός πατέρας" σχολίασε η γυναίκα που καθόταν δίπλα του.
Ο άνδρας χαμογέλασε και είπε"
"Ο μεγάλος της αδελφός ο Γιάννης, σκοτώθηκε σε τροχαίο πέρυσι. Τον χτύπησε ένας μεθυσμένος οδηγός την ώρα που έκανε ποδήλατο εδώ κοντά. Και τι δεν θα έδινα για πέντε λεπτά με τον γιο μου. Ορκίστηκα να μην ξανακάνω το ίδιο λάθος με την κόρη μου. Αυτή νομίζει οτι της δίνω άλλα πέντε λεπτά να παίξει με το ποδήλατο της. Η αλήθεια είναι οτι κερδίζω εγώ πέντε λεπτά παραπάνω που την βλέπω να χαίρεται."


Μήπως να δίναμε σήμερα και εμείς πέντε λεπτά από τον χρόνο μας σε κάποιον που αγαπάμε;

Friday, June 1, 2012

καλοκαίρι

Μια μέρα σας τις άλλες ξημέρωσε. Οι ίδιες προγραμματισμένες κινήσεις. Είναι φορές που λες να μετράς μόνο και θα γίνουν από μόνες τους. Μέχρι να πεις οκτώ είσαι ήδη μέσα στο αυτοκίνητο για να βάλεις κι εκεί τον αυτόματο.
Το γραφείο στη θέση του. Οι συνάδελφοι το ίδιο. Σα φωτογραφία από τα παλιά η εικόνα που αντικρύζω τα πρωινά. Εγινε ασπρόμαυρη. Εχει έρθει μια καινούργια συνάδελφος. Μάλιστα εχει εγκατασταθεί εκεί και δεν λέει να μετακινηθεί. Πηγαίνει από γραφείο σε γραφείο και ενοχλεί τους συναδέλφους μου. Παρόλο που κανεις δεν θέλει να κάνει παρέα μαζί της, εκείνη επιμένει. Την λένε Κατάθλιψη.
Μόλις πήρα θέση στο γραφείο μου άνοιξα τον υπολογιστή να δω τις εκρεμμότητες ένοιωσα μια παρουσία δίπλα μου. Αν ήταν εκείνη δεν ήθελα να γυρίσω να την κοιτάξω. Ωστόσο η φωνή της Δώρας έδιωξε τους φόβους μου.
"Είσαι καλά σήμερα;" με ρώτησε
"Το σημερα δεν είναι καλά!" της είπα "Εγώ είμαι μια χαρά" και της έστειλα το χαμόγελο μου. Εκείνο το καλό. Που ξέρει να παραπλανεί και να διώχνει τους ενοχλητικούς
"Θες να πάμε εδώ δίπλα στην καφετέρια όταν κάνεις διαλειμμα;" επέμενε
Βρεθήκαμε εκεί. Οι δυο μας.
Παραξενεύτηκα. Τι να ήθελε; Δικαίωμα δεν είχα δώσει σε κανέναν. Εκανα τον άνετο, τον χαρούμενο. Τους είχα ξεγελάσει. Τι να γύρευε τώρα αυτή;
Οσην ώρα με περιτριγύριζαν αυτές οι σκέψεις, σαν τις μύγες, εκείνη τις παραμέρισε και με αγκάλιασε τόσο ζεστά που εκείνο που κατάτρωγε την ψυχή μου δεν άντεξε άλλο. Βγήκε με έναν αναστεναγμό. Της τα είπα όλα. Η αγκαλιά της, η απύθμενη καρδιά της που ξέρει να μιλά, ήταν το γιατρικό.
Πέντε μήνες είχαμε να μιλήσουμε για κάτι προσωπικό. Κι όμως σήμερα, πρώτη μέρα του καλοκαιριού από την χαραμάδα της σιωπής πέρασε επιβλητικός ο ήλιος και έλαμψαν όλα.
Δεν εχει χώρο για να κρυφεί κάποιος στις σκιές. Στο τέλος το καλοκαίρι θα'ρθει.

