Thursday, December 20, 2012

καθρέφτες

Ωρα για μικρό παραμύθι και μεγάλη παραμυθία.
Τα πολύ παλιά χρόνια, σε ένα μικρό μακρινό χωριό, ήταν ένα μέρος που το έλεγαν "Το Σπίτι με τους χίλιους καθρέφτες".
Ένα μικρό, ευτυχισμένο σκυλάκι, έμαθε για αυτό το μέρος και μια μέρα αποφάσισε να το επισκεφτεί. Όταν έφτασε εκεί, χαρούμενα ανέβηκε τις σκάλες και έφτασε μέχρι την πόρτα. Κοίταξε μέσα με τα αυτιά του τεντωμένα και την ουρά του να πηγαίνει πέρα δώθε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Προς μεγάλη του έκπληξη είδε άλλα χίλια ευτυχισμένα σκυλάκια να τον κοιτούν και νανκουνάνε τις ουρίτσες τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Τους χαμογέλασε πλατιά και εκείνα του ανταπέδωσαν το χαμόγελο. Φεύγοντας σκέφτηκε πως είναι ένα υπέροχο μέρος αυτό το σπίτι. Αποφάσισε να το επισκέπτεται πιο συχνά.
Στο ίδιο χωριό, ζούσε ένα άλλο σκυλάκι, που δεν ήταν τόσο ευτυχισμένο όσο το πρώτο.  Αργά αργά σκαρφάλωσε τα σκαλιά μέχρι την εξώπορτα. Με κατεβασμένο το κεφάλι κοίταξε μέσα από την πόρτα. Τότε είδε χίλια σκυλάκια, μουρτζούφλικα να τον κοιτούν. Γρύλισε εκείνο δυνατά, δείχνοντας τα δόντια του. Τρομαγμένο τότε είδε πως χίλια σκυλάκια ανταπέδωσαν το γρύλισμα.  Καθώς έτρεχε να φύγει σκέφτηκε πως δεν υπάρχει στον κόσμο άλλο πιο απαίσιο μέρος από αυτό. Βέβαια αποφάσισε να μην ξανάρθει ποτέ πια.


Σπίτι με καθρέφτες η ζωή.

Friday, December 14, 2012

Σχολικό λεωφορείο

Κάθε πρωι. Την ίδια ώρα. Στις 7:05. Εξω από το σπίτι της Αναστασίας το σχολικό περιμένει υπομονετικά. Η Αναστασία βαριεστιμένα ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Κάθε μέρα. Στο τελευταίο σκαλοπάτι συναντά την χαμογελαστή καλημέρα του οδηγού. Ίδια καλημέρα, ίδιο χαμόγελο, ίδια αδιαφορία από την Αναστασία και τους συμμαθητές της. Ποιος έχει όρεξη τα πρωινά για καλημέρες…
Ο οδηγός παρόλα αυτά επιμένει. Τα παιδιά επιμένουν να περνούν από μπροστά του . Παράλληλες ζωές.
Χθες το πρωί η Αναστασία έφυγε από το σπίτι με ψιχαλισμένα τα μάτια της. Τα νεύρα του πατέρα, η σπαραχτικές φωνές της μάνας, οι σιχαμένες καταστάσεις που ρημάζουν των ανθρώπων τις ζωές επιτέθηκαν δίχως έλεος. Η Αναστασία δεν άντεξε. Άρπαξε την τσάντα της, το παλτό της και όρμησε στο δρόμο. Στην γωνία ήταν το σχολικό. Όπως πάντα. Για μια στιγμή νόμισε ότι είχε πιάσει βροχή. Μα ήταν τα δάκρυα της. Με θολό βλέμμα ανέβηκε τα σκαλιά στο πούλμαν.
Ο οδηγός της πρόσφερε την πρωινή του χαμογελαστή καλημέρα.
Ξαφνικά η Αναστασία ανακάλυψε ότι αυτή η καλημέρα ήταν εκείνο που αναζητούσε όσο τίποτα εκείνη τη στιγμή. Άφησε την τσάντα της, πλησίασε τον οδηγό, τον αγκάλιασε τρυφερά και του είπε
«Σας ευχαριστώ πολύ, πάρα πολύ»!
Μια καινούργια μέρα ξεκινούσε και θα ήταν διαφορετική.

