Sunday, May 12, 2013

Της μάνας της Ιμβριώτισσας

«Επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, έπλασε γι' αυτό τη μάνα», ειπώθηκε από τα χείλη κάποιου τόσο εύστοχα, αφού η μάνα είναι αυτή που με τη δύναμη του Θεού από τη στιγμή της σύλληψης του εμβρύου και μέχρι να σφαλήσει τα γεμάτα στοργή και αστείρευτη ανιδιοτελή αγάπη μάτια της, αγωνιά και αγωνίζεται για την υγεία και την ευτυχία του σπλάχνου της.


 Όπως έγραψε ο Κύπριος συγγραφέας και ποιητής Δημ. Ποταμίτης είναι: η Μάνα του Θεανθρώπου, η Μάνα Παναγιά, η Μάνα του ληστή, η Μάνα του στρατιώτη, η Μάνα του μαθητή, η Μάνα Κουράγιο, η Μάνα του καθενός από εμάς και θα προσθέταμε ασφαλώς και τη Μάνα του πρόσφυγα.
Δεν μπορούμε να παραλείψουμε τη Μάνα της Ανατολής που σε εποχές ηρεμίας και γαλήνης, παρά τον καθημερινό της μόχθο, προσπαθούσε να αναστήσει τα παιδιά της και ταυτόχρονα έβρισκε χρόνο για βεγγέρες στις γειτόνισσες και για αστειολογήματα στις βρύσες και στα σοκάκια.


Επειδή η Μάνα της Ανατολής είχε ξεκινήσει τον αγώνα της από παλιά, από τότε που κατάλαβε πως τα παιδιά της κινδυνεύουν, ας την δούμε από πιο κοντά. Μιας και μοιάζει με την δική μας μάνα, την Ιμβριώτισσα. Μαζεμένες θαρρείς όλες οι μανάδες, προσπαθούν να μαζέψουν κάτω από τα φτερά τους τα κλωσόπουλα, να μην τα εύρει η συμφορά και ο θάνατος.


Έζησε στις τραγικές ημέρες του πανικού, του ξεριζωμού, της ανείπωτης φρίκης στα καραβάνια του θανάτου ή στις λεηλατημένες από τους ατάκτους Τούρκους (τσέτες) πόλεις και στα χωριά στα παράλια της Ιωνίας, αλλά και στην ΚωνΠολη, τον Πόντο και την Καππαδοκία, όταν «Έπεφτε η μάνα και το παιδί δε στέκονταν να την σηκώσει, πέθαινε το παιδί κι η μάνα δεν προλάβαινε να το νεκροφιλήσει», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας Δ. Σωτηρίου.


Τη μάνα της πρώτης προσφυγικής γενιάς που ρακένδυτη, σωστό ερείπιο και χήρα -τις περισσότερες φορές- ήρθε στη μητέρα Ελλάδα και κατόρθωσε να στήσει και πάλι από την αρχή το νοικοκυριό της, να εργασθεί παράλληλα και να μεγαλώσει με χίλιες δυο θυσίες τα παιδιά της. Και κάτι ακόμη που οφείλουμε εξαρχής να υπογραμμίσουμε. Μάνες ήταν, δυο φορές μάλιστα, και οι γιαγιάδες αλλά κι εκείνες που είτε άτεκνες είτε μαζί με τα δικά τους παιδιά περιέθαλψαν και έσωσαν από βέβαιο θάνατο ορφανά παιδιά. Τα λάτρεψαν και μόχθησαν γι' αυτά κι ας μην ήταν οι φυσικές τους μητέρες.
Πολλά παλικάρια θα επιστρατευθούν παρά τη θέλησή τους στον τουρκικό στρατό και θα τοποθετηθούν στα γνωστά «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας), τάγματα Θανάτου για τους Έλληνες.
Δεν έχει άδικο ένας άλλο συγγραφέας, ο Βενέζης, όταν, μιλώντας για την προσφυγιά και τις χαροκαμένες μάνες, τις καψομάνες, αναφέρει ότι «ο θάνατος στο λαό μας έγινε πρόσωπο οικείο. Οι μητέρες μας μέσα στ' άλλα χρέη τους, μέσα στο χρέος ν' αναστήσουν τα παιδιά και να τους μάθουν την αγάπη, παράδοση είχαν να ετοιμάζουν και να φυλάγουν στα σεντούκια τους τα νεκροσάβανα της οικογένειας».


