Δεν ξέρω αν θυμάστε την κυρα Μαρίκα.Η κυρά Μαρίκα είναι η ξεματιάστρα του χωριού μας. Ήταν και συνεχίζει να είναι, στο πείσμα της τεχνοκρατούμενης επέλασης του καιρού.Λοιπόν, πριν από λίγο καιρό την χρειάστηκα. Σας είχα πει οτι όταν το επιτρεψει θα σας πω, επάνω επάνω, λίγα από την "τέχνη" της.Τον λόγο για τούτη την αποκάλυψη να μου επιτρέψετε να τον κρατήσω κρυφό. Προς το παρόν. Επειδή από ο,τι βλέπω, σιγά σιγά δεν μένει τίποτα κρυμένο σε αυτό το ιστολόγιο της θυμησης και της νοσταλγίας.Χρησιμοποιεί το "κάπνισμα" η κυρά Μαρίκα.Για την κυρία Ευτέρπη θα σας μιλήσω άλλη φορά.Η κυρα Μαρίκα, έχει ένα θυμιατό σπιτικό με αναμμένα κάρβουνα. Βάζει λίγο βασιλικό του Επιταφίου, τρία μοσχοκάφια (τα λένε και γαρίφαλα), τρία κουκιά αλάτι κι ένα ψίχουλο ψωμί. Κάνει με το θυμιατό τρεις κύκλους, πάνω από το κεφάλι του "βασκαμένου" ψιθυρίζοντας μερικά λόγια ακατάληπτα για τους άλλους, ενώ τα καιόμενα υλικά σκάζουν στη φωτιά. Οσο πιο δυνατά είναι τα "τσακ τσακ" τόσο πιο μεγάλος είναι ο βαθμός της βασκανίας. Υστερα κάνει τρεις φορές το σημείο του σταυρού μπροστά στο πρόσωπο του βασκαμένου και αδειάζει το περιεχόμενο του θυμιατού σε μια σουπιέρα με νερό, ενώ ο "άρρωστος" σκύβει από πάνω για να αναπνεύσει τον αχνό που βγάζουν τα κάρβουνα που σβήνουν. Ύστερα, η κυρα μαρίκα βουτά το χέρι της στο νερό και με τα δάχτυλά της ραντίζει τρεις φορές το πρόσωπο του, να τον κάνει να τρομάξει ( εκείνει το λέει "να ξ'πασει") και του δίνει να πιεί τρεις γουλιές από το νερό.Η κυρά Μαρίκα δεν γνωρίζει από αμαρτίες και άλλα τέτοια. Δεν θεωρεί οτι κάνει κάτι κακό. Ετσι της το έμαθε η γιαγιά της έτσι το κάνει.Να σας πω την αλήθεια έχει γιαραντήσει πολλούς. Συζητήσεις θεολογικές και φιλοσοφικές δεν ξέρει να κάνει. Θαρρεί πως κάνει το καλό, επειδή βλέπει στα μάτια των αρρώστων την υγεία όταν φεύγουν από το σπίτι της.Στα όρη στ' άγρια βουνά!

"Ποιός θα σε θυμάται Ερημίτη μου ύστερα από 50 χρόνια;"Σε συζήτηση απόλογισμού μάλλον εξελίχθηκε ο χθεσινός απογευματινός περίπατος με φίλους."Γιατί το λέτε αυτό;" ζήτησα να μάθω."Επειδή οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Σαν ένα αέναο ποτάμι" φιλοσόφησε ο μεγαλύτερος της παρέας."Πόσοι και πόσοι πέρασαν. Τι έχτισαν! Πόσους σκότωσαν! Τι έκαψαν! Τι είπαν! Που είναι τώρα όλοι τους; Ποιος τους θυμάται εκτός από τις κιτρινισμένες σελίδες βιβλίων σε τάφους βιβλιοθηκών" συμπλήρωσε με καμάρι η φίλη του.Ο ήλιος βασίλευε και ηψυχή μου γαλήνευε.Δεν ήθελα να τους αφήσω με αυτή την απογοητευση στο νου."Ακούστε," είπα κοιτάζοντας τους στα μάτια."Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τι είπατε, τι κάνατε, αλλά πάντα θα θυμούνται, πως τους κάνατε να αισθάνονται!"Τα πρώτα αστέρια στον ουρανό τραγουδούσαν την σιωπή της γαλήνης που απλώθηκε τώρα σε όλη την παρέα.