Tuesday, December 11, 2012

Πλύσιμο

Ένα μικρό εξάχρονο κοριτσάκι, με κοκκινωνές κοτσιδούλες είχε βγει για ψώνια.
Εκείνη την ώρα είχε πιάσει δυνατή βροχή. Απο κείνη τη βροχή που σε ταξιδέυει καθώς χορεύει ρυθμικά πάνω στο δρόμο, στα υπόστεγα και στις αναμνήσεις. Μέσα στο κατάστημα είχαμε μαζευτεί πολλοί περιμένοντας να περάσει η μπόρα. Αλλοι περίμεναν υπομονετικά και άλλοι βαστώντας τα μούτρα τους, επειδή η βροχή τους καθυστερούσε απο το βιαστικό τους πρόγραμμα.
Η βροχή με μαγεύει. Η μουσική της με πάει σ άλλους κόσμους. Χάναομαι στον ήχο και την θέα τ ουρανού να καθαρίζει την βρωμιά του κόσμου. Τα παιδικά μου χρόνια ζωντανεύουν όταν δίχως να το σκεφτώ έβγαινα και έτρεχα και πηδούσα με δύναμη μέσα στις λιμνούλες...στα ρυάκια που γέμιζαν τα ακροδρόμια... διώχνοντας μακριά τις έγνοιες και τις στεναχώριες.
Ξαφνικά η φωνή της μικρής διέκοψε την αναπόληση
"Ελα μαμά να τρέξουμε στη βροχή!"
"Τι;" ρώτησε εκείνη έκπληκτη
"Πάμε να τρέξουμε στην βροχή" ξαναπε το κορίτσι
"Γλυκιά μου θα περιμένουνε λίγο ακόμα μέχρι να κοπάσει" της απάντησε αυτή
"Μα γίνουμε μούσκεμα" παρατήρησε η μητέρα
"Οχι!" διαμαρτυρήθηκε το κορίτσι. "Αλλα μου έλεγες το πρωί!"
"Το πρωί; Σου είπα εγώ το πρωί οτι θα τρέχουμε μέσα στη βροχή δίχως να βραχούμε;"
"Μα δεν θυμάσαι καλέ μαμά; Οταν μίλαγες στον μπαμπά για τον καρκίνο του είπες πως αν μας βοηθήσει ο Θεός να το περάσουμε αυτό, θα μπορούμε να περάσουμε τα πάντα ύστερα!
Είχαμε μείνει όλοι άφωνοι. Δεν ακουγόταν λέξη. Απο κανέναν. Μόνο η βροχή. Δεν έφευγε κανένας. Περιμέναμε την απάντηση της μάνας. Είχε σταματήσει για να σκεφτεί τι θα απαντούσε στην κόρη της. Ήταν μια στιγμή πολύ σημαντική για την ζωή της μικρής. Μια στιγμή όπου η αγνή πίστη έπρεπε να τραφεί για να ανθίσει.
"Αγάπη μου" της είπε η μάνα "Εχεις απόλυτο δίκιο. Ελα, πάμε να τρέξουμε στη βροχή. Αν ο Θεός επιτρέψει να βραχούμε, θα είναι επειδή χρειαζόμαστε πλύσιμο"
Και όρμησαν έξω.
Τις παρακολουθούσαμε όλοι καθώς έτρεχαν ανάμεσα στα αυτοκίνητα, μέσα στις λιμνούλες. Βράχηκαν μέχρι το κόκκαλο.
Μερικοί τις ακολούθησαν και γελούσαν σα μικρά παιδιά καθώς κατευθύνονταν στα αυτοκίνητα τους.
Και ναι. Έτρεξα κι εγώ. Και βράχηκα. Χρειαζόμουν πλύσιμο.


Ας μην αφήσουμε κανέναν να μας πάρει τις αναμνήσεις μας. Ας μην αφήσουμε την ευκαρία να δημιουργήσουμε αναμνήσεις. Κάθε μέρα.

Sunday, December 9, 2012

..φωτίζοντας..