Όμως, τότε αναδείχθηκε το μεγαλείο της ψυχής της μάνας. Μονομιάς ξέχασε τους σκοτωμούς, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά. Αυτή που άλλοτε σε κάθε θάνατο δερνόταν, έκλαιγε και έσκιζε τα ρούχα της, τώρα άφησε το θρήνο και το μοιρολόι. Πού καιρός για τέτοια. Ρίχτηκε στη δουλειά. Να ζήσει το παιδί, το αδελφάκι, το κάθε αδύναμο πλάσμα της οικογένειας. Έγινε δούλα, πλύστρα, παραδουλεύτρα, εργάτρια.
Όποια ήξερε να πιάνει το βελόνι, τα βόλεψε καλύτερα. Το βελόνι έγινε τέχνη: ράψιμο, κέντημα, νταντέλα. Οι πλεκτοβελόνες δε σταματούσαν. Κάλτσες, ζακέτες, φουστάνια, κουρτίνες, κουβέρτες όλα για ένα κομμάτι ψωμί στους μαγαζάτορες. Ορισμένες αγόρασαν μια μηχανή Singer με το ποδαράκι, ενώ άλλες συνέχισαν την τέχνη του χαλιού, του κιλιμιού και των υφαντών στους αργαλειούς.
Υπήρξαν και εκείνες που επέλεξαν την αγροτική εγκατάσταση. Στα βαλτονέρια, στην ξερολιθιά, στο αλμυρό υπέδαφος, όπου τους δόθηκε κλήρος. Και αρχίζουν τον πόλεμο με τη γη και με όλα τα στοιχεία της φύσης: τις αναβροχιές, τις πλημμύρες, το χαλάζι. Παλεύουν με τις παγωνιές του χειμώνα, την κάψα του καλοκαιριού. Όμως δε βαρυγκομούν, καθώς μία είναι η λαχτάρα τους: να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να τα καμαρώσουν παλικάρια και κοπέλες με δικά τους σπιτικά και δική τους οικογένεια. Γι' αυτό και δούλεψαν μερόνυχτα. Τα ροζιασμένα τους χέρια διοχέτευσαν στη γη, μαζί με το σπόρο και το φυτό, την ουσία της ψυχής τους.


Το θαύμα δεν άργησε, χάρη στο δικό τους μόχθο, το άκαμπτο πείσμα τους, τη σιδερένια θέληση. Γρήγορα  έστησαν και πάλι το νοικοκυριό τους. Άστραψαν τα σπιτικά τους, όλα πεντακάθαρα, όλα κεντημένα. Οι κουβέρτες στο κρεβάτι, τα κουρτινάκια στα παράθυρα. Κεντημένα και κολλαριστά.
Το φτωχικό και άγονο χώμα μεταμορφώθηκε σε αφράτη και γόνιμη γη. Πράσινη ευλογία όλες οι εκτάσεις με αμέτρητα καρποφόρα δέντρα, περιβόλια και πολλά γεννήματα. Σταδιακά δημιουργήθηκαν νέες προσφυγικές εγκαταστάσεις. Νέα χωριά και χωριουδάκια. Μικροί και μεγάλοι οικισμοί έξω από τις πόλεις, σε όλη την περιφέρεια,  που βαπτίστηκαν με τ' όνομα του γενέθλιου τόπου προσθέτοντας και τη λέξη «Νέος» μπροστά, όπως ο Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία κλπ


Οι ξεριζωμένοι πήραν μαζί τους από τις εστίες τους και τις παραδόσεις τους, όλο το παρελθόν με τις άσβηστες μνήμες. Στην προσφυγιά τα περασμένα δεν έγιναν ξεχασμένα. Έμειναν ολοζώντανα, ακόμη και τα γλέντια, τα τραγούδια, η μουσική, τα ξεφαντώματα. Τα έθιμα, τα φαγητά, οι αξίες όλα ανέπαφα χάρη στους συλλόγους, τα σωματεία, μα κυρίως χάρη στις άξιες μάνες που έμειναν όρθιες σε όλες τις μπόρες και τις φουρτούνες του ουρανού και της γης Χωρίς ρίζες και σε ξένο χώμα, έστω και αν ήταν της μητέρας Πατρίδας και παρ' ότι γνώρισαν την απονιά, δε λύγισαν στιγμή. Ρίζωσαν και φύτρωσαν και άνθισαν τα βλαστάρια τους, που πλούσια και ευλογημένα πλημμύρισαν την Ελλάδα.
 Δανειζόμαστε τον εξαιρετικό συλλογισμό της Ιφιγένειας Χρυσοχοόυ. Ενέταξε τη Μάνα μεταξύ των επτά μεγαλύτερων καλών του κόσμου, τα οποία αξίζει να σημειωθεί ότι είναι όλα γένους θηλυκού, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα επτά κακά του κόσμου, όλα αρσενικά. Η Ειρήνη έχει αντίθετό της τον Πόλεμο. Η Ζωή το Θάνατο. Η Μάνα, το Χάρο. Η Ελευθερία, το Ζυγό. Η Σιγουριά, τον Κίνδυνο. Η Ησυχία, το Τρόμο. Η Σωτηρία, το Χαμό.


