Monday, May 6, 2013

Για την ημέρα του Αγίου Γεωργίου μερικά ήθη, έθιμα και παραδόσεις

Το έθιμο των "Πεχλιβάνηδων"
Στο δημοτικό διαμέρισμα Ολβίου υπάρχει το έθιμο των "πεχλιβάνιδων" Ανήμερα του Αγ. Γεωργίου, από το μεσημέρι ομάδα παραδοσιακών οργάνων με νταούλι και ζουρνά, περιφέρονται στις γειτονιές του χωριού, όπου καλούν τους κατοίκους να παραβρεθούν στους αγώνες πάλης, όπου νεαροί παλαιστές από διάφορα μέρη της Β. Ελλάδος, γνωστοί και ως «πεχλιβάνηδες» (που σημαίνει "παλαιστής" στην τουρκική γλώσσα), συγκεντρώνονται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο και αφού χωρισθούν σε ζευγάρια, παλεύουν αλειμμένοι με λάδια. Η περιβολή τους είναι δερμάτινο παντελόνι μαζεμένο μέχρι τα γόνατα και σφιχτά δεμένο στην μέση, έτσι ώστε να μην μπορεί ο αντίπαλος να του το βγάλει. Ο «Πεχλιβάνης» χάνει όταν πέσει και ακουμπήσει η πλάτη του στο έδαφος αλλά και όταν... ο αντίπαλος καταφέρει να του κατεβάσει το παντελόνι!!! Το βραβείο του νικητή είναι τα χρήματα «μπαξίσι» που μαζεύονται μέσα σε μια πετσέτα που την περιφέρει στο κοινό το ζευγάρι παλαιστών που αγωνίστηκε. Εικάζεται ότι το έθιμο ξεκίνησε προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και αναπαριστά την πάλη του με το θηρίο.  Το έθιμο αυτό το έφεραν οι πρόσφυγες κάτοικοι του χωριού Ολβίου από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, όπου η γιορτή του Αγ. Γεωργίου ήταν επίσημη αργία και για Χριστιανούς και για Μουσουλμάνους.
 Στην Αράχωβα, ανήμερα του Πάσχα και από το απόγευμα ξεκινάει η περιφορά της Εικόνας του Αγίου Γεωργίου την οποία συνοδεύουν περί τα 500 άτομα ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές. Την επομένη πραγματοποιείται αγώνας δρόμου των γερόντων (ανηφορικός δρόμος), οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και φτάνουν στο λόφο.
Υπάρχουν τραγούδια, ιστορίες και παραδόσεις για τον Άγιο Γεώργιο. Παράδειγμα από την Βέροια και την Νάουσα.
«Κάποτε σε ένα βασίλειο ο Θεός για να τιμωρήσει το βασιλιά, που δεν πίστευε στο Χριστό, έστειλε έναν φοβερό δράκοντα, που μπήκε στην πηγή απ' όπου έπαιρνε νερό όλο το βασίλειό του και δεν άφηνε να τρέξει το νερό, αν δεν του έδιναν κάθε μέρα από ένα παιδί τους για να το φάει.
Μια μέρα ήρθε και η σειρά της μοναχοκόρης του βασιλιά. Ο βασιλιάς δεν ήθελε να τη δώσει αλλά ο λαός τον ανάγκασε. Την έντυσε, τη στόλισε και την πήραν οι στρατιώτες και την πήγαν και την έδεσαν δίπλα στην πηγή, όπως έκαναν κάθε μέρα.
Εκεί που καθόταν η βασιλοπούλα και περίμενε να βγει ο δράκοντας απ' την πηγή για να τη φάει και έκλαιγε από το φόβο της, παρουσιάστηκε ένας όμορφος καβαλάρης και τη ρώτησε γιατί είναι δεμένη εκεί και γιατί κλαίει. Η βασιλοπούλα του είπε το λόγο και τον παρακάλεσε:


