Tuesday, April 9, 2013

Το σπουδαιότερο όργανο

Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας.
Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα "νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". Εκείνη με διόρθωσε: "Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας".


Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα, "μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας".
Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: "Όχι, δεν είναι τα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα".
Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση.
Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου.
Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε.
Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε, και το λέω αυτό γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου.
Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: "Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου κι εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της.
"Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου".

Sunday, April 7, 2013

Του Σταυρού

Έχεις δει στον Μαραθώνιο τους αθλητές την ώρα που τρέχουν, πως περνούν από τα «τραπεζάκια» και με νερό δροσίζουν σώμα και ψυχή;


1.jpg


Τούτη την εικόνα κράτα για να φωτίσει την σημερινή Κυριακή.


Το μαργαριτάρι φέρε στο νου σου τώρα. Πως από κόκκος άμμου που ήταν, τραυμάτιζε το όστρακο, το χαράκωνε αργά, βασανιστικά. Για να πάρει εκείνο αξία. Πως έγινε αυτό;


2.jpg


Το νεογέννητο, ποιός οδήγησε στον κόσμο;


3.jpg


Απάντηση σε όλα είναι μια: ο Πόνος.


Στήριγμα και απαντοχή της ζωής , της αγάπης.


Δροσιά του αθλητή, αξία του μαργαριταριού, ζωή του ανθρώπου.


Τον Πόνο, δάσκαλο ονομάζει η σημερινή Κυριακή.


Τον λέει Σταυρό.


4.jpg


Σε προσκαλεί να τον σεβαστείς. Να τον δεχτείς. Ως νόημα στη ζωή.


Να μην μείνεις όμως εκεί. Όχι μόνιμα. Δεν είναι προορισμός ο πόνος. Πέρασμα είναι. Στάδιο.


Προορισμός είναι το μαργαριτάρι. Η ζωή και όχι οι ωδίνες του τοκετού.


Μόνο όσοι μαθητεύουν στον πόνο μπορούν να καταλάβουν.


Οι άλλοι θα παραπονεθούν, θα γκρινιάξουν, θα προσπεράσουν.


Εσύ θα πάρεις δύναμη από το φως για να αντέξεις το σκοτάδι στο τούνελ.


Ο Σταυρός έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει Ανάσταση.


5.jpg

Thursday, April 4, 2013

πόσο ζυγίζει ένα ποτήρι νερό

Μία ψυχολόγος βρισκόταν μέσα σε μία αίθουσα διδασκαλίας, και μιλούσε για τη διαχείριση του άγχους σε ένα ακροατήριο. Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση "μισοάδειο ή μισογεμάτο". Αντ’ αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της, ρώτησε: «Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;"
Οι απαντήσεις που ακουστήκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια.
 
Εκείνη όμως απάντησε: «Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόσο διάστημα το κρατάω. Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι ένα πρόβλημα. Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον βραχίονά μου. Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα αρχίσει να παραλύει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.»
 
Η ψυχολόγος συνέχισε λέγοντας, "Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν. Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο".
 
Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας. Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας κάτω. Μην τα κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας. Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι!




Πηγή: Αυτή που διατρέχει τη ζωή απο στόμα σε στόμα και απο καρδιά σε καρδιά

Tuesday, April 2, 2013

Η ιστορία της ζωής μας


Καθώς " ξεφύλλιζα" κάποιες παλιές φωτογραφίες, "έπεσα" πάνω αυτήν εδώ.
Κάθε φορά που την βλέπω με κάνει στην αρχή να κλαίω από λύπη.
Ύστερα όμως βλέπω οτι αυτός ο καταπληκτικός άνθρωπος,
έχει την καρδιά ενός λιονταριού.
Αντί να παραιτείται, έχει μετατρέψει την ζωή του σε μια μάχη.
Σίγουρα δεν θα την χάσει.
Μια χαρμολύπη μου αφήνει τούτη η φωτογραφία.
Για την  ιστορία της ζωής μας...