Στην Ιμβριώτισσα μάνα, ο πνευματικός της πατέρας ο Πατριάρχης, έχει να πει:


«Στην Παναγία ακουμπούσαμε πάντα οι Ίμβριοι. Και σε καλές εποχές και σε δύσκολες. Και τότε που τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή, και τώρα που μείναμε λίγοι να φυλάγουνε τις μνήμες και τα μνήματα, τα όνειρα και τ' αγιασμένα χώματα. Στην Παναγία τρέχανε και τρέχουμε, όπως τα παιδιά στην μητέρα τους. Την νοιώθουμε Μητέρα μας - Ιμβριώτισσα Μάνα της αιωνιότητος. Και όσοι ζουν πολύ μακριά από το γενέθλιο χώμα, την έχουν πάρει μαζί τους: «Παναγία Ξενιτεμένη», φύλακα και προστάτιδα των οραματισμών και των ελπίδων τους - λιμάνι στις πολλές φουρτούνες της ζωής τους - πολύ θα ήθελα να ήμουν μαζί σας τις άγιες αυτές ημέρες. Να σας δω ένα - ένα, να σας χαρώ. Να σας λειτουργήσω, να κοινωνήσουμε μαζί τη ζωή και την χαρά του κόσμου, που είναι ο Χριστός. Να παρακολουθήσω κι εγώ τα εφετεινά «Νιμπριώτ' κα» (Ιμβριώτικα), να ακούσω τη μουσική μας, να δω τους χορούς μας, να επισκεφθώ την έκθεση φωτογραφίας ...; ένας προσκυνητής κι εγώ της ιερής γης των προγόνων μας, που την πότισαν με πολύ ιδρώτα και με δάκρυα πολλά, και η καρδιά μου θα πάλλει στους παλμούς της δικής σας καρδιάς.
. Τα καλοκαίρια είναι όμορφα στην Ίμβρο, και το αντάμωμα συγγενών και φίλων τα κάνει ακόμη πιο όμορφα. Τα κάνει πιο όμορφα και ζωντανά και χαρούμενα η παρουσία τόσων Ιμβρίων νέων που αγαπούν περιπαθώς τον τόπο μας και τον επισκέπτονται και ανακαινίζουν τα σπίτια τους και ξαναζωντανεύουν τα παραδοσιακά πανηγύρια μας και μας θυμίζουν τα δικά μας όμορφα παιδικά και νεανικά χρόνια στην Ίμβρο μας. Αγαπητά μας, Ιμβριωτόπουλα, σας ευχαριστούμε γι' αυτά όλα κι εγώ σας ευλογών από καρδιάς ...;»


Χρόνια πέρασαν πολλά από τότε που αποχαιρέτησε τα παιδιά της. Τα είδε που ξανοίχτηκαν στο πέλαγο ζητώντας καλύτερες μέρες. Εκείνη ξέμεινε πίσω, μέσα στα χαλάσματα να περιμένει το γυρισμό.


Ώσπου ήρθε η μέρα. Ξημέρωσε θαρρείς Ανάσταση. Στην αρχή δειλά, ύστερα δυο δυο, αργότερα περισσότεροι, πήραν να ξαναστήνουν εκείνο το σπιτικό που τους είχε αφαιρεθεί με τη βία. Η μάνα, δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα της. Είχε στην αρχή σκιαχτεί πως δεν θα ξανανταμώσει τα παιδιά της. Αλλά, εκείνα είχαν πάρει εικόνισμα μαζί και όρκο πως μια μέρα θα γυρνούσαν στην αγκαλιά της.


Σπίτια ξεφυτρώνουν εκεί που πριν είχαν βγει αγριόχορτο και λησμονιά. Οι τοίχοι και οι αυλές ασβεστώνονται ξανά, μέσα σε μικρούς τενεκέδες φυτεύεται βασιλικός. Τα περβάζια γεμίζουν γλάστρες. Και η καρδιά της ιμβριώτισσας μάνας χαρά και ελπίδα.


Η ξενιτεμένη μάνα, είναι η στοργική μάνα που δεν ξεχωρίζει τώρα πια τη γη που την θρέφει, εκείνη και τα παιδιά της. Αρκεί να είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που πονούν για την ιστορία, το παρελθόν και το μέλλον. Να είναι ανάμεσα στα παιδιά της για να αρμενίζουν τον καιρό με ρότα την ελπίδα πως η λησμοσύνη δεν θα κλείσει τα μάτια και τα αυτιά της. Ακόμα ούτε και ο ίδιος ο θάνατος. Γι' αυτήν, την Ιμβριώτισσα μάνα,  θάνατος είναι μόνο η λησμονιά.

