Tuesday, September 8, 2009

Τι να διαλέξω;

"Αχ, δεν ξέρω τι να κάνω!"
"Έλα ηρέμησε!" προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει η μάνα.
"Πως να ηρεμήσω... δεν ξέρω τι να διαλέξω...."
"Βλέπεις Ερημίτη τι τραβάμε;" με κοίταξε απεγνωσμένα
"Δεν καταλαβαίνω" είπα εγώ κουνώντας το κεφάλι
"Η κόρη μου!"
"Την βλέπω που δεν αποφασίζει" είπα εγώ τελειώς φυσικά
"Και είναι λίγο αυτό;" με ρωτά σχεδόν έξαλλη η μάνα, μη μπορώντας να βοηθήσει καθόλου
"Θέλεις να λύσω εγώ τον γόρδιο δεσμό;" πρότεινα
"Θα με υποχρεώσεις!" με παρακάλεσε
Η αλήθεια είναι οτι είναι ευλογία να έχεις τόσες πολλές επιλογές στην διάθεση σου. Να μπορείς να σταθμίζεις και να προχωράς. Για τις σπουδές, για το μέλλον, για τις σχέσεις...σχεδόν - επιμένω - σχεδόν για τα πάντα.
"Λοιπον;" με σκούντηξε η μάνα
"Εχεις διαβάσει την Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων;" απευθυνομαι στην μικρή. Εκείνη ακουμπισμένη στο τραπέζι με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
"Ε, τότε θα ξέρεις και την λύση στο πρόβλημα σου" χαμογέλασα
Κατέβασα από την βιβλίοθήκη το βιβλίο και άνοιξα στην παρακάτω σελίδα:

δρόμος.jpg

Sunday, September 6, 2009

Τα Σεπτεμβριανά

Προτου μας αφήσει τούτη η μέρα, και οι μνήμες της περάσουν στο παρελθόν, προσπάθησα και κράτησα μερικές. Είναι από αυτές που πονούν. Μερικοί θα ήθελαν να ξεχάσουν τα γεγονότα, αλλά εκείνα μας στοιχειώνουν. Πρέπει. Πρέπει να ειπωθούν για πολλοστή φορά.
Ετσι για να αγιάσει η μνήμη όσων άδικα για μια φορά ακόμα, έπεσαν θύματα....

111.png


112.png


114.png


115.png


Τούτα ήταν τα γεγονότα όπως μου τα διηγήθηκε ο παππούς, και τα έχω καταγράψει στο βιβλίο μου "Μικρασίας Έρως". Ετσι δεν θα μπορούσα να τα παραλείψω...
Την θύμηση του να έχω...εύχομαι...

έρχεται "βροχή"

"Εσύ που έχεις ταξιδέψει στους πολιτισμούς του κόσμου Ερημίτη, έχεις χορέψει ποτέ τον χορό της βροχής;" με ρώτησε ένας φίλος μουσικός
Κοιτώ τον ουρανό και μυρίζοντας τον αέρα του λέω
"Ερχεται!"
"Σιγά την πρόβλεψη Ερημίτη!" μου χαμογελά. Ο ουρανός όσο πάει και βαραίνει. Το βλέπουμε όλοι
"Με ρώτησες για τον χορό της βροχής. Οχι, δεν έχω χορέψει αλλά έχω κάτι άλλο για σένα, μιας και είσαι μουσικός"
"Τι;"
"Μια φορά, με είχε προσκαλέσει ένας φίλος, συνάδελφός σου, σε μια σύγχρονη εκτέλεση του χορού της βροχής. Θέλεις να την δεις; Έχω κρατήσει το βίντεο."
"Σύγχρονη εκτέλεση...μα τι λες;'
"Σώπα, δες και νιώσε! Κυρίως νιώσε! του λέω και βάζω το βίντεο να παίζει:

Friday, September 4, 2009

σαράντα κύματα


Είχα ένα φίλο που λέτε, τον Σταύρο τον Τσιμπλή.
Αυτός όταν ήταν μικρός, υπέφερε ο καημένος από μια αρρώστια που κρατούσε πολύ καιρό. Μη με ρωτήσετε να σας πω τι ήταν γιατί σίγουρα δεν ξέρω, κανείς μας δεν ήξερε.
Μια μέρα το λοιπόν, η γιαγιά και η μάνα του τον κατέβασαν στο γιαλό. Εκεί του έβγαλαν την φανέλα του, το πάνω εσώρουχο, και καθισμένες στην άμμο, η πάνω σε μια πέτρα, εκεί που σκάει το κύμα στην ακροθαλασσιά, βουτούσαν το ρούχο στην θάλασσα σαράντα φορές, σε σαράντα κύματα. Παρακαλούσαν να σβήσει η αρρώστια από το άρρωστο παιδί τους όπως σβήνει το κύμα στη στεριά.
Οταν έφευγαν, έπρεπε να μη γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω τη θάλασσα, εκεί που άφησαν το "κακό".
Η αλήθεια είναι οτι ο Σταύρος είναι σήμερα κάπου στην Αυστραλία. Ζει και βασιλεύει.
Τι είδους αρρώστια ήταν, τι έγινε κανείς δεν ξέρει.
Την πήραν τα "σαράντα κύματα".
Μεταξύ μας, όχι μόνο του Σταύρου αλλά και ένα σωρό άλλα παιδιά ακολουθησαν αυτή τη "θεραπεία" μεταξύ αυτων και εκείνος που γράφει τούτες τις γραμμές...

Wednesday, September 2, 2009

ο λάκκος

"Τόσες πολλές κατραπακιές!" παραπονέθηκε ο φίλος. Μόλις έφτασε στην πρωτέυουσα για να τις ελλατώσει αλλά μάλλον πλήθυναν και αγανάκτησε.
"Υπομονή' του είπα
"Τι υπομονή Ερημίτη μου, τι υπομονή, πόση άλλη! Εδώ κοντεύουμε να βάλουμε και το άλλο πόδι μέσα να κλείσει ο λάκκος!"
"Είπες λάκκος;" άνοιξα τα μάτια μου. "Τώρα θυμήθηκα! Για άκου μια ιστορία, ίσως βγάλεις κάτι από αυτήν!'
"Για ιστορίες είμαστε τώρα;" νευρίασε εκείνος
"Μωρέ άκου να δεις τί εγινε...."

Μια φορά ένας αγρότης είχε έναν γάιδαρο.

donkey.png

Γέρασε ο κακόμοιρος και κάποια μέρα, εκεί που περπατούσε στο λιβάδι, έπεσε μέσα σε ένα χαντάκι. Προσπάθησε μα δεν μπορούσε να βγει.

Τον βρήκε το αφεντικό του, προσπάθησε κι εκείνος αλλά δεν τα κατάφερε.

Σκέφτηκε λοιπόν οτι μιας και ο γάιδαρος ήταν γέρος και το χαντάκι έπρεπε να κλειστεί, να κάνει δυο δουλειές μαζί.

Κάλεσε τους χωριανούς, τους έδωσε από ένα φτυάρι και όλοι μαζί έριχναν χώμα μέσα στο χαντάκι να θάψουν τον γάιδαρο και να κλείσουν το χαντάκι. Μόλις το ζωντανό κατάλαβε τι συνέβαινε, έκλαιγε, μα κανένας δεν του έδινε σημασία.

Ξαφνικά όμως σιώπησε. Ολοι αναρωτήθηκαν τι έγινε. Δεν έκλαιγε όταν του πετούσαν χώμα. Εκείνος, κάθε φτυαριά που του έρχονταν στην πλάτη, την τίναζε και έπεφτε στα πόδια του το χώμα. Έτσι συνέβαινε να πατάει το χώμα και να ανεβαίνει εκείνο και στο τέλος γέμισε το χαντάκι και ο γαίδαρός μας βγήκε καμαρωτός καμαρωτός.

Τι κατάλαβες λοιπόν; Πως η ζωή θα σου ρίχνει πολλές φτυαριές με ακαθαρσίες. Κάθε είδους. Το κόλπο είναι να τις τινάζεις από πάνω σου και να ανεβαίνεις από το χαντάκι πατώντας τη βρωμιά. Μπορούμε να βργούμε από το οποιοδήποτε χαντάκι όχι με παραίτηση αλλά με αποφασιστηκότητα. Κάθε φτυαριά και ένα βήμα προς τα πάνω!"

