Μη νομίζετε οτι σκύβω επειδή με βαραίνουν τα χρόνια. Αυτά είναι σειρήτια, παράσιμα, πως το λένε. Καμαρώνω για όσα έζησα και τα έζησα με όση λεβεντιά και αξιοπρέπεια μπορούσα. Πέρασα πείνα, δυστυχία, πόλεμο, έζησα ξενητιά...μα δε λύγισα. Αναστασία είπα, θα κρατήσεις για χάρη των ανθρώπων. Επειδή οι άνθρωποι έτσι είναι καμωμένοι. Για να λυγίζουν ναι, για να σπάνε όχι.
Εφερα στο κόσμο παιδιά και εγγόνια. Και χαμογελώ που και που έτσι που τα βλέπω να μεγαλώνουν...μακριά από τη πατρίδα τους. Μου στέλνουν φωτογραφίες, μιλούμε στο τηλέφωνο και όλο μου λένε να τα συγχωρέσω που είναι μακριά μου. Τι να πω εγώ; Πως δεν τα θέλω κοντά μου; Δεν υπάρχει άλλο ψέμα πιο μεγάλο από αυτό. Μα έτσι που είναι τα πράγματα εδώ θα έλιωνε το μέσα μου να τα βλέπω να σέρνονται και να καταριούνται την ώρα και τη στιγμή που τα έφερα στο κόσμο. Με την ευχή μου, τους λέω. Είμαι εγώ εδώ αντι για σας, το ίδιο κάνει. Το λέω αλλά δεν το πιστέυω. Δεν είναι το ίδιο. Αλλο το φως και τα νιάτα και άλλο η σκιά και τα γηρατειά.
Είμαι τώρα εδώ όλη μέρα στα ιατρεία και τα φαρμακεία απ έξω και ζωγραφίζω με το μπαστούνι μου στο πάτωμα άορατες πολιτείες. Εκεί που οι άνθρωποι ζουν με τιμιότητα και μοιράζονται όσα έχουν. Εκεί που δεν κοιτάνε πως ο ένας θα κλέψει το ψωμί του άλλου, αλλά κόβει το μισό από το δικό του και το χαρίζει στον άλλον.
Σηκώνω το κεφάλι μου μπας και έχει εμφανιστεί κάποιος γιατρός, κάποιος φαρμακοποιός, απογοητεύομαι και συνεχίζω το ταξίδι μου. Που θα πάει, στο τέλος θα εγκατασταθώ κι εγώ σ αυτή τη πολιτεία, τη φανταστική και δεν θα έχω ανάγκη κανέναν να μου δώσει το φαρμακό μου, το φαγητό που μου έχει κλέψει, την αξιοπρέπεια μου που την έχει τσαλακώσει.
Thursday, November 8, 2012
πολιτεία
Tuesday, November 6, 2012
Όταν έρχονται τα..μέτρα
Πως ήρθε και θυμήθηκα τον Χατζηδάκι. Ο ουρανός συννέφιασε τούτο το δειλινό. Παράξενο επειδή τις τελευταίες μέρες μας πήγαινε περίπατο στα λιβάδια του ήλιου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα τα σύννεφα να ταξιδεύουν πάνω από τα βουνά, να πλησιάζουν πάνω από τη πόλη. Κι εκεί που σε άλλους θυμίζουν σχήματα οικεία, ζωάκια της αυλής, θεριά , εγώ είδα ξεκάθαρα τα μέτρα που σκεπάζουν το παρόν και το μέλλον μας. Είδα ένα σκοτεινό σάβανο.
Ο θάνατος δεν είναι κατ ανάγκη κακό. Στο κάτω κάτω μας θυμίζει την περιουσία μας. Δυο μέτρα γης αντιστοιχεί στον καθένα μας. Είναι η απόλυτη έκφραση της ισότητας. Τι Δημοκρατίες, τι φιλοσοφίες… ο θάνατος είναι το τελικό μέτρο της ισότητας κι ας διαφωνούν εκείνοι που τον φοβούνται. Δεν φοβούνται αυτόν. Την ισότητα φοβούνται και δεν το παραδέχονται.