Monday, May 6, 2013

Για την ημέρα του Αγίου Γεωργίου μερικά ήθη, έθιμα και παραδόσεις

Το έθιμο των "Πεχλιβάνηδων"
Στο δημοτικό διαμέρισμα Ολβίου υπάρχει το έθιμο των "πεχλιβάνιδων" Ανήμερα του Αγ. Γεωργίου, από το μεσημέρι ομάδα παραδοσιακών οργάνων με νταούλι και ζουρνά, περιφέρονται στις γειτονιές του χωριού, όπου καλούν τους κατοίκους να παραβρεθούν στους αγώνες πάλης, όπου νεαροί παλαιστές από διάφορα μέρη της Β. Ελλάδος, γνωστοί και ως «πεχλιβάνηδες» (που σημαίνει "παλαιστής" στην τουρκική γλώσσα), συγκεντρώνονται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο και αφού χωρισθούν σε ζευγάρια, παλεύουν αλειμμένοι με λάδια. Η περιβολή τους είναι δερμάτινο παντελόνι μαζεμένο μέχρι τα γόνατα και σφιχτά δεμένο στην μέση, έτσι ώστε να μην μπορεί ο αντίπαλος να του το βγάλει. Ο «Πεχλιβάνης» χάνει όταν πέσει και ακουμπήσει η πλάτη του στο έδαφος αλλά και όταν... ο αντίπαλος καταφέρει να του κατεβάσει το παντελόνι!!! Το βραβείο του νικητή είναι τα χρήματα «μπαξίσι» που μαζεύονται μέσα σε μια πετσέτα που την περιφέρει στο κοινό το ζευγάρι παλαιστών που αγωνίστηκε. Εικάζεται ότι το έθιμο ξεκίνησε προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και αναπαριστά την πάλη του με το θηρίο.  Το έθιμο αυτό το έφεραν οι πρόσφυγες κάτοικοι του χωριού Ολβίου από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, όπου η γιορτή του Αγ. Γεωργίου ήταν επίσημη αργία και για Χριστιανούς και για Μουσουλμάνους.
 Στην Αράχωβα, ανήμερα του Πάσχα και από το απόγευμα ξεκινάει η περιφορά της Εικόνας του Αγίου Γεωργίου την οποία συνοδεύουν περί τα 500 άτομα ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές. Την επομένη πραγματοποιείται αγώνας δρόμου των γερόντων (ανηφορικός δρόμος), οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και φτάνουν στο λόφο.
Υπάρχουν τραγούδια, ιστορίες και παραδόσεις για τον Άγιο Γεώργιο. Παράδειγμα από την Βέροια και την Νάουσα.
«Κάποτε σε ένα βασίλειο ο Θεός για να τιμωρήσει το βασιλιά, που δεν πίστευε στο Χριστό, έστειλε έναν φοβερό δράκοντα, που μπήκε στην πηγή απ' όπου έπαιρνε νερό όλο το βασίλειό του και δεν άφηνε να τρέξει το νερό, αν δεν του έδιναν κάθε μέρα από ένα παιδί τους για να το φάει.
Μια μέρα ήρθε και η σειρά της μοναχοκόρης του βασιλιά. Ο βασιλιάς δεν ήθελε να τη δώσει αλλά ο λαός τον ανάγκασε. Την έντυσε, τη στόλισε και την πήραν οι στρατιώτες και την πήγαν και την έδεσαν δίπλα στην πηγή, όπως έκαναν κάθε μέρα.
Εκεί που καθόταν η βασιλοπούλα και περίμενε να βγει ο δράκοντας απ' την πηγή για να τη φάει και έκλαιγε από το φόβο της, παρουσιάστηκε ένας όμορφος καβαλάρης και τη ρώτησε γιατί είναι δεμένη εκεί και γιατί κλαίει. Η βασιλοπούλα του είπε το λόγο και τον παρακάλεσε:


 «Φύγε, ξενάκι μου, από δω να μη σε φάει και σένα  αυτό το άγριο θεριό που θα φάει και μένα!»,
αλλά ο Άγιος Γεώργιος της είπε να μη φοβάται γιατί αυτός ήρθε να τη γλιτώσει, μόνο που ήθελε πρώτα να κοιμηθεί λίγο για να ξεκουραστεί απ' το ταξίδι που είχε κάνει!
 «Άφησ' με, κόρη μ', άφησ' με λίγον ύπνον ας πάρω και γω σκοτώνω και θεριό και δράκοντα μεγάλο».
Μόλις ξάπλωσε ο Άγιος Γεώργιος, αποκοιμήθηκε, αλλά πολύ γρήγορα τον ξύπνησε η βασιλοπούλα με τις φωνές της!
 «Σήκω, ξένε μου, γρήγορα, και το νερό αφρίζει κι ο δράκος τα δοντάκια του για μένα τ' ακονίζει!».
Ο Άγιος Γεώργιος πετάχτηκε αμέσως επάνω και με το κοντάρι του σκότωσε το δράκοντα και με το σπαθί του του πήρε το κεφάλι και το έδωσε να το πάνε στο βασιλιά και να του πουν ότι τον δράκοντα τον σκότωσε ο Άγιος Γεώργιος από την Καππαδοκία.
Όταν έμαθε ο βασιλιάς τι έγινε δεν πίστευε ούτε στα μάτια ούτε στ' αυτιά του, ώσπου είδε την ίδια την κόρη του, και την αγκάλιασε και τη φίλησε κλαίοντας από τη χαρά του. Ύστερα ρώτησε τον Άγιο Γεώργιο τι θα ήθελε να του δώσει για να τον ξεπληρώσει για το καλό που του έκανε και ο Άγιος Γεώργιος του είπε να πιστέψει στο Χριστό, που τον βοήθησε να σκοτώσει το θεριό και να βαφτιστεί Χριστιανός. Τότε ο βασιλιάς βαφτίστηκε μαζί με όλη την οικογένειά του και το λαό του και έχτισαν και μια πολύ μεγάλη εκκλησιά για τον Άγιο Γεώργιο.

Sunday, May 5, 2013

Χριστός Ανέστη

Οποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεό
ας απολαύση την ωραία και λαμπρή πανήγυρη.
Το τραπέζι είναι γεμάτο, όλοι απολαύστε.
Κανένας ας μη φύγει πεινασμένος-χωρίς να κοινωνήσει.
Ολοι απολαύστε τα τα αγαθά της δικαιοσύνης του Θεού.
Κανένας ας μην οδύρεται για τις αμαρτίες του,
γιατί απο τον τάφο του Χριστού ανέτειλε συγχώρηση.
Κανένας να μη φοβάται τον θάνατο, γιατί ο θάνατος
του Σωτήρα μας ελευθέρωσε απο τον θάνατο.
Πικράθηκε ο Άδης, Κύριε, όταν σε συνάντησε εκει κάτω.
Θάνατε, που είναι το φαρμακερό κεντρί σου;
Αναστήθηκε ο Χριστός κι εσύ κατανικήθηκες.
Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή βασιλεύει.
Αναστήθηκε ο νεκρός και κανένας νεκρός
δε θα μείνει για πάντα στο μνήμα του.
Αφού ο Χριστός αναστήθηκε απο τους νεκρούς,
έγινε η αρχή της ανάστασης όλων των νεκρών.
Σε αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία για πάντα. Αμήν.


Αποσπάσματα απο την πασχαλινή ομιλία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Saturday, May 4, 2013