Ο φίλος έφυγε ύστερα από έναν σκεφτικό χαιρετισμό....

Μακάρι ο λάκκος να του έδειξε τον δρόμο προς τα πάνω...

"ξεφοράει"


Για να σας τελειώσω με το θέμα αυτό, αν και δεν τελειώνει έτσι, ίσως το ξαναβρούμε μπροστά μας, θέλω να σας πω για το τι γινόταν όταν η κυρά Μαρίκα δεν κατάφερνε και πολλά.
Μην της το πείτε όμως επειδή εκείνη δεν το παραδέχεται.
"Εμένα η τέχνη μου έχει βαθιές ρίζες" λέει " έχουν έρθει σε μένα...ωωωωω... τι να πρωτοθυμηθώ!"
Γι αυτό σας λέω, μην της το πείτε, θα πικραθεί και είναι τόσο καλός άνθρωπος!
Λοιπόν, τι λέγαμε;
Α, ναι! Αν με αυτά και με εκείνα δεν περνούσε το κακό, τότε καταφεύγουμε σε άλλα μέσα, στην θρησκεία.
Μάλιστα!
Πάμε τον άρρωστο στην εκκλησία, για να "φεφορέσει" επάνω του ο παππάς. Μετά τη λειτουργία σταματουμε τον "παθόντα" στην βορεια πύλη του ναού. Ο παππάς βγάζει το πετραχήλι του, τα επιμάνικα και τη ζώνη, τα βάζει πάνω στο κεφάλι του βασκαμμένου και διαβάζει την ειδική ευχή.
Άλλες φορές πάλι, ξαπλώνουμε τα βασκαμένα μωρά μπροστά στην Ωραία Πύλη, για να περάσει από πάνω τους ο παπάς την ώρα που περνά με τα "Άγια" στα χέρια.
Πάντως πρέπει να ξαναπώ, οτι ήταν μεγάλος "λεκές" για κάποιον να "διαγνωστεί" με βασκανία. Κοίταγε πώς θα αποτινάξει από πάνω του τούτο το κακό, την φήμη του ονόματός του. Ωστόσο μπορεί να συμβεί και στον καθένα. Για να προλάβουν λοιπόν το κακό, μόλις πλησίαζαν το αντικείμενο του θαυμασμού τους, το έφτυναν λέγοντας ", φτου να μη βασκαθείς". η έβαζαν μπροστά σε ό,τι ήθελαν να πουν την λέξη "σκόρδα" η απλά έλεγαν "μάσιαλα" που είναι μια επίκληση του ονόματος του Θεού στα τουρκικά.
Είπαμε όμως έτσι;
Τσιμουδιά στην κυρά Μαρίκα.
Την άλλη φορά θα σας πω για τα ξόρκια και τα γητέματα...

Tuesday, September 1, 2009

ώρες φθινοπώρου


Οι Ερημίτες, έχουν μια περίεργη λατρεία με το παρελθόν, επειδή πολλές φορές μέσα εκεί κρύβεται το μέλλον.
Εγώ δεν ξέφυγα από αυτό το πάθος. Έχω μαζέψει ολόκληρα συρτάρια με παλιά βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά. Ο,τι βάζει ο νους σας, για μένα και την "παράνοια" μου.
Ερημίτης είμαι, μπορώ να κάνω κάθε τρέλα.
Σήμερα, πρώτη μέρα του φθινοπώρου θα ήθελα να διαβάσουμε μαζί, ένα άρθρο που έγραψε ο Αγαπητός Τσσοπανάκης το 1935. Για να δουμε, τι σχέση έχει με το φετινό φθινόπωρο....

Ο κύκλος των ημερών, στριφογυρίζοντας, μας έσπρωξε απ' το καλοκαίρι και μας μετατόπισε προς το φθινόπωρο, όπως πάντα. Ούτε μας ρώτησε να έχουμε διάθεση ν΄ αλλάξουμε, αν δε θάμαστε ευχαριστημένοι να σταματήσουμε και κάπου.

