Monday, March 19, 2012

Η απειλή

Μια μέρα ένας ποντικός κοίταξε βιαστικά έξω από την φωλιά του και τι να δει: Ο αγρότης και η γυναίκα του άνοιγαν κάποιο δέμα.
«Τι να έχει εκεί μέσα;» αναρρωτήθηκε το ποντίκι. Τον έκαιγε η περιέργεια να μάθει. Ξαφνικά άστραψε μπροστά του η αλήθεια:
«Μια ποντικοπαγίδα!»
Γύριζε σε όλη τη φάρμα ο ποντικός διαδίδοντας τη προειδοποίηση:
«Υπάρχει ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Υπάρχει ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Η κότα έσκαψε δυο τρεις φορές ακόμα το χώμα με το ράμφος της, σήκωσε το κεφάλι της και είπε:
«Κύριε Ποντικέ! Ασφαλώς αυτό είναι μια θανατηφόρα προειδοποίηση για σένα αλλά δεν αφορά και σε μένα. Προσωπικώς δεν με ενδιαφέρει καθόλου!
Το ποντίκι έτρεξε στο γουρούνι και του είπε:
«Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Το γουρούνι έδειξε κατανόηση, αλλά είπε:
«Λυπάμαι αγαπητέ μου αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από την προσευχή. Να είσαι σίγουρος οτι θα συμπεριλάβω κι εσένα σε αυτήν»
Υστερα το ποντίκι στράφηκε στην αγελάδα και της είπε:
«Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Η αγελάδα είπε:
«Τι μου λέτε αγαπητέ! Είναι πολύ λυπηρό για σένα αλλά εμένα δεν μου καίγεται καρφί»
Έτσι το ποντίκι γύρισε απογοητευμένο στη φωλιά του, αποφασισμένο ωστόσο να παλέψει με την ποντικοπαγίδα του αγρότη με τις δικές του δυνάμεις.
Την επόμενη νύχτα ακούστηκε κάποιος θόρυβος μέσα στο σπίτι. Σαν να είχε αρπάξει η ποντικοπαγίδα τη λεία της. Η γυναίκα του αγρότη βιαστικά έτρεξε να δει τι ήταν το θήραμα  Μέσα στο σκοτάδι δεν μπόρεσε να διακρίνει οτι στην παγίδα είχε πιαστεί η ουρά ενός δηλητηριώδους φιδιού. Το φίδι μέσα στον φόβο του τσίμπισε την γυναίκα. Ο αγρότης μόλις είδε τι είχε συμβεί, αρπάζει τη γυναίκα του και την τρέχει στο νοσοκομείο. Οταν γύρισαν αργότερα η γυναίκα είχε ακόμα πυρετό.
Το καλύτερο φάρμακο για τον πυρετό δεν είναι άλλο από την κοτόσουπα. Ετσι ο αγρότης πήγε στο κοτέτσι για να φέρει το βασικό συστατικό αυτής της σούπας.
Η γυναίκα του ωστόσο δεν έλεγε να καλυτερεύσει κι έτσι όλο και περισσότεροι περνούσαν από το σπίτι για να τη δουν. Χρειαζόταν περισσότερο φαγητό. Ηρθε η σειρά του γουρουνιού. Στο τέλος η γυναίκα δεν άντεξε και πέθανε. Για τη κηδεία μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Για να τους ταίσει όλους αυτούς ο αγρότης έσφαξε την αγελάδα.
Ο ποντικός τα έβλεπε όλα αυτά από τη φωλιά του και η ψυχή του ήταν πολύ θλιμμένη.
Την επόμενη φορά παιδιά μου, συμβούλευε τα ποντικάκια του, που κάποιος θα σας φέρει ένα πρόβλημα, μη του πείτε οτι δε σας νοιάζει, αλλά να θυμάστε πως όταν κάποιος από μας απειλείται, απειλούμαστε όλοι. Είμαστε μπλεγμένοι όλοι σ αυτό το ταξίδι που το λέμε ζωή. Πρέπει να έχουμε το νου μας ο ένας για τον άλλον και να κάνουμε ό,τι μπορούμε να δείνουμε θάρρος ο ένας στον άλλον. Ο καθένας από μας είναι ένα απαραίτητο κομμάτι στο πάζλ του συνανθρώπου.


Πηγή: Ο πλούτος της εμπειρίας μας καταγεγραμμένος και μοιρασμένος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ζωής.
 