Monday, April 1, 2013

Απρίλης

Ο Απρίλιος είναι ο τέταρτος μήνας κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Κατά το Ρωμαϊκό αποτελούσε το δεύτερο μήνα του έτους.
Ονομάστηκε έτσι από το λατινικό ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω, επειδή το μήνα αυτό ανοίγουν τα πάντα: τα δέντρα, τα λουλούδια, ο καιρός. Είναι ο κατεξοχήν μήνας της άνοιξης, γι' αυτό στην αρχαία Ρώμη ήταν αφιερωμένος στη θεά Αφροδίτη. Την τιμούσαν όλες οι γυναίκες με τον ίδιο τρόπο την 1υ του μήνα κάθε χρόνο αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο.
Ο Ιωάννης ο Λυδός ένας συγγραφέας του 6ου π.Χ. αιώνα γράφει: «Αι σεμναί γυναίκες (δηλαδή οι αρχόντισσες), «υπέρ ομονοίας και βίου σώφρονος ετίμων την Αφροδίτην», ενώ οι άλλες - «αι του πλήθους γυναίκες», όπως τις λέει - αυτές για να τιμήσουν την Αφροδίτη, πήγαιναν την πρωταπριλιά να λουστούν στα λουτρά των αντρών - πράγμα φυσικά έξω από τα καθιερωμένα - και στα μαλλιά τους φορούσαν στεφάνια από μυρσίνη.
Πρωταπριλιά
Την πρωταπριλιά, όπως ξέρουμε, το 'χουν σε καλό να λένε ψέματα, να γελούν (με την ενεργητική σημασία του ρήματος), να κοροϊδεύουν τους άλλους. Γιατί άραγε;
Σε κάθε τόπο δίνουν και διαφορετική ερμηνεία. Στην Κομοτηνή το κάνουν ¨για να γίνουν τα κουκούλια τους», όταν βέβαια είχαν σηροτροφία. Στην Ανατολική Θράκη, για να κάνουν καρπό τα δέντρα τους. Στην Άντρο πάλι, λένε ψέματα την 1η του Μάρτη και όχι την Πρωταπριλιά.
Το έθιμο αυτό δε φαίνεται να είναι από αυτά που λέμε «γνήσια ελληνικά», με αρχαιοελληνική καταγωγή και ρίζες. Πιθανότατα μας έχει έρθει από τη Γαλλία.
Είναι ο μοναδικός μήνας της χρονιάς που το όνομά του φανερώνει την κατάσταση και τον χαρακτήρα της χρονικής περιόδου που καλύπτει, σε αντίθεση μ'όλους τους υπόλοιπους, που οι ονομασίες τους άγουν την ετυμολόγησή τους σε θεούς, αυτοκράτορες, ή στην αριθμητική τοποθέτησή τους μέσα στη χρονιά.
Στο αρχαίο αθηναϊκό μηνολόγιο αντιστοιχεί με τον μήνα Μουνιχιώνα, ο οποίος έλαβε το όνομά του απ'τη γιορτή της Μουνιχίας Αρτέμιδος. Το ιερό της θεάς βρισκόταν στον Πειραιά πάνω στο σημερινό λόφο του προφήτη Ηλία και σύμφωνα με την παράδοση είχε χτιστεί από τον μυθικό ήρωα Μούνιχο.
Ο λαός ονομάζει τον Απρίλη Ανθομήνα, γιατί φέρνει πολλά άνθη, Ξεροκοφινά και Τιναχτοκοφινίδη γιατί τότε εξαντλούνται οι φτωχικές συγκομιδές του γεωργού, Αηγιωργίτη απ'τον εορτασμό της μνήμης του Αγ. Γεωργίου (23) και Λαμπριάτη επειδή κατ'αυτόν συνήθως συμπίπτει ο εορτασμός του Πάσχα.


Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου θεωρείται χρονικό σύνορο κυρίως για τους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Ο αϊ-Γιώργης, μαζί με τον αϊ-Δημήτρη στις 26 Οκτωβρίου, είναι τα δύο συνόρατα του χρόνου. Απ'του Αγ. Γεωργίου αρχίζει το θέρος και ανεβαίνουν οι τσοπάνηδες στα βουνά, στις καλοκαιρινές τους βοσκές. Από του Αγίου Δημητρίου πάλι αρχίζει ο χειμώνας και το κατέβασμα στα χειμαδιά.


Το όνομα «Γεώργιος» είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γ'αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).