 «Φύγε, ξενάκι μου, από δω να μη σε φάει και σένα  αυτό το άγριο θεριό που θα φάει και μένα!»,
αλλά ο Άγιος Γεώργιος της είπε να μη φοβάται γιατί αυτός ήρθε να τη γλιτώσει, μόνο που ήθελε πρώτα να κοιμηθεί λίγο για να ξεκουραστεί απ' το ταξίδι που είχε κάνει!
 «Άφησ' με, κόρη μ', άφησ' με λίγον ύπνον ας πάρω και γω σκοτώνω και θεριό και δράκοντα μεγάλο».
Μόλις ξάπλωσε ο Άγιος Γεώργιος, αποκοιμήθηκε, αλλά πολύ γρήγορα τον ξύπνησε η βασιλοπούλα με τις φωνές της!
 «Σήκω, ξένε μου, γρήγορα, και το νερό αφρίζει κι ο δράκος τα δοντάκια του για μένα τ' ακονίζει!».
Ο Άγιος Γεώργιος πετάχτηκε αμέσως επάνω και με το κοντάρι του σκότωσε το δράκοντα και με το σπαθί του του πήρε το κεφάλι και το έδωσε να το πάνε στο βασιλιά και να του πουν ότι τον δράκοντα τον σκότωσε ο Άγιος Γεώργιος από την Καππαδοκία.
Όταν έμαθε ο βασιλιάς τι έγινε δεν πίστευε ούτε στα μάτια ούτε στ' αυτιά του, ώσπου είδε την ίδια την κόρη του, και την αγκάλιασε και τη φίλησε κλαίοντας από τη χαρά του. Ύστερα ρώτησε τον Άγιο Γεώργιο τι θα ήθελε να του δώσει για να τον ξεπληρώσει για το καλό που του έκανε και ο Άγιος Γεώργιος του είπε να πιστέψει στο Χριστό, που τον βοήθησε να σκοτώσει το θεριό και να βαφτιστεί Χριστιανός. Τότε ο βασιλιάς βαφτίστηκε μαζί με όλη την οικογένειά του και το λαό του και έχτισαν και μια πολύ μεγάλη εκκλησιά για τον Άγιο Γεώργιο.

Sunday, May 5, 2013

Χριστός Ανέστη

Οποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεό
ας απολαύση την ωραία και λαμπρή πανήγυρη.
Το τραπέζι είναι γεμάτο, όλοι απολαύστε.
Κανένας ας μη φύγει πεινασμένος-χωρίς να κοινωνήσει.
Ολοι απολαύστε τα τα αγαθά της δικαιοσύνης του Θεού.
Κανένας ας μην οδύρεται για τις αμαρτίες του,
γιατί απο τον τάφο του Χριστού ανέτειλε συγχώρηση.
Κανένας να μη φοβάται τον θάνατο, γιατί ο θάνατος
του Σωτήρα μας ελευθέρωσε απο τον θάνατο.
Πικράθηκε ο Άδης, Κύριε, όταν σε συνάντησε εκει κάτω.
Θάνατε, που είναι το φαρμακερό κεντρί σου;
Αναστήθηκε ο Χριστός κι εσύ κατανικήθηκες.
Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή βασιλεύει.
Αναστήθηκε ο νεκρός και κανένας νεκρός
δε θα μείνει για πάντα στο μνήμα του.
Αφού ο Χριστός αναστήθηκε απο τους νεκρούς,
έγινε η αρχή της ανάστασης όλων των νεκρών.
Σε αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία για πάντα. Αμήν.


Αποσπάσματα απο την πασχαλινή ομιλία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Saturday, May 4, 2013