keria.jpg


Μια φορά κι ένα καιρό, ένα μικρό κεράκι βρισκόταν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλα κεριά, τα περισσότερα από τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα και πολύ ομορφότερα από αυτό. Μερικά ήταν δεμένα με κορδέλλες πολύχρωμες άλλα ήταν πιο απλά, σαν κι αυτό. Δεν ήξερε τον λόγο που βρισκόταν εκεί, και τα άλλα το έκαναν να αισθάνεται μικρό και ασήμαντο.
Όταν έπεσε ο ήλιος και σκοτείνιασε το δωμάτιο, είδε έναν άνθρωπο να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Έρχονταν προς το μέρος του κρατώντας ένα αναμμένο σπίρτο. Κατάλαβε οτι θα του έβαζε φωτιά.
- Μη!! φώναξε, σε παρακαλώ μη!
Όμως ήξερε οτι δεν μπορούσε να ακουστεί και ετοιμάστηκε να υποφέρει τον πόνο, που ήταν σίγουρο οτι θα ακολουθούσε.
Προς μεγάλη του έκπληξή το δωμάτιο γέμισε με φως. Αναρωτήθηκε από που έρχεται το φως, αφού ο άνδρας είχε σβήσει το σπίρτο. Κατάλαβε ότι προερχόταν από τον εαυτό του.
Ύστερα ο άνδρας άναψε κι άλλα σπίρτα για να ανάψει με την σειρά του και τα άλλα κεριά. Όλα τα κεριά έδιναν το ίδιο φως με εκείνο.
Καθώς περνούσαν οι ώρες παρατήρησε ότι το κερί άρχισε να λιώνει. Κατάλαβε ότι σύντομα θα πέθαινε. Με την παρατήρηση αυτή, ανακάλυψε και τον λόγο είχε δημιουργηθεί.
- Ίσως ο λόγος που βρίσκομαι στη Γη, είναι για να δίνω φως μέχρι να πεθάνω, ψιθύρισε.
Και αυτό έκανε.

Wednesday, December 5, 2012

Κάτω τα χέρια απο τη Παιδεία

Για ποιον λόγο δηλαδή έπρεπε η Παιδεία να σωθεί απο αυτή την λαίλαπα που έχει σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά της; Αδικο έχουν όσοι διαμαρτύρονται. Το σωστό και μνημονιακό ενδεχομένως θα ήταν να σκύψουν το κεφάλι και να δεχθούν οτι μέσα σ όλα που δεν πρέπει να μείνουν όρθια είναι και η Παιδεία.
Πικρόχολες σκέψεις κατακλύζουν κάθε άνθρωπο που πονά για τούτον εδώ τον τόπο. Ανοίγοντας το παράθυρο του στο συννεφιασμένο τοπίο της πατρίδας του ένας αναστεναγμός βγαίνει απο τα κατάβαθα της ψυχής του με την ελπίδα πως θα παρασύρει μαζί του το βάρος, την πίκρα και τον θυμό που νιώθει αντικρύζοντας ερείπια.
Στους δρόμους για άλλη μια φορά οι πολίτες μέσα στην Σισύφεια προσπάθεια τους να αφυπνίσουν τους άρχοντες και γυμνούς βασιλιάδες (sic). Τον ρόλο αυτόν της αφύπνησης τον έχει αναλάβει η Παιδεία. Η Παιδεία ξυπνά συνειδήσεις. Δημιουργεί οράματα. Ξεσηκώνει υποτακτικούς και τους μαθαίνει την αξιοπρέπεια. Σε τι οφελεί λοιπόν μια τέτοια Παιδεία μια εξουσία που γυρεύει σκυμμένα και πειθήνια κεφάλια; Αντίθετα. Αυτή η Παιδεία είναι κίνδυνος. Η εξουσία δεν την αντέχει. Βάζει σκοπό να την εξαφανίσει. 
Πως μπορείς να γκρεμίσεις έναν ουρανοξύστη μονομιάς; Απλό. Δυναμιτίζοντας τα θεμέλια του. Αν ο ουρανοξύστης είναι η Παιδεία τα θεμέλια της είναι τα σχολεία. Δυναμιτίζοντας τα σχολεία στο όνομα της οικονομίας των πόρων, συμπτίσσοντας τάξεις, γεμίζοντας μικρές παγωμένες αίθουσες με παιδιά πεινασμένα, φτωχά και εξαθλιωμένα, και δασκάλους δίχως αύριο. Πως να μπολιάσεις την νέα γενιά με οράματα την ώρα που η τα μέσα είναι ελάχιστα;  Δεν μπορείς.
Έτσι πιστεύει η εξουσία. Οι συγχωνεύσεις των σχολείων μέσα στη μέση της χρονιάς, οι μετακινήσεις των μαθητών σε άλλα σχολεία, οι απολύσεις των δασκάλων, οι μειώσεις των δαπανών, των μισθών, το κρύο πολιορκούν την Παιδεία. Η εκπαιδευτική κοινότητα ξεσηκώθηκε.
Ας όψεται η, στο όνομα της ανάπτυξης, δημοσιονομική αναδιάρθρωση. Περισπούδαστες λέξεις δίχως το νόημα που τους πρέπει. Οποιος μπορεί και διαβάζει πίσω απο τις λέξεις τρομάζει καθώς συλλαβίζει:
«Καταστρέψτε την Παιδεία τους και τους έχετε στο χέρι». Ελπίζω να με προδώσει ο αναλφαβητισμός μου και να μη διάβασα σωστά.