Ωστόσο δεν σταματούν μερικοί συνάνθρωποί μου να χτίζουν γύρω τους τείχη ψηλά και δυσθεώρητα. Να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους. Να μπορούν έστω και για λίγο να πουν πως δεν είναι όμοιοι όλοι. Πως για μερικούς ο θάνατος θα κάνει παρασπονδίες. Κι έτσι δένονται με το χρυσάφι, φτιάχνουν πανοπλίες μ αυτό κι όλο προσθέτουν κι άλλο, κι άλλο. Που το βρίσκουν; Μα το αφαιρούν από τους υπόλοιπους συνανθρώπους μου. Εκείνη η ιστορία με τον Μήδα που ο,τι έπιανε γινόταν χρυσάφι, νομίζουν πως δεν τους αφορά.
Κι όλο πληθαίνουν τα σύννεφα. Έρχονται τα μέτρα και ύστερα από αυτά τα για άλλη μια φορά τελευταία, ακολουθούν κι άλλα. Οι καταιγίδες όμως τελειώνουν. Κάποια στιγμή ξεθυμαίνουν. Στίβουν το νερό από τα νέφη και όταν δεν έχει άλλο, αφήνουν τον ήλιο να χαιδέψει τις πληγές των ανθρώπων. Να τους παρηγορήσει. Αυτή η καταιγίδα που πλάκωσε την χώρα μου τελειωμό δεν έχει όμως. Επειδή το αίμα σε μαγεύει. Το θανατικό είναι σα τη ζάχαρη. Αντί να σε ξεδιψά σου δημιουργεί πιο πολλή δίψα. Οι λίγοι συνάνθρωποι μου μέσα στην αρρώστια της απληστίας τους ξεχνούν τον θάνατο, την κοινή μοίρα και θέλουν πιο πολύ αίμα για να ξεχάσουν… να ξεχάσουν!
Όταν έρχονται τα μέτρα φέρνουν μαζί τους θλίψη, στεναχώρια. Όταν έρχονται τα μέτρα απλώνει τα δίχτυα του ο θάνατος. Σαγηνεύει τους απελπισμένους. Ευτυχώς όμως σε κάθε ψαριά υπάρχουν και εκείνοι που ροκανίζουν τα δίχτυα και δραπετεύουν. Αυτοί οι λίγοι πάντα θα προσκαλούν και τους υπόλοιπους. Όσοι δεν έχουν μαγευτεί από την γλύκα της παραίτησης. Όταν έρχονται τα μέτρα εσύ να κοιτάξεις να είσαι έτοιμος. Για όλα.
Monday, November 5, 2012
Σύντομη Επίσκεψη η Γλυκύ Όνειρο.
Με μεγάλη συγκίνηση αναρτώ τα διαμάντια από την ψυχή του Σωτήρη όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ίμβρο και την Τένεδο.
Δυο μαργαριταρένιες ανταύγειες στην άκρη του Αιγαίου.
Η άφιξη που πλησιάζει μας προκαλεί μια διαφορετική αίσθηση που διαπερνά τα κουρασμένα κορμιά μας. Το καραβάκι φτάνει στο λιμάνι μεγαλώνοντας την αγωνία της αποβίβασης στους ιερούς τόπους του πολιτισμού μας.
Η στιγμή που ο πρώτος φίλος από την Ελλάδα αγγίζει την όμορφη γη έφτασε. Ένα μικρό κύμα που σκάει, σβήνει το πρώτο φιλί, μα ακολουθούν άλα και άλλα έχοντας την αίσθηση, ότι χάσαμε τούτες τις πατρίδες για να τις αγαπήσουμε ακόμα πιότερο.