Στέλλα

Όταν η Στέλλα αποφάσισε να σπουδάσει νοσηλευτική ήξερε ότι το πρώτο πράγμα που έχει να παλέψει είναι ο φόβος της για το θάνατο. Φυσικά δεν γεννήθηκε έχοντας προίκα αυτό τον φόβο. Σε κάποια στροφή του δρόμου, καθώς βάδιζε τη ζωή της, βρέθηκε ανέτοιμη να διαχειριστεί τον ξαφνικό χαμό της μάνας της. Το πώς και το γιατί δεν έχουν σημασία. Εκείνο το σημάδι που έμεινε. Αυτή η ουλή στην ψυχή της. Αυτή πονούσε κάθε φορά που άλλαζε ο καιρός της. Κάθε φορά που συννέφιαζε το μέσα της και έμελλε να βρέξει δάκρυα, τότε ο πόνος από την πληγή ξυπνούσε και της ταλαιπωρούσε αφόρητα το παρόν της σκοτεινιάζοντας το μέλλον.
Λένε για τον χρόνο πως θεραπεύει, πως είναι γιατρός. Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι καθόλου καλός γιατρός. Όλοι του οι ασθενείς πεθαίνουν. Αλλού να βρεις τη γιατρειά.  Η Στέλλα τον αγαπούσε τον χρόνο. Για κείνην ήταν δάσκαλος και μάλιστα καλός. Αυστηρός βέβαια. Δεν χαρίζονταν. Δίκαιος όμως. Ακριβοδίκαιος. Αν μάθεις τα χούγια του, τότε μπορεί να γίνει ο καλύτερος φίλος σου. Αν φίλος θα πει βέβαια να μαθαίνεις την αλήθεια ακριβώς και κατά πρόσωπο. Τέτοιος είναι ο χρόνος. Η Στέλλα τον αγάπησε. Για έναν ακόμα λόγο. Επειδή της μάθαινε μυστικά για τον θάνατο. Για την μητέρα της. Μα κυρίως για κείνην, για τον εαυτό της.
Η Νοσηλευτική ήταν απόφαση που έκρυβε μέσα της κάτι από την φιλία της με τον χρόνο. «Εκεί θα μάθεις πιο πολλά» της ψιθύρισε. Την πρώτη φορά που ήρθε σε επαφή μ αυτή τη σκέψη, ένιωσε έναν φριχτό πόνο προς το μέρος της ψυχής, σα να μάτωσε κιόλας. Έκλαψε. Συνήλθε και σκούπισε τα δάκρυα της. «Θα το κάνω» είπε. «Αυτό θα κάνω». Και πέρασε εκεί.  Σήμερα εργάζεται σε κάποιο Νοσοκομείο της πρωτεύουσας ενώ αύριο μπορεί να βρεθεί σε άλλο Νοσοκομείο της επαρχίας. Η ζωή και ο θάνατος δεν έχουν σπιτικό. Σαν τον αγέρα είναι, σαν το χρόνο. Γυροφέρνουν εδώ κι εκεί. Αλίμονο αν βρουν κάποιον απροετοίμαστο..
Χθες το απόγευμα περιποιούνταν την κυρία Ευδοκία. Μια αρκετά ηλικιωμένη γερόντισσα
«Δεν πιστεύω ότι αύριο κλείνω τα ενενήντα»  της είπε  «Τουλάχιστον έτσι μου λένε οι γιατροί. Δεν μπορώ να πω… έζησα μια καλή ζωή..εντάξει… εκτός από τους θανάτους… ωστόσο είναι καλό να ξέρεις ότι σε περιμένουν οι φίλοι σου στον Παράδεισο…»
Η Στέλλα για μια φορά ακόμα δάκρυσε. Ήταν διαφορετικά τούτα τα δάκρυα, δεν έκρυβαν πόνο… κάτι άλλο σάλευε στη ψυχή της… κάτι άλλο…
Ο νους της ήθελε να κάνει χιλιάδες ερωτήσεις. Να αποτραβήξει τις κουρτίνες από τη σκηνή του θεάτρου, επειδή θέατρο είναι η ζωή, και να δει την αλήθεια. Σάμπως όμως τι είναι η αλήθεια; Που βρίσκεται αυτή; Στη ζωή ή στο θάνατο;
Η κυρία Ευδοκία θα μπορούσε να της δώσει μια απάντηση. Ο χρόνος θα της έμαθε πιο πολλά μυστικά. Κι αν δεν ήθελε ν ακούσει;