Thursday, May 31, 2012

τσιγάρο

Το Σαββατοκύριακο έφερε μαζί του τον Γιάννη. Ξαφνική έκπληξη στους γονείς του. Οχι από εκείνες τις προετοιμασμένες. Τα δήθεν τα απαξίωνε.
Ο Γιάννης σπουδάζει στα Γιαννενα. Δεν ήταν η πρώτη του επιλογή. Όμως έχει εμπιστοσύνη στην σοφία της ζωής. Ακολουθεί τις προτάσεις της και απολαμβάνει τα δώρα της. Του την είχε συστήσει ο πατέρας του όταν δεν κατάφερε να πιάσει τα μόρια για να μπει στην Αθήνα.
«Να την ακούς γιε μου» του είχε πει και τον παρέδωσε στην αγκαλιά της.
Το πατρικό του σπίτι είναι μια παλιά μονοκατοικία κάπου στη Νίκαια. Εχει ακόμα εκείνον τον αγέρα της γειτονιάς η περιοχή. Το απογευματάκι πήρε την καρέκλα του και κάθισε στο μικρό τους μπαλκονάκι. Η μάνα του έφτιαξε καφεδάκι και τον άφησε εκεί να το απολαύσει μόνος. Οπως του άρεσε.
Ασυναίσθητα έψαξε στις τσέπες του και έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα. Παλιά θα ντρεπόταν να ανάψει μπροστά στους γονείς του. Τώρα όμως είναι μεγάλος. Αφού ψήφισε κιόλας. Χώρια που βρίζει φωναχτά τους πολιτικούς. Τσιγάρο δεν θα ανάψει;
Η πρώτη ρουφιξιά βαθιά. Ο καπνός κυρίευσε την φρεσκάδα της άνοιξης μέσα στα σωθικά του. Ξεφύσηξε αργά. Τελετουργικά. Οταν διαλύθηκε ο καπνός, σαν σε όραμα εμφανίστηκε μπροστά του ο κυρ Στέλιος. Ο γείτονας. Ο Γιάννης παραμέρισε με το χέρι του τον καπνό για να δει καλύτερα. Ο κυρ Στέλιος προχωρούσε αργά μπροστά από το μπαλκονάκι κρατώντας μια μικρή φιάλη οξυγόνου. Στο πρόσωπο του είχε μάσκα. Στάθηκε για μια στιγμή. Κοίταξε τον Γιάννη στα μάτια. Κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω δυο τρεις φορές. Συνέχισε τον δρόμο του.
Στο βάθος ακούστηκε η καμπάνα της εκκλησιάς.

Wednesday, May 30, 2012

ανατροπή

Η συγκέντρωση γονέων είχε αρχίσει. Οπως καθε χρόνο τέτοιες μέρες. Δάσκαλοι και γονεις βρίσκονται για να ανταλλάξουν απόψεις, να κάνουν σχέδια και διορθωτικές κινήσεις.
Τον τελευταίο καιρό  ο ουρανός μου είχε χαμηλώσει πολύ. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της άνοιξης οι πόρτες της ψυχής μου έμεναν κλειστές. Τις υπερασπίζονταν κάθε λογής αναποδιά. Γκρίνια. Απέλπιδες σκέψεις και προοπτικές. Με κάθε τρόπο υπερασπίζονταν το γκρίζο της ψυχής μου τούτοι οι παντοδύναμοι πολεμιστές.
Με τέτοια διάθεση μπήκα στην αίθουσα. Μερικοί συνάδελφοι ήταν ήδη εκεί και συνομιλούσαν με γονείς. Βρήκα τη θέση μου και στρώθηκα με την ελπίδα να γίνω για μια φορά στη ζωή μου αόρατος. Παρακαλούσα να μην ζητήσει κανείς να με δει. Επειδή εγώ δεν είχα όρεξη να δω κανέναν. Μα τόσα και τόσα έχει εφεύρει η επιστήμη. Ενα ρούχο που να σε κάνει αόρατο δεν εχει βρει ακόμη. Ανασήκωσα τη διερευνητική ματιά μου. Εκείνη την ώρα έμπαινε ο Γεωργόπουλος. Εκείνος ο μαθητής της τρίτης.
"Ωχ.." πήγα να πω.
Δεν πρόλαβα να φτάσω μέχρι το σύμφωνο. Με πρόλαβαν οι ρόδες ενός αναπηρικού καροτσιού που ακολουθούσε τον μαθητή.
"Εδώ είμαστε μπαμπά" είπε και ήταν σα με σύστησε
Στο καροτσάκι καθόταν ένα τεράστιο χαμόγελο, ο πατέρας. Κρατούσε το χέρι της γυναίκας του και της μικρής του κόρης.
Με πλησίασε και με χαιρέτησε
"Μα που είναι αυτό το όμορφο χαμόγελο σας;"
Με αφόπλισε, άλωσε την συννεφιά μου. Κατάφερε να ζωγραφίσει στα χείλη μου υπέροχο χαμόγελο.
Μιλήσαμε για ώρα. Είχε επιθετικό καρκίνο. Δεν θα προλάβαινε να δει τα παιδιά του να μεγαλώνουν. Ετσι τουλάχιστον σκέφτηκα εγώ
Η καλοσύνη και το χαμόγελο του ωστόσο δεν επέτρεπαν στην λογική να κάνει καμιά σκέψη, καμιά προβλεψη. Αυτός ο άνθρωπος τα είχε υπερβεί όλα. Εφερνε μαζί του την αιωνιότητα! Τον ευχαριστώ!

Tuesday, May 29, 2012

Της Άλωσης

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.


Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ' όλα του τα νιάτα.


Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο κι αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.


Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.
Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.


Κωστής Παλαμάς

Monday, May 28, 2012

προιστάμενος

"Για κάθισε να τα πούμε λίγο" μου είπε ο προιστάμενος μου.
Η εταιρεία παρόλα τις αναταράξεις πάει καλά. Ωστόσο η ατμόσφαιρα  βαραίνει πολύ κατα καιρούς και συνθλίβει όσους δεν έχουν μάθει να αντέχουν τα βάρη.
"Πως βλέπεις την απόδοση σου;" με ρώτησε και έγειρε προς το μέρος μου ακουμπώντας με τους αγκώνες του πάνω στο γραφείο του
"Δεν...ξέρω..." είπα ξεροκαταπίνοντας. Αναλογίστηκα το ποτάμι των ανέργων που περνάει έξω από το παράθυρο της εταιρείας και για μια στιγμή σκέφτηκα να βουτήξω μόνος μου εκεί. Συγκρατήθηκα.
"Ξέρω εγώ!" είπε εκείνος και άνοιξε ένα πορτοκαλί ντοσιέ. Απ έξω έγραφε το όνομα μου. Ανακάτεψε κάποια χαρτιά. Οσο τα ανακάτευε το στομάχι μου στριφογύριζε με χίλες στροφές.
"Ορίστε!" είπε στο τέλος και μου έδωσε μια σελίδα. Ηταν τυπωμένοι κάποιοι χρωματιστοί κύκλοι, κάποια διαγράμματα.
"Εδώ είσαι!" μου είπε και χτύπησε με την ανάστροφη του χεριού του τα σχέδια. "Πάμε πάρα πολύ καλά!"
"Αλήθεια;" ρώτησα σα να μην πίστευα.
"Αφού τα βλέπεις!" μου είπε. "Εχεις κι άλλα περιθώρια. Ας πούμε η στρατηγική σου μπορεί να βελτιωθεί και θα σε βοηθήσω εγώ σ αυτό. Ενας τόσο έξυπνος και εργατικός άνθρωπος είναι κρίμα να μένει στάσιμος!"
Φρέσκος αγέρας λες και γέμισε το δωμάτιο. Σα να ταξίδευε το γραφείο στον καταγάλανο ουρανό.
Είπαμε τόσα κι άλλα τόσα. Στο τέλος κατάλαβα οτι δεν είχε καμιά σημασία όλη η καζούρα που του είχαμε κάνει στο σχολείο. Δεν ήταν από τα παιδιά που ήθελες να κάνεις παρέα. Στο τέλος όμως φάνηκε οτι αυτό δεν τον είχε πειράξει καθόλου.
Ωστόσο τα μάτια του είπαν οτι η ψυχή του είχε γίνει πεντακάθαρη επειδή την είχε ξεπλύνει με το απορυπαντικό της συγχώρεσης.

Sunday, May 27, 2012

αστεγος

Την Κυριακή η πόλη φοράει τα καλά της. Λαμποκοπά απλότητα. Λιγοστοί άνθρωποι την περπατούν. Πιο πολλά είναι τα ίχνη που έχουν αφήσει εδω κι εκεί. Σαν κι εκείνον τον άστεγο.
Τέτοια χνάρια στο σώμα της πόλης είναι πληγές. Κι εκείνη μην έχοντας άλλο τρόπο να τις γιατρέψει τις αφήνει στο έλεος τους ήλιου και της βροχής.
Τούτος εδώ ο άστεγος έχει ξαπλώσει καταμεσίς στο πεζοδρόμιο. Μοιάζει σα να προκαλεί την απουσία, την αδιαφορία.
Τα μάτια του ακίνητα στο κενό. Ζωγραφίζουν κύκλους. Δεν ξέρει από ευθείες. Δεν έχει προσανατολισμό.
Μοιάζει να κοιμάται, ωστόσο είναι ξύπνιος και πονά.
Απο την γωνία ξεπροβάλλει κάποιος άλλος άστεγος. Μασουλάει μισή φρατζόλα ψωμί. Βλέπει τον ξαπλωμένο και τρέχει προς τα εκεί.
Αφήνει κάτω την φρατζόλα, ανασηκώνει τον πεσμένο και τον ακουμπάει στο πεζούλι.
Παίρνει το ψωμί, το κόβει στα δυο, δίνει το μισό στον άλλον
"Φάει" του λέει " τούτο το κορμί θέλει να στηριχτεί και δεν φτάνουν μόνο τα λόγια της αγάπης"
Κοίταξα τον ουρανό να δω μήπως βγήκε ο ήλιος από τα σύννεφα. Μα ήταν το τεράτιο χαμόγελο του ανθρώπου εκείνου.
Μαζί με μια φωνή που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής μου
"Αλήθεια τι κάνω εγώ για να αλλάξω την ζωή κάποιου;"