Tuesday, December 4, 2012

"Η Βαρβάρα βαρβαρώνει"

«Η Βαρβάρα βαρβαρώνει» λέει ο λαός, καθώς συνηθίζει να συνδυάζει ομόηχες λέξεις κι έτσι τη φαντάζεται, αν μη τι άλλο, ως μια Αγία ιδιαίτερα δυναμική. Με τούτη τη δυναμική Αγία, λοιπόν, συνδέονται εντυπωσιακά πολλές παραδόσεις, έθιμα και δοξασίες του λαού μας κάποια από τα οποία, κρύβουν φυσικά και αρχαιοελληνικές ρίζες.


Η Αγία Βαρβάρα, πάνω από όλα, θεωρείται προστάτιδα των παιδιών από την ευλογιά, αλλά κι από άλλες κακιές αρρώστιες. Τούτο στηρίζεται στην παράδοση που λέει πως ο πατέρας της, που ήταν φανατικός εθνικός, είχε τέτοιο μίσος για τους Χριστιανούς που, για να την κάνει να αρνηθεί την πίστη της την έκλεισε σε ένα πύργο όπου τη βασάνιζε τόσο, ώστε εκείνη να αρρωστήσει και να βγάλει σπυριά σε όλο της το σώμα. Τότε μάλιστα, την πέταξε σε ένα καζάνι για να καεί, όμως έγινε το θαύμα κι εκείνη, όχι μόνο δε κάηκε, αλλά έσβησαν και τα σπυριά από το κορμί της! Για το λόγο αυτό, οι μανάδες, εκείνες τις εποχές που ευλογιά θέριζε σαν επιδημία, έκαναν προσφορές στο όνομά της, ώστε να προστατεύσει τα παιδιά τους από την αρρώστια κι από τις άσκημες αυλακώσεις που προκαλούσε στα τρυφερά τους προσωπάκια. Έτσι, της έφτιαχναν μελόπιτες και πολυσπόρια, αλλά και κολλυβόζουμο, που τό 'λεγαν «βαρβάρα» προς τιμήν της.


Το έθιμο αυτό λέγεται πως κρατάει από την εποχή που ο σατανικός νους του πατέρα της, του Διόσκουρου, βάλθηκε να εξοντώσει του Χριστιανούς δηλητηριάζοντας το ψωμί τους. (`Αλλη εκδοχή, πάλι, μιλάει για τους Τούρκους κι όχι για το Διόσκουρο.) Το μυστικό, όμως, το έμαθε η κόρη του και ειδοποίησε τους Χριστιανούς να αποφύγουν εκείνες τις μέρες το ψωμί και να αρκούνται στο να βράζουν και να τρώνε ό,τι καρπούς είχαν φυλαγμένους στο σπίτι τους. Κι έτσι, ανήμερα της γιορτής της, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν τη «βαρβάρα», βάζοντας στάρι και διάφορους καρπούς (καρύδια, μύγδαλα, ρόδια, σταφίδες) ή φρούτα (συνήθως μήλο) ψιλοκομμένα και μπόλικα μυρωδικά, όπως κανέλα.


Αναφέρεται πως σε μέρη της Μικρασίας, τη «βαρβάρα» μαζεύονταν οι γειτόνισσες και την έφτιαχναν, την παραμονή, σε ένα σταυροδρόμι. Κι ύστερα το πρωί, φώναζαν τον παπά να τη διαβάσει, στο ίδιο εκείνο τρίστρατο. Αντίστοιχα, αλλού έφτιαχναν τη μελόπιτα (πίτα που αφού ψηθεί περίχυναν με μέλι) την οποία το τοποθετούσαν σε ένα τραπέζι και την πήγαιναν και πάλι σε ένα τρίστρατο όπου ερχόταν ο παπάς να τη ευλογήσει. Από το μέλι της πίτας αυτής έκαναν κι ένα σταυρό στην πόρτα τους.