Αν η κυρία Ευδοκία δεν ήθελε ν ακούσει, η Αναστασία τώρα είναι όλο αυτιά. Βλέπετε προχθές πήγε στο γιατρό και της είπε πως κάτι βλέπει στο στήθος της και πως πρέπει να την ξαναδεί. Από κείνη την ώρα η Αναστασία λέει ότι βλέπει απίστευτα χρώματα και ομορφιές γύρω της, σε κάθε εικόνα, σε κάθε πρόσωπο σε κάθε συναίσθημα. Όλα κείνα που πριν από τρεις μέρες της φαίνονταν ανούσια, βαρετά, καθημερινά, ξαφνικά σα να πέρασε ένα μαγικό χέρι από πάνω τους και τα χρωμάτισε, τους έδωσε λάμψη, ζωή, ζωντάνια. Τα ίδια πράγματα, που στο τέλος βλέπεις ότι δεν είναι τα ίδια.. Πόσο παράξενη είναι η ζωή όταν την φωτίζει η θαμπάδα του θανάτου..
Η Στέλλα μέσα στο νοσοκομείο αναζητά το φάρμακο που θα εξαφανίσει τη δική της ουλή, τη δική της πληγή. Να πάψει να ματώνει κάθε φορά που ανασκαλεύονται οι στάχτες και φανερώνεται η φωτιά που της κατακαίει τα σωθικά. Ο θάνατος της μάνας, ο ξαφνικός χαμός, δίχως το περιθώριο του αποχαιρετισμού… Είναι σαν τις σχέσεις τις εφηβικές που σταματούν με ένα sms , με ένα ψέμα «θέλω λίγο χρόνο με τον εαυτό μου να σκεφτώ», σαν να πέφτεις από τα σύννεφα λες και το σπίτι σου είναι εκεί  κι όχι θεμελιωμένο γερά πάνω σε βράχο. Πάντα αναρωτιόταν η Στέλλα τι κάνουν οι άνθρωποι πάνω στα σύννεφα και πέφτουν ξαφνικά όταν μαθαίνουν κάτι που τους τρομάζει, που τους ξαφνιάζει. Τι γυρεύουν οι άνθρωποι πάνω στα σύννεφα;
Κάθε βδομάδα, κάθε Παρασκευή περνάει από το νοσοκομείο ο Γιάννης. Ένας εικοσιπεντάχρονος φοιτητής. Αυτό τον καιρό τελειώνει το μεταπτυχιακό του στην Ιστορία. Περνάει από το νοσοκομείο θα πει ότι κάνει κάποιες τακτικές θεραπείες που τον βοηθούν στο να μη χάσει την ακοή του τελείως.
«Όταν η μητέρα μου ήταν έγκυος» του αρέσει να διηγείται την περιπέτεια του πολλές φορές,  « την έβαλαν μπροστά σ ένα μεγάλο δίλημμα, να κάνει έκτρωση η να γεννήσει το παιδί που θα πάσχει από σοβαρή πνευματική καθυστέρηση. Εκείνη αποφάσισε το δεύτερο. Και τώρα να’μαι εδώ έτοιμος να πάρω το διδακτορικό μου στην Ιστορία και το μόνο μου πρόβλημα να είναι η ακοή… Ετσι για να έχω να θυμάμαι πως είναι να περνάει ο θάνατος ξυστά από κοντά σου… την ανάσα του θα την κουβαλώ μια ζωή… για να μου θυμίζει να χαμογελώ, ακόμα κι όταν οι περιστάσεις είναι απαγορευτικές»
Το χαμόγελο του Γιάννη είναι το μαγικό φίλτρο ζεσταίνει την καρδιά όταν περνάει τόσο κοντά ο θάνατος. «Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα» λέει καμιά φορά για να συμφωνήσει και ο κύριος Νίκος. Αυτός μπορεί να μην ήλθε τόσο κοντά όμως ένα περιστατικό που έζησε καιρό πριν τον έκανε να αλλάξει τελείως ως άνθρωπος. Τώρα κοιτά και βλέπει. Δεν κοιτά μόνο.
«Άκου Στέλλα» της είπε ένα βράδυ καθώς τρώγανε μαζί στο κυλικείο του Νοσοκομείου. Δεν τον ένοιαζε καθόλου που έπρεπε να μαζεύει τα σεντόνια από τα κρεβάτια και να τα πηγαίνει στον κλίβανο, ούτε να αδειάζει τους ματωμένους κάδους των αρρώστων.