Ο αϊ-Γιώργης, ως καβαλάρης δρακοντοκτόνος, έχει σχέση με το νερό, το νερό το πόσιμο, της πηγής του πηγαδιού. Και η στέρηση αυτού του νερού τους μήνες του καλοκαιριού, ιδιαίτερα αν δε βρέξει αρκετά το χειμώνα, είναι στην Ελλάδα βάσανο μεγάλο. Ο αϊ-Γιώργης είναι όπως το λέει και το δημοτικό τραγούδι, ο ήρωας του παραμυθιού που σκοτώνει το θηρίο. Ποιο είναι το θηρίο; Είναι ο δράκοντας της ζέστης, που βγάνει φλόγες απ' το στόμα του. Αυτός ο δράκοντας κρατάει το νερό της πολιτείας - έτσι λέει το παραμύθι - και δεν το αφήνει να τρέξει, εξόν κι αν του κάνουνε θυσία τη βασιλοπούλα, αν του τη δώσουνε να τη φάει. Ο αϊ-Γιώργης σκοτώνει το δράκοντα και ώζει τη βασιλοπούλα. Αυτό είναι το παραμύθι:


Πανηγυράκι γίνεται, κάτω στον αϊ-Γιώργη ...;


Έτσι αρχίζει το τραγούδι του αγίου. Και λίγο παρακάτω λέει:


Απόλα, δράκο-μ το νερό, να πιεί το πανηγύρι ...;


Άγιος Μάρκος, στις 25 του Απρίλη
Αλαφρή γιορτή που περνάει σχεδόν απαρατήρητη για όλο τον κόσμο, εκτός από τους γεωργού, που τη σέβονται και κρατούν την αργία της. Δε ζεύουν αλέτρι, δε βαρούν τσαπισιά στο χωράφι. Ο άγιος Μάρκος είναι για τα φίδια. Το όνομα του αγίου παρετυμολογήθηκε από το μαργώνω, μαρκώνω, ναρκώνω. Πιστεύουν, δηλαδή, πως ο άγιος τους προστατεύει από τα φίδια, γιατί τα μαργώνει ή τα ναρκώνει:
Μάρκο, Μάρκο, μάρκωσέ τα (τα φίδια δηλαδή)
Κι αϊ-Γιώργη τύφλωσέ τα.
Η ημέρα έχει πλέον μεγαλώσει αρκετά και δεδομένου ότι οι εργάτες των γεωργικών εργασιών προσλαμβάνονταν από ανατολής μέχρι δύσης του ηλίου, συνέφερε τους γεωργούς ακόμη και οκνηρούς εργάτες να προσλάβουν:
«Τον Απρίλη και τον Μάη, έπαιρνε ακαμάτη εργάτη.»


Για τη βροχή του Απριλίου υπάρχουν πολλές παροιμίες:
«Του Απρίλη η βροχή, κάθε κόμπος και φλουρί.»
«Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο,
να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια.»


Ο Απρίλιος με τον Μάιο είναι οι κατεξοχήν μήνες των λουλουδιών:
«Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.»


Ο Απρίλης όμως δεν είναι πάντοτε καλοκαιρινός:
«Το κρύο φύλαε ως τ'Απριλιού τις δώδεκα,
ακόμα και στις δεκαχτώ πέρδικα ψόφησε στ'αβγό.»
Απρίλιος, Απρίλης και Αϊγιωργίτης


Απρίλης, να πριστεί να σκάσει.


Απρίλη μέρες ζύμωνε κι αν έχεις στράτες πήγαινε.


Απρίλης γρίλης, τιναχτοκοφινίδης (τελειώνουν οι καρποί που είχαν μαζευτεί από την περασμένη σοδειά και τινάζονται έτσι τα κοφίνια).


Αν βρέξει Απρίλης δυο νερά
κι ο Μάης άλλο ένα
χαρά σε κείνον τον ζευγά
πούχει πολλά σπαρμένα.


Τόση ήταν η αγάπη μας
σαν τ' Απριλιού το χιόνι
όπου το στρώνει από βραδύς
και το πρωί το λειώνει (και μεταφορικά για τις σύντομες φιλίες).


Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά
κι ο Μάης πέντε δέκα
να δεις το κοντοκρίθαρο
πώς στρίβει το μουστάκι.
Να δεις και τις αρχόντισσες, πώς ψιλοκρισαρίζουν,
να δεις και τη φτωχολογιά πώς ψιλοκοσκινάει.


Απρίλη, Απρίλη αφόρετε.


Αν βρέξει ο Απρίλης δώδεκα, κι ο Μάης μια και φίνα,
αξίζει τ' αλαφόπουλο, μ' όλη την ελαφίνα.


Αν βρέξει ο Απρίλης δυο βροχές, και Μάης μια, θα είν' το ψωμί σου ψηφορά και το κρασί σου νάμα (πρόσφορο και κρασί για λειτουργία).


Απρίλης, Μάης, κοντά είναι το θέρος.


Απρίλης, Μάης κουκιά μεστωμένα.


Απριλίου δεκαοχτώ, να 'χεις το μάτι σου ανοιχτό.
Πέρασαν οι δεκαοχτώ, άραξε σ' ένα αυγό (για τους θαλασσινούς, με τις φουρτούνες)


Και τ' Απριλιού τις δεκαοχτώ
πέρδικα ψόφησε στ' αυγό (έκανε κρύο).


Απρίλης με τα λούλουδα, και Μάης με τα χορτάρια. Και τ' Αϊ-Γιωργιού να φέξει!


Ο Απρίλης κι αν χιονίζει καλοκαίρι θα μυρίζει.


Όσες πομένουν (απομένουν) τ' Απριλιού και τρεις από το Μάη (για τον υπολογισμό των ημερών της νηστείας των Αγίων Αποστόλων. (Κρητική παροιμία)


Όλο το χρόνο έτρεμα, ως δώδεκα Απριλίου, αν ρωτάς στις δεκαοχτώ, πέρδικα πάγωσε στ' αυγό. (παροιμία Λέσβου)


Τον Απρίλη και το Μα (Μάη) κατά τόπους τα νερά (οι τοπικές βροχές).


Tuesday, March 26, 2013

Θεέ μου θέλω να με κάνεις τηλεόραση.

"ΘΕΕ ΜΟΥ, ΑΠΟΨΕ ΣΟΥ ΖΗΤΑΩ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΤΟ ΘΕΛΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.


ΝΑ ΕΧΩ ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΟΥ ΧΩΡΟ .


ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ.


ΝΑ ΜΕ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΩ.


ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ


ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ Η ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ.


ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΟΤΑΝ ΔΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ.


ΟΤΑΝ ΕΙΜΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΘΑΧΩ ΤΗ ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ.


ΚΑΙ ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΕ ΘΕΛΕΙ ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΜΕΝΗ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΕ ΑΓΝΟΕΙ...


ΘΕΛΩ Τ'ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΑΛΩΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΩΡΕΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.


ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΟΤΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΑΦΗΝΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ, ΠΟΤΕ ΠΟΤΕ,


ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΜΕΝΑ.


ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ, ΚΑΝΕ ΜΕ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΩ ΟΛΟΥΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥΣ.


ΘΕΕ ΜΟΥ ΔΕ ΖΗΤΏ ΠΟΛΛΑ..ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑ ΜΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ!!".


Την δασκάλα που την διάβασε (καθώς βαθμολογούσε) την έκανε να κλάψει. Ο σύζυγός της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη είδε και...


-Τι συμβαίνει; τη ρώτησε.


-Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου, του απάντησε.


-Θεέ μου, το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί, απάντησε με λυπη ο σύζυγος!


Τότε αυτή τον κοίταξε και είπε:
-Αυτή η έκθεση είναι του γυιού μας!.."


Έκθεση από μαθητή Δευτέρας δημοτικού με θέμα: " ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ".