Sunday, March 18, 2012

Σταυρός

Έχεις δει στον Μαραθώνιο τους αθλητές την ώρα που τρέχουν, πως περνούν από τα «τραπεζάκια» και με νερό δροσίζουν σώμα και ψυχή;
Τούτη την εικόνα κράτα για να φωτίσει την σημερινή Κυριακή.
Το μαργαριτάρι φέρε στο νου σου τώρα. Πως από κόκκος άμμου που ήταν, τραυμάτιζε το όστρακο, το χαράκωνε αργά, βασανιστικά. Για να πάρει εκείνο αξία. Πως έγινε αυτό;
Το νεογέννητο, ποιός οδήγησε στον κόσμο;
Απάντηση σε όλα είναι μια: ο Πόνος.
Στήριγμα και απαντοχή της ζωής , της αγάπης.
Δροσιά του αθλητή, αξία του μαργαριταριού, ζωή του ανθρώπου.
Τον Πόνο, δάσκαλο ονομάζει η σημερινή Κυριακή.
Τον λέει Σταυρό.
Σε προσκαλεί να τον σεβαστείς. Να τον δεχτείς. Ως νόημα στη ζωή.
Να μην μείνεις όμως εκεί. Όχι μόνιμα. Δεν είναι προορισμός ο πόνος. Πέρασμα είναι. Στάδιο.
Προορισμός είναι το μαργαριτάρι. Η ζωή και όχι οι ωδίνες του τοκετού.
Μόνο όσοι μαθητεύουν στον πόνο μπορούν να καταλάβουν.
Οι άλλοι θα παραπονεθούν, θα γκρινιάξουν, θα προσπεράσουν.
Εσύ θα πάρεις δύναμη από το φως για να αντέξεις το σκοτάδι στο τούνελ.
Ο Σταυρός έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει Ανάσταση.
Καλή Κυριακή.

Wednesday, March 14, 2012

Ο κυρ Θόδωρος

Ο κυρ Θόδωρος ήταν μαραγκός. Εκείνη τη μέρα έφτιαχνε κιβώτια για κάποια ανθρωπιστική οργάνωση. Μέσα εκεί θα έβαζαν ρούχα για να τα στείλουν σε κάποια απομακρυσμένα ορφανοτροφεία κάπου στην Αφρική. Οταν τέλειωσε τη δουλειά του αργά το απόγευμα, στο δρόμο για το σπίτι, έψαξε στις τσέπες του να βρει τα γυαλιά του. Ομως εκείνα είχαν γίνει άφαντα. Με το νου του προσπάθησε να θυμηθεί τις δουλειές που έκανε. Τότε κατάλαβε οτι είχαν πέσει μέσα σε κάποιο κιβώτιο, το οποίο αφού καρφώθηκε γερά ταξίδευε για την Αφρική.
Το έπιασε απελπισία. Είχε εφτά παιδιά. Είχε πληρώσει 100Ευρώ για τα γυαλιά αυτά εκείνο το πρωινό. Στη σκέψη οτι έπρεπε να φτιάξει άλλο ένα καινούργιο ζευγάρι τον έπιασε μεγάλος θυμός
"Αυτό είναι άδικο" φώναξε στο Θεό "Με βλέπεις που αγωνίζομαι, με βλέπεις που σου αφιερώνω χρόνο και χρήμα και εσύ τώρα μου κάνεις αυτό"
Πέρασαν αρκετοί μήνες από τότε.
Κάποια μέρα ο διευθυντής κάποιου ορφανοτροφείου επισκέφτηκε την Ελλάδα. Ηθελε να περάσει από τις οργανώσεις, τις ενορίες που υποστήριζαν την αποστολή του στην Αφρική.
Την Κυριακή πέρασε και από τα γραφεία της ανθρωπιστικής οργάνωσης στην οποία προσέφερε ο κυρ Θόδωρος. Τους μάζεψε όλους και τους μίλησε. Ξεκίνησε την ομιλία του με ευχαριστίες για την ύποστήριξη όλων στο έργο του για την σωτηρία τόσων παιδιών
"Πιο πολύ από όλα όμως" συνέχισε "Πρέπει να σας ευχαριστήσω για τα γυαλιά που  μου στείλατε πριν από λίγο καιρό. Βλέπετε μια μέρα πέρασαν από τα γραφεία μας επαναστάτες και τα ρήμαξαν όλα, μαζί και τα δικά μου γυαλιά. Ημουν απελπισμένος. Ακόμα κι αν είχα τα χρήματα δεν μπορούσα με τίποτα να τα αντικαταστήσω. Εκτός από το οτι δεν έβλεπα καλά, με έπιαναν απίστευτοι πονοκέφαλοι. Το μόνο που κάναμε όλοι ήταν να προσευχόμαστε και να παρακαλούμε μήπως γίνει κάποιο θαύμα. Τότε έφτασαν τα κασόνια από σας. Οταν ανοίξαμε τα καπάκια βρήκαμε σε κάποιο από αυτά, πάνω πάνω, ένα ζευγάρι γυαλιά"
Στο σημείο αυτό ο διευθυντής σταμάτησε να μαζέψει τους λυγμούς που έπνιγαν τη φωνή του. Κατόπιν προς μεγάλη έκπληξη όλων συνέχισε
"Δεν θα το πιστέψετε, αλλά όταν τα δοκίμασαν ήταν σαν να είχαν γίνει παραγγελία για μένα. Ηθελα τόσο πολύ να σας ευχαριστήσω γι αυτό!"
Οι άνθρωποι τον άκουγαν να μιλά για τα γυαλιά αυτά και για το θαύμα, έτσι όπως το έζησε. Σκέφτηκαν όμως οτι ο διευθυντής μάλλον θα πρέπει να έχει μπερδέψει την δική τους οργάνωση με κάποια άλλη επειδή δεν υπήρχε κανένα ζευγάρι γυαλιά στον κατάλογο με τα πράγματα που είχαν στείλει.
Ομως στην πίσω σειρά καθόταν ήσυχα ο κυρ Θόδωρος και σκούπιζε τα δάκρυα του, ευχαριστώντας από μέσα του για το μεγαλύτερο μήνυμα που δέχτηκε ποτέ μέσα στη ψυχή του.


