Θέλω να σου θυμίσω οτι έχεις τρία ονόματα.
1) Αυτό που κληρονόμησες ( και είναι το επίθετό σου)
2) Αυτό που σου έδωσαν οι γονεις σου ( και είναι το μικρό σου όνομα)
και
3) Αυτό που δίνεις εσύ στον εαυτό σου ( και είναι η φήμη σου).
Θέλω να σου θυμίσω οτι έχεις τρία ονόματα.
1) Αυτό που κληρονόμησες ( και είναι το επίθετό σου)
2) Αυτό που σου έδωσαν οι γονεις σου ( και είναι το μικρό σου όνομα)
και
3) Αυτό που δίνεις εσύ στον εαυτό σου ( και είναι η φήμη σου).
Τρείς άνθρωποι δούλευαν σε μια οικοδομή.
Όλοι είχαν την ίδια δουλειά.
Όταν ρωτήθηκαν τι κάνουν, ο κάθε ένας από αυτούς έδωσε διαφορετική απάντηση:
O πρώτος είπε: "σπάω πέτρες"
O δεύτερος είπε: " βγάζω το ψωμί μου"
O τρίτος είπε: " βοηθάω να χτιστεί μια εκκλησία"
Το έθιμο των "Πεχλιβάνηδων"
Στο δημοτικό διαμέρισμα Ολβίου υπάρχει το έθιμο των "πεχλιβάνιδων" Ανήμερα του Αγ. Γεωργίου, από το μεσημέρι ομάδα παραδοσιακών οργάνων με νταούλι και ζουρνά, περιφέρονται στις γειτονιές του χωριού, όπου καλούν τους κατοίκους να παραβρεθούν στους αγώνες πάλης, όπου νεαροί παλαιστές από διάφορα μέρη της Β. Ελλάδος, γνωστοί και ως «πεχλιβάνηδες» (που σημαίνει "παλαιστής" στην τουρκική γλώσσα), συγκεντρώνονται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο και αφού χωρισθούν σε ζευγάρια, παλεύουν αλειμμένοι με λάδια. Η περιβολή τους είναι δερμάτινο παντελόνι μαζεμένο μέχρι τα γόνατα και σφιχτά δεμένο στην μέση, έτσι ώστε να μην μπορεί ο αντίπαλος να του το βγάλει. Ο «Πεχλιβάνης» χάνει όταν πέσει και ακουμπήσει η πλάτη του στο έδαφος αλλά και όταν... ο αντίπαλος καταφέρει να του κατεβάσει το παντελόνι!!! Το βραβείο του νικητή είναι τα χρήματα «μπαξίσι» που μαζεύονται μέσα σε μια πετσέτα που την περιφέρει στο κοινό το ζευγάρι παλαιστών που αγωνίστηκε. Εικάζεται ότι το έθιμο ξεκίνησε προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και αναπαριστά την πάλη του με το θηρίο. Το έθιμο αυτό το έφεραν οι πρόσφυγες κάτοικοι του χωριού Ολβίου από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, όπου η γιορτή του Αγ. Γεωργίου ήταν επίσημη αργία και για Χριστιανούς και για Μουσουλμάνους.
Στην Αράχωβα, ανήμερα του Πάσχα και από το απόγευμα ξεκινάει η περιφορά της Εικόνας του Αγίου Γεωργίου την οποία συνοδεύουν περί τα 500 άτομα ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές. Την επομένη πραγματοποιείται αγώνας δρόμου των γερόντων (ανηφορικός δρόμος), οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και φτάνουν στο λόφο.
Υπάρχουν τραγούδια για τον Άγιο Γεώργιο. Παράδειγμα από την Βέροια και την Νάουσα.
«Κάποτε σε ένα βασίλειο ο Θεός για να τιμωρήσει το βασιλιά, που δεν πίστευε στο Χριστό, έστειλε έναν φοβερό δράκοντα, που μπήκε στην πηγή απ’ όπου έπαιρνε νερό όλο το βασίλειό του και δεν άφηνε να τρέξει το νερό, αν δεν του έδιναν κάθε μέρα από ένα παιδί τους για να το φάει.