Κι εδώ νομίζω αξίζει να παρατεθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γ.Α.Μέγα «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας» : «Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να εξηγηθούν οι μελόπιτες, η πανσπερμία και η έκθεσή τους στο «τρίστρατο», αν δε μας βοηθούσαν οι γνώσεις μας για την αρχαία κουροτρόφο θεά, την Εκάτη. Οι Έλληνες πίστευαν πως η Εκάτη, ως ενοδία ή τριοδίτις θεά, ήταν εγκατεστημένη στα τρίστρατα, όπου προς το βράδυ, τις τελευταίες μέρες του μήνα, όταν δηλαδή άρχιζε η νέα σελήνη, τοποθετούσαν πάνω στους βωμούς και κάτω από τα αγάλματα τροφές για τη θεά, τα λεγόμενα «Εκαταία» ή τον «Εκάτης δείπνον». Αν λάβουμε υπόψη, ότι αυτός ο τρόπος ετοιμασίας και έκθεσης των προσφορών στην Αγία Βαρβάρα συναντάται ιδιαίτερα στη Μ.Ασία και ότι η λατρεία της Εκάτης επικρατούσε κυρίως εκεί (από όπου η τριοδίτις θεά μεταφέρθηκε νωρίς στην αρχαία Ελλάδα ως θεά της μαγείας) καταλαβαίνουμε ποια αρχαία θεότητα αντικατέστησε, ως βοηθός του ανθρώπου, η Αγία Βαρβάρα.»


Παράλληλα, εκτός από τα παραπάνω, η Αγία Βαρβάρα έχει καθιερωθεί και προστάτιδα του Πυροβολικού μας, λόγω της παράδοσης που ακουγόταν σε σχέση με το θάνατό της. Καθώς έχασε τη ζωή της από τον ίδιο της τον πατέρα και φανατικό ειδωλολάτρη κι ενώ εκείνος την αποκεφάλισε με το ξίφος του, η Θεία Δίκη, με μορφή κεραυνού, λέγεται πως έπεσε πάνω του και τον έκαψε. Αυτόν τον τιμωρό κεραυνό συμβολίζουν τα πυρά του Πυροβολικού και για το λόγο αυτό καθιερώθηκε προστάτιδά του το 1829. Μάλιστα, προς τιμήν της, προσφέρονται και λουκουμάδες, επειδή μοιάζουν με τα τότε σφαιρικά βλήματα των πυροβόλων.


Πηγή

Monday, December 3, 2012

το κουτάβι

Ήταν προχωρημένη η ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα του επαρχιακού καταστήματος πώλησης κατοικιδίων ζώων.
ο καταστηματάρχης χαιρέτησε τον μικρό που μπήκε μέσα.
- Καλώς τον Γιώργο, του λέει. Πως από δω;
- Καλησπέρα κυρ Νίκο, λέει αυτό, να θέλω να αγοράσω ένα σκυλάκι.
- Ποιο σου αρέσει; ρωτάει εκείνος
Ο μικρός κάνει μια βόλτα μπροστά από τα κλουβιά. Στο χέρι του όμως δεν κρατά παραπάνω από 2 Ευρώ.
- Πόσο κάνουν; ρώτησε
- Τα κουταβάκια; 10 Ευρώ, είπε ο κυρ Νίκος.
- Τι κρίμα, είπε το μικρό παιδι και αναστέναξε, δεν μου φτάνουν, τουλάχιστον μπορώ να τα κοιτάξω;
- Ευχαρίστως λέει ο καταστηματάρχης, με την ησυχία σου, εγώ πάω λίγο μέσα.
Εκείνη την ώρα, ένα τσούρμο από μικρά κουταβάκια έρχονται τρέχοντας από μέσα.
-Με πεθυμήσατε ε; γέλασε εγκάρδια και έσκυψε να τα μαζέψει.
Όμως ένα μικρό σκυλάκι, κατέφτασε τελευταίο.
- Τι έχει αυτό; ρώτησε ο Γιώργος, γιατί καθυστερεί;
- Το καημένο! απάντησε ο κυρ Νίκος, γεννήθηκε κουτσό.
- Μήπως μπορώ να το αγοράσω; ρώτησε με λαχτάρα ο μικρός. Σε παρακαλώ κυρ Νίκο, μπορώ;
- Τι να το κάνεις αυτό μικρέ μου; Σου είπα, είναι κουτσό! Δεν θα μπορείς να τρέχεις μαζί του, να παίζεις, δεν θα μπορεί να σε ακολουθεί όπου κι αν πηγαίνεις, θα σε κουράζει!
- Κυρ Νίκο το θέλω, δεν με πειράζει!
- Βρε παιδί μου, επέμενε αυτός, δεν ακούς; γεννήθηκε σακάτικο, είναι σχεδόν άχρηστο σου λέω, δεν αξίζει.
Τότε ο μικρός, ανασηκώνει το παντελόνι του για να φανεί το πρόσθετο μέλος. Το δεξί του πόδι ήταν ξύλινο.
Ο καταστηματάρχης μήν μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του, έτρεξε στον μικρό, τον αγκάλιασε και τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει.


 


Μια απο τις πολλές ιστορίες που δίνουν το στίγμα της σημερινής παγκόσμιας μέρας.