Monday, March 12, 2012

Κάνε το καλό

Μια μέρα ένας άνδρας είδε μια γριά γυναίκα να βρίσκεται στην άκρη του δρόμου. Toυ φαινόταν οτι χρειαζόταν βοήθεια. Έτσι πλησίασε μπροστά από τη Μερσεντές της και βγήκε έξω από το παλιό του αυτοκίνητο. Ακόμα και με το χαμόγελο στο πρόσωπο του, η γυναίκα συνέχισε να ανησυχεί. Κανένας δεν είχε σταματήσει να τη βοηθήσει εδώ και τέσσερις ώρες που βρισκόταν στο δρόμο. Αραγε αυτός ο άνδρας που την πλησίαζε θα της φερόταν άσχημα; Εμοιαζε φτωχός και πεινασμένος. Εκείνος κατάλαβε το φόβο της. Ήταν από κείνα τα τρεμουλιάσματα στη ραχοκοκκαλιά που μόνο ο φόβος τα προκαλεί. Της είπε
"Ηρθα να σας βοηθήσω κυρία. Γιατί δεν μπαίνετε στο αυτοκίνητο να μην κρυώνετε; Και με την ευκαιρία να συστηθώ. Με λένε Γιώργο Σωτηρόπουλο"
Αυτό που είχε πάθει ήταν λάστιχο. Αλλά για μια γριά γυναίκα ήταν μεγάλο κακό. Ο Γιώργος σύρθηκε κάτω από το αυτοκίνητο ψάχνοντας για το σημείο να βάλει τον γρύλλο. Στη προσπάθεια του αυτή χτύπησε τα δάχτυλά του και μάτωσε. Σε λίγη ώρα τα είχε καταφέρει. Ομως είχε λερωθεί και τα χέρια του πονούσαν.
Ξαθώς έσφιγγε τα μπουλόνια η γριά γυναίκα κατέβασε το τζάμι του παραθύρου και άρχισε να του μιλά. Του είπε οτι ήταν από τη Θεσσαλονίκη και ότι ήταν περαστική από τα μέρη αυτά. Του είπε οτι του ήταν πολύ ευγνώμων για ό,τι της πρόσφερε.
Ο Γιώργος απλά χαμογέλασε και έκλεισε το καπώ. Η γυναίκα τον ρώτησε πόσο του όφειλε. Όποιο ποσό και να της έλεγε θα ήταν μια χαρά. Ηδη είχε φανταστεί πόσα άσχημα θα μπορούσε να της είχαν τύχει εαν δεν είχε σταματήσει εκείνος. Ο Γιώργος δίχως δεύτερη σκέψη αρνήθηκε. Αυτή δεν ήταν η δουλειά του. Απλά βοηθούσε κάποιον και ο Θεός ξέρει πόσοι τον είχαν βοηθήσει στο παρεθλόν. Ολη του τη ζωή την είχε ζήσει έτσι και ποτέ δεν του είχε περάσει από το μυαλό οτι θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Της είπε οτι αν ήθελε να του το ξεπληρώσει την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον σε ανάγκη να προσφέρει τη βοήθεια της σε αυτό το πρόσωπο και
"να σκέφτεστε εμένα" πρόσθεσε.
Περίμενε μέχρι εκείνη να βάλει μπροστά τη μηχανή και να φύγει. Ειχε περάσει μια κρύα και καταθλιπτική μέρα αλλά ένιωσε όμορφα καθώς πήγαινε προς το σπίτι του μέσα στο ημίφως.