Στέλλα

Όταν η Στέλλα αποφάσισε να σπουδάσει νοσηλευτική ήξερε ότι το πρώτο πράγμα που έχει να παλέψει είναι ο φόβος της για το θάνατο. Φυσικά δεν γεννήθηκε έχοντας προίκα αυτό τον φόβο. Σε κάποια στροφή του δρόμου, καθώς βάδιζε τη ζωή της, βρέθηκε ανέτοιμη να διαχειριστεί τον ξαφνικό χαμό της μάνας της. Το πώς και το γιατί δεν έχουν σημασία. Εκείνο το σημάδι που έμεινε. Αυτή η ουλή στην ψυχή της. Αυτή πονούσε κάθε φορά που άλλαζε ο καιρός της. Κάθε φορά που συννέφιαζε το μέσα της και έμελλε να βρέξει δάκρυα, τότε ο πόνος από την πληγή ξυπνούσε και της ταλαιπωρούσε αφόρητα το παρόν της σκοτεινιάζοντας το μέλλον.
Λένε για τον χρόνο πως θεραπεύει, πως είναι γιατρός. Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι καθόλου καλός γιατρός. Όλοι του οι ασθενείς πεθαίνουν. Αλλού να βρεις τη γιατρειά.  Η Στέλλα τον αγαπούσε τον χρόνο. Για κείνην ήταν δάσκαλος και μάλιστα καλός. Αυστηρός βέβαια. Δεν χαρίζονταν. Δίκαιος όμως. Ακριβοδίκαιος. Αν μάθεις τα χούγια του, τότε μπορεί να γίνει ο καλύτερος φίλος σου. Αν φίλος θα πει βέβαια να μαθαίνεις την αλήθεια ακριβώς και κατά πρόσωπο. Τέτοιος είναι ο χρόνος. Η Στέλλα τον αγάπησε. Για έναν ακόμα λόγο. Επειδή της μάθαινε μυστικά για τον θάνατο. Για την μητέρα της. Μα κυρίως για κείνην, για τον εαυτό της.
Η Νοσηλευτική ήταν απόφαση που έκρυβε μέσα της κάτι από την φιλία της με τον χρόνο. «Εκεί θα μάθεις πιο πολλά» της ψιθύρισε. Την πρώτη φορά που ήρθε σε επαφή μ αυτή τη σκέψη, ένιωσε έναν φριχτό πόνο προς το μέρος της ψυχής, σα να μάτωσε κιόλας. Έκλαψε. Συνήλθε και σκούπισε τα δάκρυα της. «Θα το κάνω» είπε. «Αυτό θα κάνω». Και πέρασε εκεί.  Σήμερα εργάζεται σε κάποιο Νοσοκομείο της πρωτεύουσας ενώ αύριο μπορεί να βρεθεί σε άλλο Νοσοκομείο της επαρχίας. Η ζωή και ο θάνατος δεν έχουν σπιτικό. Σαν τον αγέρα είναι, σαν το χρόνο. Γυροφέρνουν εδώ κι εκεί. Αλίμονο αν βρουν κάποιον απροετοίμαστο..
Χθες το απόγευμα περιποιούνταν την κυρία Ευδοκία. Μια αρκετά ηλικιωμένη γερόντισσα
«Δεν πιστεύω ότι αύριο κλείνω τα ενενήντα»  της είπε  «Τουλάχιστον έτσι μου λένε οι γιατροί. Δεν μπορώ να πω… έζησα μια καλή ζωή..εντάξει… εκτός από τους θανάτους… ωστόσο είναι καλό να ξέρεις ότι σε περιμένουν οι φίλοι σου στον Παράδεισο…»
Η Στέλλα για μια φορά ακόμα δάκρυσε. Ήταν διαφορετικά τούτα τα δάκρυα, δεν έκρυβαν πόνο… κάτι άλλο σάλευε στη ψυχή της… κάτι άλλο…
Ο νους της ήθελε να κάνει χιλιάδες ερωτήσεις. Να αποτραβήξει τις κουρτίνες από τη σκηνή του θεάτρου, επειδή θέατρο είναι η ζωή, και να δει την αλήθεια. Σάμπως όμως τι είναι η αλήθεια; Που βρίσκεται αυτή; Στη ζωή ή στο θάνατο;
Η κυρία Ευδοκία θα μπορούσε να της δώσει μια απάντηση. Ο χρόνος θα της έμαθε πιο πολλά μυστικά. Κι αν δεν ήθελε ν ακούσει;
Αν η κυρία Ευδοκία δεν ήθελε ν ακούσει, η Αναστασία τώρα είναι όλο αυτιά. Βλέπετε προχθές πήγε στο γιατρό και της είπε πως κάτι βλέπει στο στήθος της και πως πρέπει να την ξαναδεί. Από κείνη την ώρα η Αναστασία λέει ότι βλέπει απίστευτα χρώματα και ομορφιές γύρω της, σε κάθε εικόνα, σε κάθε πρόσωπο σε κάθε συναίσθημα. Όλα κείνα που πριν από τρεις μέρες της φαίνονταν ανούσια, βαρετά, καθημερινά, ξαφνικά σα να πέρασε ένα μαγικό χέρι από πάνω τους και τα χρωμάτισε, τους έδωσε λάμψη, ζωή, ζωντάνια. Τα ίδια πράγματα, που στο τέλος βλέπεις ότι δεν είναι τα ίδια.. Πόσο παράξενη είναι η ζωή όταν την φωτίζει η θαμπάδα του θανάτου..
Η Στέλλα μέσα στο νοσοκομείο αναζητά το φάρμακο που θα εξαφανίσει τη δική της ουλή, τη δική της πληγή. Να πάψει να ματώνει κάθε φορά που ανασκαλεύονται οι στάχτες και φανερώνεται η φωτιά που της κατακαίει τα σωθικά. Ο θάνατος της μάνας, ο ξαφνικός χαμός, δίχως το περιθώριο του αποχαιρετισμού… Είναι σαν τις σχέσεις τις εφηβικές που σταματούν με ένα sms , με ένα ψέμα «θέλω λίγο χρόνο με τον εαυτό μου να σκεφτώ», σαν να πέφτεις από τα σύννεφα λες και το σπίτι σου είναι εκεί  κι όχι θεμελιωμένο γερά πάνω σε βράχο. Πάντα αναρωτιόταν η Στέλλα τι κάνουν οι άνθρωποι πάνω στα σύννεφα και πέφτουν ξαφνικά όταν μαθαίνουν κάτι που τους τρομάζει, που τους ξαφνιάζει. Τι γυρεύουν οι άνθρωποι πάνω στα σύννεφα;