 


Πηγή: ambelosalithini.gr

Sunday, March 24, 2013

H Μαρία

« Πάλι άρρωστη;» έκανε να παράπονο και λίγο από θυμό η μάνα. «Πάλι;» «Ακόμα δεν συνήλθες από το προηγούμενο κρύωμα και τώρα ξανά. Πρόσεξε παιδί μου μη σου μείνει τίποτα στα πνευμόνια και ύστερα θα τρέχουμε και δε θα φτάνουμε! Σου έχω πει χιλιάδες φορές, όταν βρέχει, να έχεις μια ομπρέλα, τώρα το χειμώνα όλοι έχουμε στην τσάντα μας μια ομπρέλα, δεν είναι τόσο δύσκολο!»
Η άρρωστη είναι η Μαρία. Πρωτοετής φοιτήτρια της Νομικής. Μάλιστα είχε περάσει και με πολύ καλή σειρά. Η μάνα και ο πατέρας θα θυμούνται για μια ζωή τη στιγμή που η Μαρία τους ανακοίνωσε την επιτυχία της. Οι γονείς κοιτάχτηκαν στα μάτια με δάκρυα στα μάτια και έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά τους άλλου. Οι κόποι μας Ανδρέα μου έπιασαν τόπο, είχε πει η μάνα σκουπίζοντας τα δάκρυα της. Ο πατέρας τρία μέτρα πιο ψηλός είχε τρέξει στην πλατεία για να κεράσει όλους τους φίλους του γι αυτή την μοναδική επιτυχία της κόρης του. Η Μαρία εκείνη τη μέρα είχε νιώσει βαθιά μέσα της τι σημαίνει μοναξιά. Μα δε μίλησε. Αγαπούσε τους γονείς της τόσο πολύ. Δεν ήταν καμιά αχάριστη. Μέσα σε τούτη την ανεπανάληπτη οικονομική κρίση να έχει την συμπαράσταση τους δεν ήταν μικρό πράγμα. Είχαν αναγκαστεί να ξεπουλήσουν όσο όσο εκείνο το μικρό κτηματάκι του παππού για να βγάλει εκείνη πέρα τα φροντιστήρια της Γ Λυκείου. Και τώρα θα τολμούσε να ζητήσει την προσοχή τους; Ε όχι! Ήταν η δική τους  χαρά, εκείνοι την αγόρασαν και τώρα καιρός ήταν να την γιορτάσουν.
Ο πατέρας της Μαρίας ένας καλός άνθρωπος γιος δασκάλου. Ο πατέρας του ήταν ο περίφημος Αντώνογλου, Γιάννης Αντώνογλου. Ο πρώτος δάσκαλος που αγωνίστηκε για να έχει όλη η δική τους περιοχή  και δημοτικό αλλά και γυμνάσιο. Μάλιστα σε μια εποχή που δύσκολη και επικίνδυνη. Ωστόσο τα κατάφερε και μάλιστα από τα δικά του χέρια βγήκαν λαμπροί επιστήμονες και άξιοι πολιτικοί. Ο πατέρας της Μαρίας, ο κυρ Θόδωρος, δε χάνει ευκαιρία να ξετυλίξει χιλιάδες ιστορίες για τον πατέρα του κάθε φορά που η περίσταση το απαιτεί. Δηλαδή κάθε φορά που θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του.
Εμένα που με βλέπετε είμαι γιος του Γιάννη Αντώνογλου με τα όνομα! Έτσι ξεκινούσε για να ορθώσει λιγάκι το ανάστημα του. Το ότι πατούσε πάνω στους ώμους του πατέρα του το θεωρούσε φυσιολογικό. «Πατέρας μου είναι, απ αυτόν πήρα κι εγώ!» καμάρωνε και τύλιγε όσο πιο καλά μπορούσε τη φέτα για να τη ζυγίσει. Το μπακάλικο του ήταν η κρυψώνα του. Δεν έβγαινε συχνά από κεί, επειδή πίσω ακριβώς από το ταμείο ήταν η μεγάλη φωτογραφία του πατέρα του. Εδώ ήταν η σκιά του. Τριγυρνούσε μέσα στο μαγαζί. Σα να ήταν εκείνος. Δεν ήταν ο κυρ Θόδωρος μα ο γιος του Γιάννη Αντώνογλου.
Όσο για τη μάνα εκείνη ήταν η γυναίκα του κυρ Θόδωρου, του γιου του Γιάννη Αντώνογλου. Που και που ανέπνεε λίγο από τον αέρα της δόξας του πεθερού της, κι ας μην τον είχε γνωρίσει ποτέ.
«Δεν πειράζει» της έλεγε ο άνδρας της, γνωρίζεις εμένα και είναι ακριβώς το ίδιο.
Την αντίρρηση της βέβαια δεν τολμούσε να την εκφράσει. Ποια ήταν αυτή που θα τολμούσε να πει κουβέντα; Ο δικός της πατέρας ήταν ένας ασήμαντος υπάλληλος στο δημαρχείο. Δεν είχε κάνει ποτέ κάτι σημαντικό για να είναι εκείνη περήφανη και να έχει να καμαρώνει. Γραφείο σπίτι, σπίτι γραφείο.  Είχε ακούσει για τον δάσκαλο τον Αντώνογλου, και θεώρησε καλό να παντρέψει τη κόρη του με το γιο του δάσκαλου. Για να έχει κι εκείνος λίγο από τη δόξα… Η κυρία Σταυρούλα αγωνίζεται από τότε να έχει τα πάντα τέλεια στο σπίτι και στη ζωή της, για να μη της βρίσκει κανείς, ούτε το παραμικρό ψεγάδι για να της κοπανίσει καμιάν ώρα « τι σου βρήκε…». Το σπίτι και το φαγητό στην εντέλεια. Σκέτη εκκλησία. Να ντρέπεσαι να πατήσεις. Από μαγειρική; Άλλη δεν υπάρχει που να μαγειρεύει τοσο νόστιμα, τόσο περιποιημένα. Όλοι έχουν να λένε για της κυρίας Σταυρούλας τα ντολμαδάκια κι εκείνο το κοκκινιστό, άλλο πράγμα…