«Μια μέρα που λες, είχα ανέβει μέχρι τον Λυκαβηττό. Δεν είχα φτάσει επάνω στο πάρκιν αλλά έκανα μια παράκαμψη και βγήκα σε κάποιο βραχάκι κοιτώντας την Αθήνα. Είχα σκέψεις πολλές. Η εικόνα αυτή με ηρεμούσε. Περνούσε το βλέμμα μου μέσα από τα σπίτια, μέσα από τα βουνά, μέσα από το χρόνο και τον ουρανό…  Ξαφνικά γυρνάω πίσω μου και βλέπω ένα δακρυσμένο κορίτσι να  πλησιάζει αργά αργά στο βραχάκι που καθόμουν… Σηκώθηκα και το πλησίασα… «Τι σου συμβαίνει;» το ρώτησα. «Φοβάμαι πάρα πολύ τα ύψη κύριε» μου είπε «αλλά έκανα πολλές προσπάθειες, υπεράνθρωπες προσπάθειες να ξεπεράσω τον φόβο μου για να σας πλησιάσω»  «Μα γιατί;» ρώτησα το κορίτσι όλο περιέργεια « Επειδή σας έβλεπα να κάθεστε  μοναχός και σιωπηλός στην άκρη του βράχου και σκέφτηκα να έρθω να δω αν είστε καλά, αν χρειάζεστε κάτι…»
«Κατάλαβες Στέλλα»; Ρώτησε ο κύριος Νίκος υπονοώντας και δείχνοντας μια ακόμα κερδισμένη μάχη της ζωής. Έτσι είναι οι πολεμιστές του ήλιου. Μια μάχη χαμένη για το σκοτάδι. Τι είναι ο θάνατος αν δεν είναι η μοναξιά σου για την οποία κανένας δεν δίνει δεκάρα;
Η Στέλλα έσκυψε μέσα της. Να αφουγκραστεί τον ήχο της σιωπής. Μα δεν την άφηναν οι φωνές που απλώνονταν μέσα στο νου της. Ο θάνατος της στέρησε τη μάνα της. Γιατί έπρεπε να ανοίξει αυτή η χαράδρα ανάμεσα σε κείνην και τη μητέρα; Γιατί να υπάρχουν οι δυο όχθες, οι δυο πλευρές, οι δυο κόσμοι; Γιατί θα πρέπει οι άνθρωποι να μάθουν να ζουν με το «χώρια» πια και όχι με το «για πάντα μαζί» ; Να μην είναι αιώνια η ευτυχία; Γελάμε κι ύστερα βιαστικά να πούμε «Μπα σε καλό να μου βγει τούτο το γέλιο…» Μην το ακούσει ο θάνατος και μας το στερήσει κι αυτό.
Τα μαθήματα της Στέλλας μέσα στο νοσοκομείο δεν έχουν τελειωμό. Ο χρόνος της είπε ότι θα έχει στη διάθεση της όσο χρειάζεται για να αποφοιτήσει με άριστα. Αυτό σημαίνει βέβαια πως ο δρόμος της θα είναι μακρύς.
Τις προάλλες έδειχνε η τηλεόραση το τραγικό ατύχημα που είχε ένας νεαρός καθώς τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο την ώρα που διέσχιζε το δρόμο. Δεν τα κατάφερε. Σα σίφουνας πέρασε ο Θάνατος και τον πήρε μαζί του. Ταυτόχρονα άνοιξε άλλη μια ρωγμή απουσίας. Μοναξιάς. Οι φίλοι και συμμαθητές του του έγραφαν γράμματα και τα άφηναν στο σημείο του ατυχήματος. «Σ αγαπάμε». «Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ». «Μας λείπεις». Η Στέλλα μόλις είδε αυτά τα σημειώματα ένιωσε έναν πόνο στο στήθος. Σα να γύρευε να πάρει αγέρα, σα να μη της έφτανε ο αέρας του δωματίου. Έτρεξε στην αυλή. Ο ανοιξιάτικος ουρανός, σχεδόν πασχαλινός, την προϋπάντησε.  Κοντοστάθηκε. Σαν κάποιος να της μιλούσε. Σαν κάποιον ν άκουγε. Σαν ταινία πέρασαν από μπροστά της τα σημειώματα των παιδιών, ο συμμαθητής τους, η απουσία, ο χρόνος. Τίναξε τα μαλλιά της. Αποφασιστικά. Ηρθε η ώρα για τις τελειωτικές εξετάσεις. Ηταν έτοιμη. Με γρήγορο βήμα μπήκε ξανά μέσα στο νοσοκομείο και κατευθύνθηκε…..