Λίγα χιλιόμετρα από κει η γριά γυναίκα είδε ένα μικρό εξοχικό κέντρο. Σταμάτησε για να φάει κάτι και να ξεκουραστεί προτού φτάσει στο σπίτι της. Ηταν ένα μικρό, λιτό μαγαζί. Ολο αυτό το σκηνικό δεν της ήταν πολύ οικείο. Σε λίγο τη πλησίασε η σερβιτόρα κρατώντας μια βρεγμένη πετσέτα για να καθαρίσει το τραπέζι. Είχε ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της παρόλο που πρέπει να ήταν στο πόδι όλη τη μέρα. Ακόμα περισσότερο που ήταν οχτώ μηνών έγκυος αλλά δεν επέτρεπε την κατάσταση της να της χαλάσει την διάθεση. Η γριά γυναίκα αναρρωτήθηκε πως γίνεται κάποιος που έχει τόσα λίγα να είναι τόσο δοτικός σε κάποιον ξένο. Αμέσως θυμήθηκε το Γιώργο.
Αφού τέλειωσε το δείπνο της πλήρωσε με ένα χαρτονόμισμα των 100 Ευρώ. Η σερβιτόρα γρήγορα πήγε να της φέρει τα ρέστα της αλλά η γριά είχε ήδη εξαφανιστεί από την ταβέρνα. Οσο αναρρωτιόταν που να είχε πάει εκείνη η γυναίκα πρόσεξε κάτι που ήταν γραμμένο πάνω στην χαρτοπετσέτα. Με δάκρυα διάβαζε
"Δε μου χρωστάς τίποτα. Ημουν κι εγώ στη θέση σου. Κάποιος με βοήθησε όπως εγώ εσένα τώρα. Αν θέλεις να μου το ξεπληρώσεις κάνε αυτό: Μη αφήσεις αυτή την αλυσίδα αγάπης να τελειώσει με σένα. Κάτω από την χαρτοπετσέτα θα βρεις άλλα τέσσετα χαρτονομίσματα των 100 Ευρώ"
Η σερβιτότερα καθάρισε κι άλλα τραπέζια, έπλυνε πιάτα, σέρβιρε κι άλλο κόσμο. Τη νύχτα όταν γύρισε στο σπίτι της και έπεσε στο κρεβάτι σκεφτόταν τα χρήματα που της είχε δώσει η γυναίκα και το σημείωμα της. Πώς μπορούσε η γριά εκείνη να ξέρει πόσο πολύ εκείνη και το άνδρας της χρειάζονταν χρήματα; Με το μωρό να έρχεται τον άλλο μήνα θα ήταν δύσκολα..
Ηξερε πόσο αγχωμένος ήταν ο άνδρας της και καθώς πλάγιασε κοντά του του έδωσε ένα απαλό φιλί και του ψιθύρισε γλυκά στο αυτί
"Ολα θα πάνε καλά. Σ αγαπώ Γιώργο Σωτηρόπουλε"

Friday, March 9, 2012

Ευγνωμοσύνη

Αν σηκώθηκες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία παρά αρρώστια, είσαι πιο προνομιούχος από περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους που δεν θα επιζήσουν μέχρι τη Κυριακή.


Αν δεν έχεις ζήσει ποτέ τον κίνδυνο της μάχης, την μοναξιά της φυλάκισης, την αγωνία των βασανιστηρίων η την πείνα, είσαι σε καλύτερη μοίρα από 500 εκατομύρια ανθρώπους στον κόσμο.