Η επιτυχία της Μαρίας ήταν η μεγάλη τους ευκαιρία για να ανέβουν ακόμα ένα σκαλοπάτι στην κοινωνία τους. Για να δουν τι μπορούν να κάνουν δυο καλοί γονείς, δίχως τις πλάτες των παππούδων. Μη νομίζετε όλα τα ήξεραν , όσα λέγονταν πίσω από τις πλάτες τους. Τώρα όμως ήταν αλλιώς. Η κόρη τους πέρασε στο πανεπιστήμιο. Άντε να δούμε τώρα ποιος θα μιλούσε;
Ο κυρ Θόδωρος πάντως βαθιά μέσα του δεν θα ήθελε είναι γιος του περίφημου δάσκαλου Αντώνογλου. Τον έχει κουράσει αυτός ο ρόλος τόσα χρόνια. Αλλά και πάλι… θα έβρισκε άλλη κρυψώνα… το κυριότερο έτοιμη κρυψώνα… μη χρειαστεί πολλή δουλειά… σαν το μπακάλικο του, βάζεις, ζυγίζεις, τυλίγεις, χαιρετάς…  τι θα μπορούσε να ήταν αν δεν ήταν αυτός που ήταν… και ποιος ήταν δηλαδή…
Η Μαρία η κόρη του γιου του δάσκαλου και εγγονή κάποιου άγνωστου πλην τίμιου δημόσιου υπαλλήλου ήταν το εισιτήριο για τα μεγάλα σαλόνια πια της πόλης. Θα την περιέφεραν ως την απόδειξη για το κατόρθωμα τους. Ευτυχώς που υπάρχει κι εκείνη.
Η Μαρία το είχε όνειρο μια μέρα να φύγει από αυτή τη πόλη που ένιωθε πως την έπνιγε. Μα δεν το ομολογούσε σε κανέναν. Μέσα σ αυτό το όνειρο περνούσε ώρες ατέλειωτες.  Ο νους της ταξίδευε, όλο ταξίδευε μακριά, σε μια πόλη που δεν την έχει ο χάρτης, που δεν έχει πανεπιστήμιο, που δεν έχει γονείς.. Το καλό κορίτσι, η καλή μαθήτρια, η υπάκουη και καλή κόρη ένιωθε πως ήθελε να ταξιδέψει. Ν ανοίξει τα φτερά της και με το φτερούγισμα της να γκρεμίσει όλα τα θέατρα του κόσμου, να μην υπάρχει κάτι που να της θυμίζει πόσο επίπονο είναι να υποκρίνεσαι με το ζόρι ένα ρόλο που μόνο πόνο φέρνει.
Κάθε φορά που έρχονταν η μάνα κα γλυκά την ρωτούσε αν χρειαζόταν κάτι η Μαρία έτρεχε γρήγορα μέσα στην κρυψώνα της, μη την βρει απροετοίμαστη η μάνα και ακούσει όσα με επιμέλεια η καλή κόρη έκρυβε. Στη στιγμή η κόρη άλλαζε ρόλο, και έπαιζε τόσο  όμορφα, τόσο πειστικά που και η ίδια απορούσε με τον εαυτό της, και στεναχωριόταν και έκλαιγε, σαν το μικρό παιδί που χάθηκε και γύρευε τους γονείς της. Μα εκείνη έψαχνε τον εαυτό της κι αυτό την άγχωνε πολύ και κυρίως την θύμωνε. Που δεν θυμόταν μερικές φορές ποια ήταν, που αγαπούσε κάτι από κείνην και της διέφευγε…
Εδώ γύρω στα χωριά στις Απόκριες γίνεται σωστό πανηγύρι. Κατάλαβε γιατί… Λες να είναι κάποια αρχαία επιδημία που μολύνει γενιές και γενιές … κι έτσι έμεινε έθιμο σαν από κείνα που το έχουν για να ξορκίσουν το κακό, τους καλικάντζαρους..  Πολύ φοριέται η μάσκα στα μέρη μας, λέει μόνη της και γελάει μερικές φορές. Οι παρέες της μια από τα ίδια. Αν ερχόταν κάποια επιτροπή από το Εθνικό Θέατρο για να κάνει ακροάσεις, πως τα λένε αυτά, για να δει ποιος έχει ταλέντο στην ηθοποιία το σίγουρο είναι ότι δεν θα έφευγε με άδεια χέρια. Θα έβρισκε πολλούς ταλαντούχους, μικρούς και μεγάλους και τούτη η επιλογή θα ήταν ίσως σωτηρία για πολλούς.
Οι συμμαθητές της Μαρίας ένα πολύχρωμο παζλ από σχέσεις που πιο πολύ έμοιαζαν με μάσκες. Μικρές μεγάλες, χρωματιστές, ασπρόμαυρες, έτοιμες για κάθε χρήση.  Στο σχολείο σπάνια έβρισκες μαθητή που να εννοούσε αυτό που έλεγε και να ήταν αλήθεια
«Διάβασες για το διαγώνισμα;»
«Τι να διαβάσω ρε, πας καλά; Βιβλίο δεν άνοιξα, βαριόμουν»