Μια μέρα ήρθε και η σειρά της μοναχοκόρης του βασιλιά. Ο βασιλιάς δεν ήθελε να τη δώσει αλλά ο λαός τον ανάγκασε. Την έντυσε, τη στόλισε και την πήραν οι στρατιώτες και την πήγαν και την έδεσαν δίπλα στην πηγή, όπως έκαναν κάθε μέρα.
Εκεί που καθόταν η βασιλοπούλα και περίμενε να βγει ο δράκοντας απ’ την πηγή για να τη φάει και έκλαιγε από το φόβο της, παρουσιάστηκε ένας όμορφος καβαλάρης και τη ρώτησε γιατί είναι δεμένη εκεί και γιατί κλαίει. Η βασιλοπούλα του είπε το λόγο και τον παρακάλεσε:
1. «Φύγε, ξενάκι μου, από δω να μη σε φάει και σένα
2. αυτό το άγριο θεριό που θα φάει και μένα!»,
αλλά ο Άγιος Γεώργιος της είπε να μη φοβάται γιατί αυτός ήρθε να τη γλιτώσει, μόνο που ήθελε πρώτα να κοιμηθεί λίγο για να ξεκουραστεί απ’ το ταξίδι που είχε κάνει!
1. «Άφησ’ με, κόρη μ’, άφησ’ με λίγον ύπνον ας πάρω
2. και γω σκοτώνω και θεριό και δράκοντα μεγάλο».
Μόλις ξάπλωσε ο Άγιος Γεώργιος, αποκοιμήθηκε, αλλά πολύ γρήγορα τον ξύπνησε η βασιλοπούλα με τις φωνές της!
1. «Σήκω, ξένε μου, γρήγορα, και το νερό αφρίζει
κι ο δράκος τα δοντάκια του για μένα τ’ ακονίζει!».
Ο Άγιος Γεώργιος πετάχτηκε αμέσως επάνω και με το κοντάρι του σκότωσε το δράκοντα και με το σπαθί του του πήρε το κεφάλι και το έδωσε να το πάνε στο βασιλιά και να του πουν ότι τον δράκοντα τον σκότωσε ο Άγιος Γεώργιος από την Καππαδοκία.
Όταν έμαθε ο βασιλιάς τι έγινε δεν πίστευε ούτε στα μάτια ούτε στ’ αυτιά του, ώσπου είδε την ίδια την κόρη του, και την αγκάλιασε και τη φίλησε κλαίοντας από τη χαρά του. Ύστερα ρώτησε τον Άγιο Γεώργιο τι θα ήθελε να του δώσει για να τον ξεπληρώσει για το καλό που του έκανε και ο Άγιος Γεώργιος του είπε να πιστέψει στο Χριστό, που τον βοήθησε να σκοτώσει το θεριό και να βαφτιστεί Χριστιανός. Τότε ο βασιλιάς βαφτίστηκε μαζί με όλη την οικογένειά του και το λαό του και έχτισαν και μια πολύ μεγάλη εκκλησιά για τον Άγιο Γεώργιο.
Χριστός Ανέστη!
Το οτι πέθανε ο Θεός, για μας σημαίνει οτι αναστηθήκαμε εμείς και κάθε τι που δημιουργούμε.
Σημαίνει οτι έχει νόημα και ενδιαφέρον η ζωή.
Σημαίνει οτι η ίδια η ζωή είναι πια ωραία και αθάνατη.
" Ας στολιστουμε ας λάμψουμε για χάρη της γιορτής
και ο ένας τον άλλον ας αγκαλιάσουμε.
Ας πούμε, αδέλφια, και κυρίως σε αυτούς που μας μισουν
Να συγχωρησουμε τα πάντα, αφού είναι Ανάσταση"
Και δυνατά ας ψάλλουμε " Χριστός Ανέστη"!
Από την εφημερίδα Τα Νέα είναι τούτο το απόσπασμα που παραθέτω, γραμμένο από την Έλενα Ακρίτα. Το φιλοξενώ μόνο και μόνο επειδή θα μπορούσα να το είχα γράψει κι εγω. Τόσο πολύ με εκφράζει και με συγκινεί!
ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟτέτοιες μέρες επίμονα παρεισφρύει στην καθημερινότητα το ρήμα «θυμάμαι»! Για κάποιον λόγο, η Πασχαλιά είναι συνυφασμένη με των παιδικών χρόνων τις μνήμες τις ανεξίτηλες. Το χθες συντρίβει το σήμερα, εξωραΐζεται, καλλωπίζεται, βάζει τα καλά του και εισβάλλει σαν τον κατακτητή μες στην καρδιά και το μυαλό.
Ήταν άραγε τόσο όμορφα τα χρόνια εκείνα ή εμείς τα σουλουπώσαμε στην πορεία μας; Ήταν τόσο ακριβές οι αναμνήσεις ή εμείς τις κόψαμε στα μέτρα μας; Δεν θα το μάθουμε ποτέ! Κι ίσως δεν έχει και σημασία! Σημασία έχει ότι το παρελθόν εκτοπίζει το παρόν και το ρήμα «θυμάμαι» κυριαρχεί γεμάτο μυρωδιές από μοβ πασχαλιές, το κερί της λαμπάδας που λειώνει και την τσίκνα του αρνιού. Γιατί το θυμάμαι δεν έχει να κάνει με τα γεγονότα. Έχει να κάνει με την αίσθηση που μας γεννούσαν τα γεγονότα.(...)
Θυμάμαιότι τότε ο κόσμος δεν έφευγε για εκδρομές και ταξίδια. Όλοι μένανε σπιτάκι τους. Ξυπνούσαν οι άντρες από τα χαράματα, στήνανε τις σούβλες κι έρχονταν συγγενείς και φίλοι. Πολύ συχνά γίνονταν και περαντζάδες από σπίτι σε σπίτι. «Περάστε για ένα μεζέ, ένα κρασί». Και δωσ΄ του μουσικές, και δωσ΄ του χορός και τραγούδι, ανέκδοτα, χαβαλές, καβγάδες για πολιτικά ή ποδοσφαιρικά και μετά πάλι «εβίβα» κι ευχές απ΄ την καρδιά βγαλμένες, όχι οι τυπικούρες της απόλυτης ξεπέτας!
Σήμερα η Εκκλησία μοιάζει να είναι ηττημένη. Ο θάνατος μας περικυκλώνει με τις κουστωδίες του. Το χρήμα, οι ιδέες, η επιστήμη, η εξουσία, αποτελούν αναγκαιότητες στη ζωή του παραστρατημένου ανθρώπου, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να φρουρούν τον τάφο. Γιατί μας μιλάνε για τον κόσμο και ερμηνεύουν τη λειτουργία του, ικανοποιούν τις ανάγκες μας, πραγματικές ή κατασκευασμένες, μας δημιουργούν ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας και ευτυχίας, αποθεώνουν τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του.
Η στιγμή του θανάτου όμως αποδεικνύει την ουσιαστική αδυναμία των ισχυρών να προσφέρουν Ζωή και όχι επιβίωση.
Γιατί αυτό είναι το τελικό ζητούμενο για τον άνθρωπο, η Ζωή.
Αν η πέτρα του μνήματος αποτελεί το τέρμα, τότε όλα είναι μάταια. Δεν είναι όμως έτσι. Η Ανάσταση μιλά και προσφέρει την αφετηρία μιας άλλης βιοτής, της αιώνιας. Και δίνει ως σημάδι της νίκης της το Ανέσπερο Φως, γιατί στηρίζεται σε μία σχέση που δίνει Ζωή για την κτίση και τον άνθρωπο.
Η ήττα συντρίβεται. Μαζί της ό,τι μας χωρίζει από τον Χριστό. Μπορεί οι δυνατοί να φαντάζουν ανίσχυροι και ανίκητοι. Η Αγάπη όμως θα αναστηθεί. Και μαζί της θα αναστήσει αυτόν που ελπίζει σ’ αυτήν και με ταπείνωση την προσδοκά.