Κάθε βδομάδα, κάθε Παρασκευή περνάει από το νοσοκομείο ο Γιάννης. Ένας εικοσιπεντάχρονος φοιτητής. Αυτό τον καιρό τελειώνει το μεταπτυχιακό του στην Ιστορία. Περνάει από το νοσοκομείο θα πει ότι κάνει κάποιες τακτικές θεραπείες που τον βοηθούν στο να μη χάσει την ακοή του τελείως.
«Όταν η μητέρα μου ήταν έγκυος» του αρέσει να διηγείται την περιπέτεια του πολλές φορές,  « την έβαλαν μπροστά σ ένα μεγάλο δίλημμα, να κάνει έκτρωση η να γεννήσει το παιδί που θα πάσχει από σοβαρή πνευματική καθυστέρηση. Εκείνη αποφάσισε το δεύτερο. Και τώρα να’μαι εδώ έτοιμος να πάρω το διδακτορικό μου στην Ιστορία και το μόνο μου πρόβλημα να είναι η ακοή… Ετσι για να έχω να θυμάμαι πως είναι να περνάει ο θάνατος ξυστά από κοντά σου… την ανάσα του θα την κουβαλώ μια ζωή… για να μου θυμίζει να χαμογελώ, ακόμα κι όταν οι περιστάσεις είναι απαγορευτικές»
Το χαμόγελο του Γιάννη είναι το μαγικό φίλτρο ζεσταίνει την καρδιά όταν περνάει τόσο κοντά ο θάνατος. «Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα» λέει καμιά φορά για να συμφωνήσει και ο κύριος Νίκος. Αυτός μπορεί να μην ήλθε τόσο κοντά όμως ένα περιστατικό που έζησε καιρό πριν τον έκανε να αλλάξει τελείως ως άνθρωπος. Τώρα κοιτά και βλέπει. Δεν κοιτά μόνο.
«Άκου Στέλλα» της είπε ένα βράδυ καθώς τρώγανε μαζί στο κυλικείο του Νοσοκομείου. Δεν τον ένοιαζε καθόλου που έπρεπε να μαζεύει τα σεντόνια από τα κρεβάτια και να τα πηγαίνει στον κλίβανο, ούτε να αδειάζει τους ματωμένους κάδους των αρρώστων.
«Μια μέρα που λες, είχα ανέβει μέχρι τον Λυκαβηττό. Δεν είχα φτάσει επάνω στο πάρκιν αλλά έκανα μια παράκαμψη και βγήκα σε κάποιο βραχάκι κοιτώντας την Αθήνα. Είχα σκέψεις πολλές. Η εικόνα αυτή με ηρεμούσε. Περνούσε το βλέμμα μου μέσα από τα σπίτια, μέσα από τα βουνά, μέσα από το χρόνο και τον ουρανό…  Ξαφνικά γυρνάω πίσω μου και βλέπω ένα δακρυσμένο κορίτσι να  πλησιάζει αργά αργά στο βραχάκι που καθόμουν… Σηκώθηκα και το πλησίασα… «Τι σου συμβαίνει;» το ρώτησα. «Φοβάμαι πάρα πολύ τα ύψη κύριε» μου είπε «αλλά έκανα πολλές προσπάθειες, υπεράνθρωπες προσπάθειες να ξεπεράσω τον φόβο μου για να σας πλησιάσω»  «Μα γιατί;» ρώτησα το κορίτσι όλο περιέργεια « Επειδή σας έβλεπα να κάθεστε  μοναχός και σιωπηλός στην άκρη του βράχου και σκέφτηκα να έρθω να δω αν είστε καλά, αν χρειάζεστε κάτι…»
«Κατάλαβες Στέλλα»; Ρώτησε ο κύριος Νίκος υπονοώντας και δείχνοντας μια ακόμα κερδισμένη μάχη της ζωής. Έτσι είναι οι πολεμιστές του ήλιου. Μια μάχη χαμένη για το σκοτάδι. Τι είναι ο θάνατος αν δεν είναι η μοναξιά σου για την οποία κανένας δεν δίνει δεκάρα;
Η Στέλλα έσκυψε μέσα της. Να αφουγκραστεί τον ήχο της σιωπής. Μα δεν την άφηναν οι φωνές που απλώνονταν μέσα στο νου της. Ο θάνατος της στέρησε τη μάνα της. Γιατί έπρεπε να ανοίξει αυτή η χαράδρα ανάμεσα σε κείνην και τη μητέρα; Γιατί να υπάρχουν οι δυο όχθες, οι δυο πλευρές, οι δυο κόσμοι; Γιατί θα πρέπει οι άνθρωποι να μάθουν να ζουν με το «χώρια» πια και όχι με το «για πάντα μαζί» ; Να μην είναι αιώνια η ευτυχία; Γελάμε κι ύστερα βιαστικά να πούμε «Μπα σε καλό να μου βγει τούτο το γέλιο…» Μην το ακούσει ο θάνατος και μας το στερήσει κι αυτό.
Τα μαθήματα της Στέλλας μέσα στο νοσοκομείο δεν έχουν τελειωμό. Ο χρόνος της είπε ότι θα έχει στη διάθεση της όσο χρειάζεται για να αποφοιτήσει με άριστα. Αυτό σημαίνει βέβαια πως ο δρόμος της θα είναι μακρύς.
Τις προάλλες έδειχνε η τηλεόραση το τραγικό ατύχημα που είχε ένας νεαρός καθώς τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο την ώρα που διέσχιζε το δρόμο. Δεν τα κατάφερε. Σα σίφουνας πέρασε ο Θάνατος και τον πήρε μαζί του. Ταυτόχρονα άνοιξε άλλη μια ρωγμή απουσίας. Μοναξιάς. Οι φίλοι και συμμαθητές του του έγραφαν γράμματα και τα άφηναν στο σημείο του ατυχήματος. «Σ αγαπάμε». «Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ». «Μας λείπεις». Η Στέλλα μόλις είδε αυτά τα σημειώματα ένιωσε έναν πόνο στο στήθος. Σα να γύρευε να πάρει αγέρα, σα να μη της έφτανε ο αέρας του δωματίου. Έτρεξε στην αυλή. Ο ανοιξιάτικος ουρανός, σχεδόν πασχαλινός, την προϋπάντησε.  Κοντοστάθηκε. Σαν κάποιος να της μιλούσε. Σαν κάποιον ν άκουγε. Σαν ταινία πέρασαν από μπροστά της τα σημειώματα των παιδιών, ο συμμαθητής τους, η απουσία, ο χρόνος. Τίναξε τα μαλλιά της. Αποφασιστικά. Ηρθε η ώρα για τις τελειωτικές εξετάσεις. Ηταν έτοιμη. Με γρήγορο βήμα μπήκε ξανά μέσα στο νοσοκομείο και κατευθύνθηκε…..