Εμάζεψε απ΄ τους μακρυνούς τόπους τα σύννεφα και τα στοίβαξε σα μυκηναϊκά κάστρα, ογκώδη, στο βάθος του ορίζοντα, με μεγάλους σκιασμούς, έτοιμα να ξεκινήσουν και να σκεπάσουν το Σύμπαν και να μας διαλύσουν.

Και το πέτυχαν μονάχα με την εμφάνισή τους. Κι ο τελευταίος ήρωας των κυμάτων, τραβήχτηκε απ' την ακροθαλασσιά, κι έμεινε μόνος ο γιαλός, κι επήραν οι αέρηδες και σκόρπισαν και τη ζεστασιά της γυναίκας, που περπατώντας στραταρχικά στην άμμο, άναβε πόθους και λαχτάρες, μαζί με τα λιοπύρια..

Πάει πια, μαζεύτηκεν η πολυθόρυβη αυτή εμφάνιση της ζωής που πλημμύριζε το κύμα.

Οι βάρκες άρχισαν να δέρνουνται κι' έχασαν το παλιό, απαλό νανούρισμά τους και το κύμα βρόντηξε στην ακρογιαλιά κι' έσκαψε την άμμο.

Πάει και το παλιό το χάιδι, το παλιό παρακαλεστικό αγκάλιασμα του νερού με την καρίνα, πάει και το διακριτικό αεράκι που φούσκωνε τα πανιά μ' απαλωσύνη και δρόσιζε τα σώματα.

Τώρα ο νοτιάς-αδύνατος ακόμα-σκουραίνει τη θάλασσα και της δίνει μιαν ύπουλη γαλήνη, κι ο βοριάς κουβαλώντας άσπρα πρόβατα κοπάδια, τα βόσκει βιαστικά απάνω στα ταραγμένα νερά, που παίρνουν μαζί του μια γυαλάδα βαθυγάλανου κρυστάλλου.

Ο ρυθμός της ζωής των ανθρώπων παίρνει έναν τόνο βιαστικώτερο, τόσο όσος φτάνει για να αισθάνωνται τα δέντρα την τραγική τους μοίρα.

Νάναι δηλαδή αναγκασμένα να κάθουντ' εκεί, να δέρνουνται απ' τις βροχές και τους ανέμους σε μιαν υποχρεωτικήν έκσταση, χωρίς φανερή διαμαρτυρία, μα ασφαλώς με εσώτερη συνείδηση του άδικού τους πεπρωμένου.

Και μήπως εμείς που σ' αυτόν τον κόσμο «ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» τι καταλαβαίνουμε; Πόσες φορές δεν πεθυμούσαμε να παίρνουμε τ' αστροπελέκια, περήφανα κι αδάκρυτα, με τις εσώτερες πλημμύρες μας, μα με την εμφάνιση εκείνη της μεγαλόπρεπης κι ασυγκίνητης «βασιλικής δρυός» του γλυκού, γλυκύτατου Παπαδιαμάντη;

Τα φύλλα των πλατάνων δεν έχουν πια εκείνο το καλοκαιρινό πράσινο κουβεντολόι μα τα πήρε ο μαρασμός κι η κιτρινίλα, τα δέρνει ο άνεμος απάνω στις βέργες και τα ξετινάζει μακρυά. Αυτά παίρνουν χάμου ένα περιστροφικό κυνηγητό και χάνονται στο βάθος της απόμακρης πλατείας.

Φθινόπωρο.μα φοβόμαστε να πούμε τη λέξη. Οι καρέκλες στο Μαντράκι έχασαν τη νύχτα τους πιστούς των, κι' οι τελευταίοι π' απομείνανε αισθάνονται τεράστια την εγκατάλειψη, σαν να παρευρίσκονται σε μια παράσταση κι' είν' οι μόνοι θεατές κι' απ' αυτή την έλλειψη κοινού αισθάνονται την αποτυχία της.

Φυγή, φυγή κι υποχώρηση.

Έπεσαν κι' οι πρώτες ψιχάλες. Η βροχή θάναι το τελειωτικό στοιχείο και το σύνθημα για το σκόρπισμα όλων όσοι έμειναν πιστοί προς την εποχή, και την πλατεία, και τη θάλασσα. .Όλων όσοι ελπίζουν στο καινούργιο καλοκαίρι.