Ένας φερετζές, σαλβάρια, μικρά φλιτζάνια, ναργιλές, φαρδιά μουστάκια, ρυτίδες και κούραση, γίνονται τα εργαλεία για να ζωγραφίσουμε τη νέα μορφή της αρχέγονης γης μας.
Ένα μπέρδεμα με την ιστορία έγινε ο γόρδιος δεσμός με τη φαντασία μας. Αρχίζουμε να φωνάζουμε την ιέρεια αναζητώντας την πνευματική μας εξέλιξη, δίχως τη μυρωδιά των κρίνων του τόπου.
Πιάσαμε γρήγορα κουβεντολόι με τους Ίωνες, με τους Ακρίτες, με τα αδέρφια μας.
Παντού ζεστές ανάσες, μεγάλα φουσκωτά μάτια, δακρυσμένα από τις θύμισες της ιστορίας.
Τ’ αγκαλιάσματα δίνουν και παίρνουν, οι κουβέντες εδώ φτιάχνονται από άλλο πηλό. Τα σφιγμένα χέρια γίνονται ατσάλι και πέτρα, έτοιμα να βοηθήσουν να ξαναχτίσουμε τον τοίχο της ιστορίας που γκρεμίσαμε.
Τα ερείπια που αφήσαμε θέλουν να φωνάξουν να σηκωθούν. Έχω την αίσθηση ότι μας βλέπουν σαν γίγαντες, σαν Τιτάνες, έτοιμους να ξανασμίξουμε τα λιθάρια με μιας μας κίνηση, με μια μας προσταγή.
Σωτήρης Σούλης
Friday, November 2, 2012
Η πόλη
Κάποτε ζούσε ένας γέρος και σοφός άνθρωπος. Κάθε μέρα, έπαιρνε μια κουνιστή πολυθρόνα και μαζί με την ανιψιά του καθόντουσαν στο επαρχιακό βενζινάδικο που είχαν, περιμένοντας τους περαστικούς να γεμίσουν τα αυτοκίνητά τους.
Κάποια μέρα, πέρασε από εκεί, ένας ψηλός γεροδεμένος άνδρας, σίγουρα τον έκανες για τουρίστα και ρώτησε:
- Τι πόλη είναι αυτή; Ψάχνω να βρω κάπου να μείνω.
- Πως ήταν η πόλη που ζούσες; τον ρώτησε ο γέρος
- Ο καθένας κοιτούσε τον εαυτό του και πως θα εκμεταλλευτεί τον συμπολίτη του, απάντησε ο ξένος.
- Και εδώ έτσι είναι, είπε ο γέρος.
Αργότερα πέρασε από εκεί μια οικογένεια.
- Πως είναι η ζωή στην πόλη σου; ρώτησαν τον γέρο. Θέλουμε να μετακομίσουμε.
- Πως ήταν η ζωή στην προηγούμενη πόλη σας; τους ρώτησε
- Α, θαυμάσια! απάντησαν εκείνοι. Ο καθένας βοηθούσε τον άλλον, του συμπαραστέκονταν. Αγάπη κυριαρχούσε.
- Και εδώ έτσι είναι, τους απάντησε ο σοφός εκείνος γέρος.
Η ανιψιά του, μόλις έφυγε η οικογένεια, τον ρώτησε
- Γιατί παππού, πως γίνεται να είναι ίδια η πόλη μας με του πρώτου και της οικογένειας; Γιατί είπες στον πρώτο ότι είναι πολύ άσχημα εδώ, ενώ στους άλλους είπες πως είναι θαυμάσια;
Ο γέρος κοίταξε το κοριτσάκι μέσα στα ολάνοιχτα καταγάλανα μάτια του, που τον κοιτούσαν όλο απορία και είπε:
- Δεν έχει σημασία που πηγαίνεις. Πάντα θα κουβαλάς μαζί σου την στάση που κρατάς απέναντι στη ζωή. Και αυτό την κάνει υπέροχη ή απαίσια. Ζωή είναι εκείνο που εσύ δημιουργείς.