Αν μπορείς να πας στην εκκλησία, δίχως τον φόβο της τιμωρίας, της σύλληψης, των βασανιστηρίων η του θανάτου, είσαι πιο καλύτερα από τρία δισεκατομύρια ανθρώπους στη γη.


Αν έχεις φαγητό στο ψυγείο στου, ρούχα πάνω σου, μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου και ένα μέρος να κοιμηθείς, είσαι πιο πλούσιος από το 75% των κατοίκων της γης.


Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, μέσα στο πορτοφόλι σου, και μπορείς να αφήσεις ψιλά σε ένα πιατάκι κάπου, είσαι ανάμεσα στο 8% των πιο πλούσιων ανθρώπων της γης.


Αν οι γονείς σου ζουν και είναι  ακόμα παντρεμένοι, είσαι πολύ σπάνιος.


Αν σηκώνεις το κεφάλι σου με χαμόγελο και είσαι πραγματικά ευγνώμων, είσαι προικισμένος, επειδή η πλειονότητα των ανθρώπων μπορεί να το κάνει, αλλά οι περισσότεροι δεν το κάνουν.


Αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου, να τους αγκαλιάσεις αλλα ακόμα να τους αγγίξεις στον ώμο, έχεις χαρισματική ψυχή επειδή μπορείς να προσφέρεις ένα θεραπευτικό χάδι.


Αν διαβάζεις αυτή την εγγραφή, ήδη έχεις μια διπλή ευλογία. Πρώτα επειδή κάποιος σε σκέφτεται τούτη την ώρα και ακόμα παραπέρα, είσαι πιο προνομιούχος από δύο δισεκατομύρια ανθρώπους που δεν μπορούν να διαβάσουν καθόλου.


Τι έχεις να πεις τώρα;

Thursday, March 8, 2012

Γυναίκα

"Μαμά γιατί κλαις;" την ρώτησε ο γιος της
"Επειδή είμαι γυναίκα" του απάντησε εκείνη
"Δεν καταλαβαίνω" διαμαρτυρήθηκε ο μικρός
Η μητέρα του τον αγκάλιασε και του είπε
"και ποτέ δε θα μάθεις.."
Ο μικρός απευθύνθηκε στον πατέρα του
"Μπαμπά η μαμά γιατί κλαίει δίχως λόγο;"
Το μόνο που του είπε εκείνος ήταν πως
"Ολες οι γυναίκες κλαίνε δίχως λόγο"
Ο μικρός μεγάλωσε και έγινε άνδρας αλλά ακόμα δεν είχε μάθει γιατί κλαίνει οι γυναίκες
Τελικά αποφάσισε να ρωτήσει το Θεό
"Γιατί Θεέ μου οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;"
"Οταν δημιούργησα τη γυναίκα" είπε ο Θεός " έπρεπε να είναι τέλεια. Έτσι δημιούργησα τους ώμους της αρκετά δυνατούς ώστε να αντέχουν το βάρος του κόσμου αλλά ταυτόχρονα να είναι απαλοί ώστε να δίνουν παρηγοριά. Της έδωσα ψυχική δύναμη για να αντέχει τη γέννα αλλά και την απόρριψη που θα δεχθεί αργότερα από τα παιδιά της. Της έδωσα δύναμη ώστε να προχωρά ακόμα κι όταν όλοι τα έχουν  παρατήσει, να συνεχίσει να προσφέρει στην οικογένεια της παρόλη την αρρώστια και τη γκρίνια. Της χάρισα την ευαισθησία να αγαπά τα παιδιά της κάτω από όλες τις συνθήκες, ακόμα κι αν αυτά την έχουν πληγώσει πολύ άσχημα. Αυτή η ίδια η ευαισθησία βοηθά τα παιδιά της να εξορκίζουν τους φόβους και της αγωνίες τους.  Της έδωσα δύναμη να αντέχει τα σφάλματα του άνδρα της, την ώρα που την δημιούργησα από το πλευρό του για να προστατεύει τη καρδιά του. Της έδωσα σοφία να γνωρίζει οτι ενώ ο καλός σύζυγος ποτέ δεν θα τη πληγώσει ωστόσο μερικές φορές δοκιμάζει τις αντοχές της να σταθεί στο πλάι του δίχως να παραπατά.
Της έδωσα να έχει ένα δάκρυ, να είναι αποκλειστικά δικό της να το χρησιμοποιεί όποτε χρειάζεται. Είναι η μοναδική της αδυναμία. Είναι ένα δάκρυ για όλη την ανθρωπότητα.