"Α. όλα κι όλα! Μπορεί να παντρέφτηκες, να έφυγες από κοντά μου, αλλά ένα να έχεις μέσα στην καρδιά σου. Τα ήθη μας και τα έθιμα μας!""Τι λες ρε μάνα;" την ΄ρωτησα έτσι αναστατωμένη που την είδα εχθές.Πέρασε για καφέ.Όποτε έρχεται, αυτό γίνεται, είτε για να φέρει πεσκέσια, είτε για να μοιραστεί κάτι που την αναστάτωσε.Τώρα ήταν το δεύτερο.Άκου λέει δεν νηστεύουμε! Εμείς, γιορτή σαν την σημερινή ούτε λάδι δεν τρώγαμε!""Έλα ησύχασε!" της λέει η γυναίκα μου. "Εμεις δεν τα ξεχνάμε αυτά!""Το ξέρω θυγατέρα μου! " είπε αναστενάζοντας. "Τι απομεινε πια!"Πήρε δυο ανάσες και είπε:Θα σας φτιάξω χουσάφι! Οι μνήμες της γεύσης αναστατώθηκαν!Μετά από τα ζαρζαβατικά, θα φάμε χουσάφι με ρύζι."Πως φτιάχνεται;" ρώτησε η Μαρούλα"Πάμε στην κουζίνα!"Πήγαν εκεί. Και γω από κοντά."Σταφίδες θέλουμε, ξανθές. Θέλουμε νερό και κανέλα. Έχουμε;""Εννοείται!! και άλλα μπαχάρια!""Ωραία! "Μπήκε η χύτρα στη φωτιά, το νερό, βράζουν οι σταφίδες με την κανέλα τα γαρύφαλλα, το κονιά και την ζάχαρη!"Άλλα φρούτα αποξηραμένα μπαίνουν;" ρώτησε η Μαρούλα"Ο,τι θες" της είπε εκείνη. "Αλλά εμείς επειδή οι σταφίδες ήταν πιο πρόχειρες, τις χρησιμοποιούσαμε. Βάζεις βερύκοκα, δαμάσκηνα. Οσα είχε προνοήσει η νοικοκυρά να έχει στο "φανάρι" της!Το ρύζι ταυτόχρονα! Σε άλλο μάτι.Αφού κρύωσε το ρύζι, σε ένα κουπάκι και από πάνω με την κουτάλα το χουσάφι. Ταξίδι γεύσης και θύμησης!"Θυμάσαι;" με ρώτησε. "Θυμάσαι που βράζαμε στάρι και το τρώγαμε με μέλι;"Εγώ όχι απλά θυμόμουν, δεν ήμουν εκεί... με είχε πάρει ο χρόνος στις φτερούγες του για την πατρίδα...
Το καλοκαρίρι σιγά σιγά μεταφέρεται από το σώμα στις καρδιές.Εκεί, είτε θα παραμείνει για να θυμίζει αλήθειες, είτε θα κρυφτεί μέχρι κάποιος να το ελευθερώσει.Σιγά σιγά παρατηρώ εδώ κι εκεί σημάδια μιας επερχόμενης αναταραχής."Μα τίποτα δεν σε πτοεί, Ερημίτη;" με ρωτούνΤότε θυμάμαι και επαναλαμβάνω την ιστορία που μάλλον σου την έχω ξαναπει. Αλλά θα την πω για να την ακούσω άλλη μια φορά εγώ. Την χρειάζομαι.Λοιπόν, μια μέρα, τον πλησίασε ένας δημοσιογράφος και τον ρώτησε αν είναι αισιόδοξος η απαισιόδοξος.« Είμαι αισιόδοξος φυσικά», απάντησε ο σοφός« Καλά, πως μπορείτε να είστε αισιόδοξος με όλα τα προβλήματα του κόσμου την εγκληματικότητα, την διαφθορά, την φτώχεια, καταρρέουν οι αξίες» ρώτησε απορημένος ο δημοσιογράφος.« Α, δεν είμαι αισιόδοξος γι' αυτόν τον αιώνα», εξήγησε ο σοφός. Αλλά είμαι βαθύτατα αισιόδοξος για τον επόμενο»!!!Ε, να αυτή την αισιοδοξία θέλω να φωτίσω τούτο το Σαββατοκύριακο, μιας και από βδομάδα, τα πρώτα κίτρινα φύλλα θα προκαλέσουν μέσα μας μια κρυάδα...ένα συνοφρύωμα...