Friday, May 3, 2013

Μ. Παρασκευή. Φαινομενική ήττα.

"Σήμερα η Εκκλησία μοιάζει να είναι ηττημένη.


Ο θάνατος μας περικυκλώνει με τις κουστωδίες του. Το χρήμα, οι ιδέες, η επιστήμη, η εξουσία,  αποτελούν αναγκαιότητες στη ζωή του παραστρατημένου ανθρώπου, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να φρουρούν τον τάφο. Γιατί μας μιλάνε για τον κόσμο και ερμηνεύουν τη λειτουργία του, ικανοποιούν τις ανάγκες μας, πραγματικές ή κατασκευασμένες, μας δημιουργούν ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας και ευτυχίας, αποθεώνουν τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του.
Η στιγμή του θανάτου όμως αποδεικνύει την ουσιαστική αδυναμία των ισχυρών να προσφέρουν Ζωή και όχι επιβίωση.
Γιατί αυτό είναι το τελικό ζητούμενο για τον άνθρωπο, η Ζωή.
 Αν η πέτρα του μνήματος αποτελεί το τέρμα, τότε όλα είναι μάταια. Δεν είναι όμως έτσι. Η Ανάσταση μιλά και προσφέρει την αφετηρία μιας άλλης βιοτής, της αιώνιας. Και δίνει ως σημάδι της νίκης της το Ανέσπερο Φως, γιατί στηρίζεται σε μία σχέση που δίνει Ζωή για την κτίση και τον άνθρωπο.
Η ήττα συντρίβεται. Μαζί της ό,τι μας χωρίζει από τον Χριστό. Μπορεί οι δυνατοί να φαντάζουν ανίσχυροι και ανίκητοι. Η Αγάπη όμως θα αναστηθεί. Και μαζί της θα αναστήσει αυτόν που ελπίζει σ' αυτήν και με ταπείνωση την προσδοκά."

Thursday, May 2, 2013

Μεγάλη Πέμπτη

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα στο ξύλο
ίλεως, Κύριε, γενού.
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε, παιδί μου.


Με τ’ Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή
κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.


Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού
κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.


Νίκος Γκάτσος