Friday, May 3, 2013

Μ. Παρασκευή. Φαινομενική ήττα.

"Σήμερα η Εκκλησία μοιάζει να είναι ηττημένη.


Ο θάνατος μας περικυκλώνει με τις κουστωδίες του. Το χρήμα, οι ιδέες, η επιστήμη, η εξουσία,  αποτελούν αναγκαιότητες στη ζωή του παραστρατημένου ανθρώπου, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να φρουρούν τον τάφο. Γιατί μας μιλάνε για τον κόσμο και ερμηνεύουν τη λειτουργία του, ικανοποιούν τις ανάγκες μας, πραγματικές ή κατασκευασμένες, μας δημιουργούν ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας και ευτυχίας, αποθεώνουν τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του.
Η στιγμή του θανάτου όμως αποδεικνύει την ουσιαστική αδυναμία των ισχυρών να προσφέρουν Ζωή και όχι επιβίωση.
Γιατί αυτό είναι το τελικό ζητούμενο για τον άνθρωπο, η Ζωή.
 Αν η πέτρα του μνήματος αποτελεί το τέρμα, τότε όλα είναι μάταια. Δεν είναι όμως έτσι. Η Ανάσταση μιλά και προσφέρει την αφετηρία μιας άλλης βιοτής, της αιώνιας. Και δίνει ως σημάδι της νίκης της το Ανέσπερο Φως, γιατί στηρίζεται σε μία σχέση που δίνει Ζωή για την κτίση και τον άνθρωπο.
Η ήττα συντρίβεται. Μαζί της ό,τι μας χωρίζει από τον Χριστό. Μπορεί οι δυνατοί να φαντάζουν ανίσχυροι και ανίκητοι. Η Αγάπη όμως θα αναστηθεί. Και μαζί της θα αναστήσει αυτόν που ελπίζει σ' αυτήν και με ταπείνωση την προσδοκά."