Πως ήρθε η κουβέντα σήμερα το μεσημέρι και θυμήθηκα τον Χότζα.Τον Ναζρεντιν Χότζα.Εκείνη την μυθική μορφή που έχει σφραγίσει τα παιδικά μου χρόνια. Έχω ακούσει τόσες πολλές ιστορίες, ώστε μόνο τώρα καταλαβαίνω οτι ο πατέρας μου μας διηγόταν τις ιστορίες αυτές, όχι μόνο για διασκέδαση αλλά και για όργωμα του μυαλού και τις ψυχής μας.Δεν καταλαβαίνουν όλοι με την πρώτη ανάγνωση τις ιστορίες του, είναι αλήθεια.Μα και γι' αυτό γράφτηκαν. Τώρα έμαθα οτι πρόκειται για τις ισλαμικές ζεν ιστορίες. Να σε μάθουν να ανοίγεις και άλλες διεξόδους για την διεύρυνση της αντιληπτικότητας του νου σου.Λοιπόν, για να μην κάνω αναλύσεις, δεν είναι άλλωστε σκοπός τούτης της εγγραφής, ορίστε δυο από αυτές που θυμάμαι.Οποιος μπορεί ας βρει τον κρυμένο θησαυρό τους:Μια φορά ο Χότζας είχε να μιλήσει σε μια συγκέντρωση σε κάποια γειτονική πόλη κι έφτασε λίγο καθυστερημένος, αλλά εντελώς γυμνός. Οπότε ο κόσμος άρχισε να ρωτάει γιατί είναι γυμνός κι εκείνος απάντησε: «Βιαζόμουν τόσο πολύ να ντυθώ που ξέχασα να βάλω τα ρούχα μου.Ορίστε και μια άλλη:Μια μέρα ο Χότζας πήγε να δει έναν ψυχίατρο. Ξάπλωσε στον καναπέ και είπε:«Το πρόβλημά μου γιατρέ είναι ότι δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα».Άραγε θυμάται ο καθένας μας την αλήθεια που ήδη ξέρει;
"Γιατί τέτοια διάθεση σήμερα;" ρώτησα τον οδηγό του λεωφορείου που με πήγαινε στο κέντρο.
"Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς Ερημίτη!" μου λέει"Μα γιατί; Τι σου συμβαίνει;""Σου είμαι και λίγο θυμωμένος!""Εμένα; Γιατί;""Ολο λες πως τα πράγματα θα πάνε καλά! Πως να τα βλέπεις θετικά και άλλα τέτοια!""Ε, ναι, και λοιπόν; Αυτό σε κάνει να μελαγχολείς;""Εμ βέβαια! Επειδή σε μερικά δικά μου ζόρια, κάνω κουράγιο και υπομονή, φτάνω στο τέλος, αλλά εκεί είναι ακόμα πιο στραβά! Λέω από μέσα μου, τούτος ο Ερημίτης κατέβηκε στην πόλη για να μας δουλέυει!"Χαμογέλασα καλόκαρδα και του χαιδεύω την πλάτη."Είσαι τυχερός!" του λέω και ανοίγω τον σάκο μου. "Εχω μαζί μου ένα δωράκι, να το βάλεις εδώ, δίπλα στο τιμόνι σου να το βλέπεις!"Με την άκρη του ματιού του κοιτάει το χέρι μου και εκείνο που κρατούσα.Αν καμιά φορά μπεις στο λεωφορείο του, να προσέξεις εκεί στο τιμόνι, από την μεριά του παραθύρου θα το δεις. Μπορεί να είναι και σε σένα χρήσιμο:
Η μάνα μου πολύ τον ευλαβούνταν τον άγιο Φανούριο.Κάθε χρόνο μας μάζευε όλους, και σαν έφτιαχνε την φανουρόπιτα μας έλεγε τούτη την ιστορία:"Η μάνα του Αγίου δεν ηκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ'ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ'ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ'απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί...Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι'αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός..."Ύστερα, μετρούσε τα υλικά της να είναι η επτά, η εννιά και την έφτιαχνε μπροστά στα δικά μας έκπληκτα μάτια. Μας άρεσε να βλέπουμε με πόση αγάπη και ευλάβεια ζύμωνε, ανακάτευε τα παρακάτω υλικά:1 ποτήρι λάδι.1 ποτήρι ζάχαρη.1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι.1 κουταλιά κουταλιά ξύσμα πορτοκαλιού3 ποτήρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του1 κουταλάκι σόδα1 κουταλιά κανελογαρύφαλα1/2 ποτήρι καρύδια χοντροκομμένα1/2 ποτήρι μαύρες σταφίδεςΧτυπούσε το λάδι με τη ζάχαρη, πρόσθετε το ξύσμα και το χυμό του πορτοκαλιού, και τέλος το αλεύρι με τα υπόλοιπα υλικά. Τα άδειαζε σε ένα ταψί και το έβαζε στην μασίνα ( ένα πολυμηχάνημα εποχής με ξύλα για φωτιά) για 50 λεπτά.Όταν την έβγαζε ψημένη, την πασπάλιζε με άχνη και κατευθείαν στην εκκλησιά για να την διαβάσει ο παπάς.Μακάρι να μας φέγγει όλους ο άγιος Φανούριος.