Το παράξενο βέβαια είναι ότι όσοι από τους συμμαθητές βεβαίωναν πως δεν άνοιξαν βιβλίο, στα διαγωνίσματα έπαιρναν πάντα 20. Καθόλου παράδοξο όμως, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο χώρος του σχολείου είναι γεμάτος θαύματα….
Προτού γίνουν τόσο ικανοί παίκτες στο κρυφτό οι συμμαθητές της, η ίδια, πέρασαν από την βασική εκπαίδευση. Από τα σπίτια μέσα μέχρι τις αλάνες, μέχρι τους δρόμους, κάθε μικρός πρέπει να παίξει κρυφτό. Είναι μέρος της ανάπτυξης.
Οι μάνα κρύβει το πρόσωπο με την παλάμη της και ύστερα το παίρνει, το μωρό γελά, ευχαριστημένο που από τόσο μικρό μαθαίνει πως στην ζωή του αυτή την διαδικασία θα την τελειοποιήσει και θα την περάσει στις επόμενες γενιές.
Οι γονείς της Μαρίας καμαρώνουν για την κόρη τους, για τον εαυτό τους, για κείνα που ήθελαν να κάνουν οι ίδιοι και δεν τόλμησαν. Η Μαρία ζει στο μυαλό της μια φανταστική ζωή. Κάπου αλλού, με άλλους, σε άλλους. Οι συμμαθητές της αφήνουν να φανεί μόνο όσα έχουν εκπαιδευτεί να δείχνουν.
Για την Μαρία ήρθε ο καιρός να πάει στη σχολή της. Πέρασε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα. Για τούτη την μετακίνηση της, στο σπίτι, έχουν να γίνουν πολλά. Ποιος απ όλους θα τολμήσει  να μιλήσει από τα καμαρίνια, πριν το μακιγιάζ, πριν την παράσταση;