Thursday, May 2, 2013

Μεγάλη Πέμπτη

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα στο ξύλο
ίλεως, Κύριε, γενού.
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε, παιδί μου.


Με τ’ Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή
κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.


Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού
κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.


Νίκος Γκάτσος

Tuesday, April 30, 2013

"Άθεος" φοιτητής

Πριν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Με πολλή διστακτικότητα, άλλα και με την ένταση του απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, που όμως θα ήθελε πολύ να πιστέψει, άλλα δεν μπορούσε. Χρόνια προσπαθούσε και αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα..
Συνομίλησε με καθηγητές και μορφωμένους. Άλλα δεν ικανοποιήθηκε η δίψα του για κάτι σοβαρό. Άκουσε για μένα και αποφάσισε να μοιρασθεί μαζί μου την υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μια επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.
-Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τον ρώτησα.
-Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι της Φιλοσοφικής.
-Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος.
Ένιωσε αμήχανα και κάπου σιώπησε για λίγο.
-Κοίταξε, του λέω. Συγγνώμη που σε πείραξα λιγάκι. Άλλα ο Θεός δεν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη. Αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θα τον πίστευαν. Να ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στο Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή;
-Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι να πάω, έχω ακούσει τόσα. πολλά.. Αν μού πείτε, μπορώ να πάω και αύριο.
Ξέρετε κανέναν μορφωμένο να πάω να τον συναντήσω;
-Τι προτιμάς; Μορφωμένο που μπορεί να σε ζαλίσει ή άγιο που μπορεί να σε ξυπνήσει;
-Προτιμώ τον μορφωμένο. Τους φοβάμαι τους αγίους.
-Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς. Για δοκίμασε με κανέναν άγιο. Πώς σε λένε; ρωτώ.
-Γαβριήλ, μου άπαντα.
Τον έστειλα σε έναν ασκητή. Του περιέγραψα τον τρόπο προσβάσεως και του έδωσα τις δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θα πας, του είπα, και θα ρωτήσεις το ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θα του πεις, και θέλω να πιστεύσω.
Θέλω μια απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.
-Φοβάμαι, ντρέπομαι, μου άπαντα.
-Γιατί ντρέπεσαι και φοβάσαι τον άγιο και δεν ντρέπεσαι και φοβάσαι έμενα; ρωτώ. Πήγαινε απλά και ζήτα το ίδιο πράγμα.
Σε λίγες μέρες, πήγε και βρήκε τον ασκητή να συζητάει με κάποιον νέο στην αυλή του. Στην απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σε κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γαβριήλ βρήκε δειλά την θέση του. Δεν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά και η συνομιλία του Γέροντα με τον νεαρό τελείωσε.
-Τι γίνεστε, παιδιά; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιει λίγο νεράκι;
-Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, με συμβατική κοσμική ευγένεια.
-Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στον Γαβριήλ, ξεχωρίζοντας τον από τους υπόλοιπους. Θα φέρω εγώ το νερό, πάρε εσύ το κουτί αυτό με τα λουκούμια. και έλα πιο κοντά να σού πω ένα μυστικό: Καλά να είναι κανείς άθεος, άλλα να έχει όνομα αγγέλου και να είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει.
Ο φίλος μας κόντεψε να πάθει έμφραγμα από τον αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό.
Πού εγνώρισε το όνομα του; Ποιος του αποκάλυψε το πρόβλημα του; Τι, τελικά, ήθελε να του πει ο γέροντας;
-Πάτερ, μπορώ να σας μιλήσω λίγο; Μόλις που μπόρεσε να ψελλίσει.
-Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε το λουκούμι, πιες και λίγο νεράκι και πήγαινε στο πιο κοντινό μοναστήρι να διανυκτερεύσεις.
-Πάτερ μου, θέλω να μιλήσουμε, δεν γίνεται;
-Τι να πούμε, ρε παλικάρι; Για ποιόν λόγο ήλθες;
Στο ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως να ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου να πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος να θερμαίνεται. Οι απορίες να λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς την ύπαρξη μιας ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τα αν, τα γιατί, τα μήπως και έμεινε μόνον το πώς και το Τι από δω κι εμπρός.
Ότι δεν του έδωσε η σκέψη των μορφωμένων, του το χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός άγιου, αποφοίτου μόλις της τέταρτης τάξης του δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν την εγχείρηση χωρίς αναισθησία και δεν πονάς. Σου κάνουν την μεταμόσχευση χωρίς να σού ανοίξουν την κοιλιά. Σε ανεβάζουν σε δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τις σκάλες της κοσμικής λογικής. Σου φυτεύουν την πίστη στην καρδιά, χωρίς να σού κουράσουν το μυαλό.