Πηγή: Από την θάλασσα της ανθρώπινης εμπειρίας που φιλοξενεί το διαδίκτυο.

Wednesday, March 7, 2012

Ληστεία

" Στείλε μου ο,τι έχεις", της είπε βιαστικά στο τηλέφωνο.
Δεν πρόλαβε να ρωτήσει τίποτα άλλο.
Της το έκλεισε βιαστικά.
Εκείνη πήγε να τον καλέσει ξανά στο κινητό.
Ξαφνικά ακούει την σιωπή να γκρεμίζεται με πάταγο στα πόδια της. Δαίμονες του παραμυθιού δυο μαυροφορεμένοι  εισβάλλουν στα πελώρια μάτια της. Τα κυριεύουν. Πάγος και φωτιά γίνονται ένα. Κάνει να σαλέψει η ψυχή, να πάρει ανάσα η καρδιά. Οι επόμενες στιγμές ακροπατούσαν στο πουθενά.
"Δώσε ό,τι έχεις",  μούγκρισε η κάνη ενός όπλου.
Επειδή τα πόδια της βυθίζονταν στην απόγνωση, τα αυτιά της δεν άκουσαν την προσταγή.
Τι είχε να δώσει;
Της ζητούσαν. Από μικρή.  Ο πατέρας. Στην σκιά του ο μικρός της αδερφός. Στην σκιά του η μητέρα της. Εκείνη όμως, ας ήταν η μικρότερη, ήταν για όλους. Τι ρόλος παράξενος. Ποιος τους μοιράζει  ερήμην;
"Γρήγορα!" , είπε ο πιο ψηλός και έκανε ένα βήμα προς την ταμειακή μηχανή.
Ο άλλος, άνοιξε την βιτρίνα.
Έριξε μια ματιά στο δρόμο. Οι περαστικοί ήταν ακόμα περαστικοί. Τι άχαρο! Τι επικίνδυνο! Τι μοναχικό! Τα βλέμματα φευγάτα. Όχι σαν χάδι, μα διάφανα. Χειραψία με τον θάνατο.  Να καλέσει για βοήθεια; Οι διαβάτες θα διαβούν γρηγορότερα. Η μοναξιά βασιλεύει και κυβερνά με σύνεση.
Στην ταμειακή δεν βρήκαν πολλά. Πως να χωρέσουν της ψυχής οι καταθέσεις σε μερικές μεταλλικές θήκες;
"Που τα έχεις;" της πέταξε μια πάνινη σακούλα.
Μυρωδιά σάπιου της έκλεισε την μύτη.
Όταν ήταν μικρή, είχε βρει έξω από το σπίτι τους μια τέτοια σακούλα με μια πεθαμένη γάτα μέσα. Της είχε κάνει εντύπωση το κεφάλι της γάτας. Της φάνηκε ότι χαμογελούσε.
Μα χαμογελούν και οι γάτες; την είχε κοροϊδέψει ο πατέρας.  Από εκείνο το περιστατικό μόνο η μυρωδιά της είχε μείνει. Και μια ανακατωσούρα στο στομάχι. Για τον πατέρα.
Πιο γρήγορα, πρόσταξε ο ένας στον άλλο και κοίταξαν τα ρολόγια τους.
Αισθάνθηκε  την ζάλη. Το ανακάτωμα. Της έπεσε κάτω η σακούλα. Ούτε που έδωσε σημασία. Η ζωή της είχε πέσει ακόμα πιο κάτω.
Πόσο χαμηλά ήταν ο Θεός; Μόνο Εκείνος θα μπορούσε πια να την μαζέψει. Εκείνη δεν είχε καθόλου διάθεση. Ούτε και δύναμη.  Ένιωσε το μπράτσο της να πονά.
Ο ψηλός με τα μαύρα την σήκωσε από το πάτωμα. Όχι δεν ήταν ο Θεός.
Και αυτή δεν ήταν η ζωή της.
Την έστησε στον τοίχο.
"Η τώρα η ποτέ," της είπε και κόλλησε την κάνη στο μέτωπό της.
Αέρας που δρόσισε την αντάρα της. Επιτέλους μια επιλογή.  Φώτισε το πρόσωπό της.
Ο καθρέφτης πίσω της, πήρε το χρώμα της ζωής της.
Κατακόκκινος.


 


Από το βιβλίο "Μικρασίας Έρως"