Thursday, November 1, 2012
Καταιγίδα
Τελευταία όλο και πιο συχνά μου έρχεται στο νου η ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου. Πως πήγε λέει να τα βάλει με τον ήλιο. Ο νεαρός και γεμάτος αέρινη αυτοπεποίθηση Ίκαρος. Ύστερα μια άλλη ιστορία. Εκείνη του πύργου της Βαβέλ. Θέλανε λέει οι άνθρωποι να γκρεμίσουν τον Θεό από το θρόνο του. Δυο ιστορίες, δυο κρατούμενα. Κι εμείς από την άλλη κρατούμενοι σ αυτή την αιώνια σισύφεια προσπάθεια.
Οι ουρανοξύστες μας, οι τεράστιοι πύργοι της ματαιοδοξίας μας τρυπούν τους ουρανούς, λες και προσπαθούν να τραυματίσουν τα όρια της ύπαρξής μας. Τεράστιοι πύργοι χτισμένοι πάνω στην επιστήμη, στην τέχνη, στην φαντασία. Τα μεγάλα βήματα της ανθρωπότητας είναι αποτυπωμένα πάνω στη Σελήνη, στο Σύμπαν καθώς και στον γενετικό κώδικα. Εμείς οι θνητοί άνθρωποι διαλαλούμε την θνητότητα μας και μοιάζουμε με τον γυμνό βασιλιά. Τότε είναι που χρειαζόμαστε ένα τράνταγμα από τη φύση, την αρρώστια, τον θάνατο για να συνέλθουμε και να ανοίξουν τα μάτια μας.
Ο τυφώνας που έπληξε την Νέα Υόρκη δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από έναν επιθετικό καρκίνο, από ένα ατύχημα, ένα θάνατο. Τα όρια από την αρχή μας δυσκόλευαν. Όχι τόσο επειδή δεν πρέπει να τα ξεπεράσουμε, όσο επειδή συνδέονται με την σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη. Αρκεί μια τόση δα φυσική καταστροφή για να φέρει μπροστά μας την προοπτική που επίμονα λησμονούμε: πως είμαστε θνητοί, πως ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος μας συνοδεύουν σ αυτό το ταξίδι που πρέπει να κάνουμε μόνοι και γυμνοί από όλα. Γι αυτό και φοβόμαστε. Τρέμουμε να αντικρύσουμε κατά πρόσωπο αυτή τη γύμνια. Κι έτσι την ντύνουμε με κάθε λογής φκιασίδια: καριέρα, σπίτια, χρήματα, δόξα.
Η αληθινή καταιγίδα είναι προσωπική. Έρχεται για τον καθένα μας. Τότε θα φανούν πόση δύναμη έχουν τα αναχώματα μας, οι εφεδρείες μας. Πόση αντοχή έχουν οι θεωρίες μας, οι σχέσεις μας και κυρίως τα οράματα για το μέλλον μας. Επειδή κυρίως αυτά χτυπιούνται πρώτα. Αυτές οι καταιγίδες γκρεμίζουν πρώτα τις προοπτικές. «Αφού θα πεθάνω, δεν έχει τίποτα σημασία». Μόλις περάσουν αυτή την άμυνα, τότε όλα τα άλλα είναι εύκολα.
Οι καταιγίδες πάνε κι έρχονται. Εκείνο που θα μας σώσει είναι όπως είπαμε η προετοιμασία. Οι προσδοκίες μας, οι επενδύσεις μας, οι σχέσεις μας. Καλό θα είναι λοιπόν τακτικά να τα ελέγχουμε αν θέλουμε να μη χαθούμε από το πρώτο χτύπημα. Όσο πιο προσγειωμένοι, πιο ανθρώπινοι, πιο προσεκτικοί με τα απλά, τα καθημερινά, πιο αγαπητικοί με τους γύρω μας, τόσο πιο ανθεκτικοί θα είμαστε στους τυφώνες κάθε είδους και παντός καιρού.