Πηγή: Από την "παρηγορία" του Αγίου Όρους

Monday, April 29, 2013

Πάσχα του Πατριάρχη στην Ίμβρο των παιδικών χρόνων

Πάσχα τουΠατριάρχη στην Ίμβρο των παιδικών χρόνων
Του Νίκου Μαγγίνα


Ξεχωριστό θα είναι φέτος το Πάσχα στο Αιγαιοπελαγίτικο νησί της Ίμβρου. Ένα από τα παιδιά της, τα απόδημα τέκνα της, ίσως το επιφανέστερο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, επέστρεψε σε αυτήν ύστερα από περίπου 50 χρόνια για να συνεορτάσει με τους Ρωμηούς της γενέτειράς του, τη μεγαλύτερη εορτή της Χριστιανοσύνης. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, αποδεδυμένος πρόσκαιρα τον βαρύ, αν και τιμημένο, μανδύα των πολλών και κοπιαστικών υποχρεώσε-
ων του Ιερού Κέντρου, αναχώρησε από το Φανάρι την Παρασκευή προ του Σαββάτου του Λαζάρου, πραγματοποιώντας με τον τρόπο αυτόν ένα ταξίδι στις αποταμιευμένες στην καρδιά του αναμνήσεις των παιδικών και νεανικών χρόνων, για να ‘κάνει Πάσχα’στο χωριό του.
Οι επισκέψεις του στη λατρεμένη Ίμβρο όλα αυτά τα χρόνια συχνές, με κάθε ευκαιρία. Πάντα η Ίμβρος ήταν και είναι ο τόπος ξεκούρασης και περισυλλογής του Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Οι ομορφιές του φυσικού της περιβάλλοντος, το Όρος Αρασιά, τα εκατοντάδες εξωκκλήσια, το στερημένο από δικαιοσύνη και πλέον στερεμένο Αγίασμα της Αγίας Άννης, το δημοτικό σχολείο τωνΑγίων Θεοδώρων που άνοιξε και πάλι τις πόρτες του ύστερα από υποχρεωτική σιωπή, το πατρικό σπίτι, οι δρόμοι του χωριού, οι τάφοι των προσφιλών νεκρών, οι κάτοικοι, οι ξενι-
τεμένοι που παραθερίζουν, συγγενείς, παλιοί φίλοι και γνώριμοι και απόγονοι τους, πρόσωπα, ιδέες και πράγματα. Όλα μαζί συνθέτουν το σκηνικό που ελκύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στο να επιστρέφει διαρκώς στο πολυαγαπημένο του νησί. Όμως η φετινή επιλογή του, θα είναι εντελώς διαφορετική από τις άλλες επισκέψεις. Στο πατρικό σπίτι στους Αγίους Θεοδώρους και στην οικογενειακή εστία του Χρήστου και τηςΜερόπηςΑρχοντώνη το γιορτινό τραπέζι έχει περίπου μισό αιώνα να στρωθεί με όλα τα ζώντα μέλη της οικογένειας παρόντα. Τα τέσσερα αδέλφια - η Ζαχαρώ, που μένει στηνΑθήνα, ο Νίκος, που ταξίδεψε από την μακρινήΑυστραλία, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Αντώνης, που μένει στη Γαλλία, θα βρεθούν και πάλι μαζί. Οι σπουδές, η ξενιτειά, η διακονία τηςΜεγάλης Εκκλησίας, η Αρχιερωσύνη, η Πατριαρχεία κράτησαν μακριά από εκείνη τη γλυκιά θαλπωρή, τον Δημήτριο Αρχοντώνη.Μακριά από τη στοργή και την ατμόσφαιρα της οικογενειακής γαλήνης ο μετέπειτα Πρώτος του Γένους και της Εκκλησίας γιόρταζε τις αλήθειες της πίστης μέσα από τη ζωή του Ιερού Κέντρου της Ορθοδοξίας αφιερώνοντας όλη την ικμάδα του βίου του στην υπηρεσία της. Και τώρα, ύστερα από την απουσία τόσων δεκαετιών προσέρχεται με ζωηρή επιθυμία στο κοινό πασχαλιάτικο τραπέζι ο απόδημος αδελφός της οικογένειας Αρχοντώνη.
Τι κι αν οι γονείς και οι παλιότεροι συγγενείς απολαμβάνουν τώρα πλέον το στρωμένο τραπέζι της Βασιλείας του Θεού; Εντούτοις θα είναι όλοι εκεί. Αυτό άλλωστε__μαρτυρεί η επιστροφή για το Πάσχα του Πατριάρχου μας στην πονεμένη Ίμβρο. Με την κίνησή του αυτή έρχεται να αναστήσει στην καρδιά και στη σκέψη του πρόσωπα και γεγονότα που με το διάβα τους από τον κόσμο αυτό επηρέασαν καθοριστικά τη ζωή του. Έρχεται να αναστήσει τη μνήμη τους, τους μακαριστούς γονείς, τον αείμνηστο Γέροντά του Μητροπολίτη Μελίτωνα Χατζή, τον αλησμόνητο παπα Αστέρη, όλους. Θα έρθει, κρατώντας τη λαμπάδα με το φώς από το Φανάρι για να φωτίσει στο σκοτάδι της λήθης τα πρόσωπα τόσων αγαπημένων. Έρχεται για να γιορτάσει μαζί με όλους ζώντες και νεκρούς τον θάνατο του θανάτου και την αρχή μιας νέας ζωής υπό το πρίσμα της Ανάστασης.
Αλλά ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο Ίμβριος, στις αποσκευές του έχει μέσα το δώρο του για τη γενέθλια γη του. Αυτό το δώρο θα είναι η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, η ανάσταση των προσδοκιών και της αισιοδοξίας πως μέρες καλύτερες διαφαίνονται στον ορίζοντα για το μαρτυρικό αυτό νησί που είδε τους ανθρώπους του να φεύγουν ένας ένας, λίγοι λίγοι και το αποτέλεσμα να είναι σαν ένα ψηφιδωτό που κάποιος με τη βία ξεκόλλησε από επάνω του τις καλύτερες και τις ωραιότερες ψηφίδες. Αυτήν την Ανάσταση φαίνεται να επιθυμεί να γιορτάσει με την επίσκεψή του στην πολύπαθη Ίμβρο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Θα προσφέρει την αναίμακτη ιερουργία στο χωριό του ενώ συγχρόνως η Ιστορία θα μακαρίζει την άσημη αυτή κόμη για την τιμή της Πατριαρχικής παράστασης κατά την εύσημη ημέρα. Δίπλα στην Αγία τράπεζα το μικρό παιδί με τα γεμάτα αγάπη για την Εκκλησία και τα πράγματά της μάτια θα διακονεί ακόμη τον ταπεινό ιερέα όπως τότε στις ‘μοναχολειτουργιές’.
Το ανοιξιάτικο βράδυ, στους Αγίους Θεοδώρους, κατά την τελετή της Αναστάσεως, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν θα είναι μόνος. Ανακατωμένες με τις μύριες ευωδίες της φύσης, τις ψαλμωδίες, τους ύμνους και τους ήχους από το ολύβουο πλήθος προσκυνητών θα είναι οι ψυχές αυτών που λείπουν και που μας λείπουν. Στο θρόισμα των φύλλων και στις μνημονεύσεις του Πατριάρχου οι ψυχές αυτές θα αναψύχονται και μέσα στο σκοτάδι και στη σιγαλιά της νύχτας εκείνης θα λαμπυρίζουν φέροντας πάνω τους τα σημάδια από το αιώνιο φώς που τις περιβάλλει και θα παραμένουν εκεί ήσυχες και σιωπηλές συμμετέχοντας με συγκίνηση στη χαρά των συμπατριωτών τους στην χαρά της Ίμβρου. Διότι σε όλη την Ίμβρο και στα εκκλησάκια της θα παρευρεθεί σε ακολουθίες και θα χοροστατήσει όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Αυτό το Πάσχα θα ζήσει φέτος η Ίμβρος. Ένα Πάσχα που θα θυμίζει με την λαοπλημμύρα του όντως διάβαση από τον Θάνατο στη Ζωή. Και τότε το «ένα κουβάρι θλίψη» θα ξετυλιχθεί οδηγώντας την άκρη του στο χαρούμενο από συγκίνηση και αναμνήσεις παιδικών χρόνων πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη ο οποίος θα γεύεται την κοινωνία με την γη των πατέρων του, την παραδοσιακή πασχαλιά στην Ίμβρο από την οποία έφυγε αλλά η οποία δεν έφυγε στιγμή από την καρδιά του.__


 


Πηγή: Εφημερίδα Απογευματινή