Thursday, December 31, 2009

Ο άστεγος Χριστός

Ποιος είναι εκείνος που δεν θα συσχετίσει τούτες τις μέρες με τον αγώνα που δίνουν άστεγοι συγκάτοικοι της παγκόσμιας γειτονιάς μας.

Είναι σίγουρο πως είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί κανείς να το αντιμετωπίσει με αυτή την εγγραφή. Όμως σκέψεις και επισημάνσεις μπορεί να γίνουν για να κεντρίσουν όσους ενέχονται σε αυτή την δυστυχία.

Επειδή για δυστυχία πρόκειται. Οικογενειακή πρώτα και ύστερα κοινωνική.

Ας προσέξουμε όλοι πρώτιστα την οικογένεια μας. Τα μέλη της. Μη λείψει η αγάπη ποτε, ώστε να αναγκαστεί να βρει καταφύγιο στα παγκάκια.

jesus-2-1.jpg

Ο πρώτος άστεγος....

Και ύστερα ακολουθούν κι άλλοι...

homeless-1.jpg

homeless7-1.jpgκι άλλοι...

homelesssnow-1.jpg

και τελειωμό δεν έχει... σε έναν αφιλόξενο κόσμο που βασιλεύει η μοναξιά...

Wednesday, December 30, 2009

παραμονή Πρωτοχρονιάς


Κατά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μεγάλη κίνηση. Πολλά τα πάνε έλα για να γίνουν όλα καλά. Χρονιάρα μέρα. Μια πρόσθετη φροντίδα ήταν η Βασιλόπιτα.
Τη ζύμωνε η νοικοκυρά με τα χέρια της, με ντόπια αγνά υλικά, εκτός από τη ζάχαρη και τα μπαχαρικά κι ένα κοινό νόμισμα ( για χρυσό ούτε λόγος).
Απαραίτητη ήταν και η "μπακλαβού", κομένη σε ρόμβους, ψιλή και ρόδινη μ' ένα μοσχοκάρφι σε κάθε κομμάτι σαν μαύρο ματάκι.
Την Πρωτοχρονιά, έλεγαν, αν σου συμβεί κάτι,καλό η κακό, βασιλεύει, θα επαναλαμβάνεται όλο το χρόνο, γι' αυτό πρόσεχαν να μηντους συμβεί κάτι δυσάρεστο. Φοβούνταν από αρρώστια και ατύχημα, πρόσεχαν να μην χτυπήσουν, να μην ματώσουν, να μην μαλώσουν, να μην σπάσουν κανένα αντικείμενο, να μη χάσουν κάτι, γι' αυτόπολύ λίγοι δοκίμαζαν την τύχη τους στα χαρτιά: "καλά να κερδίσω, αν χάσω;". Απέφευγαν τα πάρεδώσε για να μην βασιλέψει το έξοδο. Ειδικά οι μικροί ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί και φρόνιμοι. Οι μεγάλοι τους το θύμιζαν: "Κάτσε καλά θα σου τις βασιλέψω!"
Οι κυνηγοί πήγαιναν στο κυνήγι για να βασιλέψουν το ντουφέκι τους και να έχουν επιτυχίες όλο το χρόνο. Έριχναν σε ότι έβρισκαν μπροστά τους αρκεί να το ματώσουν, όπως έλεγαν, δεν είναι βολετό, κάτι θα βρεθεί, ένα κοτσύφι, μια τσίχλα, έφταναν να ρίξουν σε κάτι για το καλό του χρόνου.

Sunday, December 27, 2009

δυστυχείς αυτές τις μέρες


Χαμένος μέσα στις σελίδες των εφημερίδων, είδα κάπου ένα φως να λαμπυρίζει.
Έστρεψα προς τα εκει και άρχισα να διαβάζω.
Μου άρεσε και θα ήθελα να το αφήσω να πετάξει στον ουρανό μήπως και φωτίσει και άλλους.
Διάβασα λοιπόν το εξής:

Εχει αρχίσει να με κουράζει αυτή η ακατάσχετη φιλολογία γύρω από το πνεύμα των Χριστουγέννων, τις συμβουλές για το πώς θα αντισταθούμε στον καταναλωτισμό των ημερών και πώς θα θωρακίσουμε τον οργανισμό μας από τις επιθέσεις του εορταστικού στρες που κατά την αρθρογραφία των ειδικών, είναι άκρως επικίνδυνη για την υγεία μας.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, τα Χριστούγεννα τα βιώνει ο καθένας όπως νιώθει, μπορεί και αντέχει. Οικονομικά και ψυχικά. Εκτός κι αν διαβάζει μανιωδώς περιοδικά ποικίλης ύλης ή βλέπει πολύ τηλεόραση. Διότι σε αυτήν την περίπτωση είναι πολύ πιθανό, ακόμη και ο πιο ψύχραιμος καταναλωτής να αγχωθεί προς στιγμήν όταν στη σελίδα με τις προτάσεις για την πιο λαμπερή βραδιά διαβάσει για την κρέμα της τάδε εταιρείας καλλυντικών που κοστίζει πεντακόσια ευρώ, αλλά είναι ακαταμάχητη, ή για το συλλεκτικό κινητό της δείνα εταιρείας με πραγματικό φύλλο χρυσού. Αν, πάλι, δεν ξεφυλλίζει περιοδικά και δεν παρακολουθεί εκπομπές μόδας και δώρων, μάλλον δεν θα πιεστεί ιδιαίτερα ψυχολογικά, αφού αποκλείεται ένας μέσος μισθωτός, για παράδειγμα, να σκεφτεί στα σοβαρά την πιθανότητα να αγοράσει ένα αντικείμενο που κοστίζει σχεδόν όσο ο μισθός του. Κι αν το σκεφτεί, θα το ξεχάσει το επόμενο λεπτό. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και με έναν άνθρωπο ο οποίος δεν πιστεύει στη θρησκευτική διάσταση των εορτών και δεν συνηθίζει να εντάσσει στην καθημερινότητά του ήθη και έθιμα με τα οποία μεγάλωσε ή δεν μεγάλωσε. Θεωρώ ότι μάλλον αποκλείεται κάποιος που δεν συγκινείται από την παράδοση και δεν αισθάνεται την ανάγκη να αναπαράγει έθιμα και εθνικές συνήθειες, να κατακλυστεί από το κλίμα των ημερών και να ψάχνει απεγνωσμένα τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου κουραμπιέ για να νιώσει ευτυχής.

Είναι μάλλον προφανές ότι η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου στολίζει δέντρα γιατί έτσι έμαθε από την οικογένειά του, ανταλλάσσει δώρα γιατί αυτό θεωρεί ότι θα του δώσει χαρά, φτιάχνει ή αγοράζει γλυκά γιατί έχει μάθει να τα λαχταρά κάθε τέτοια εποχή.

Είναι επίσης προφανές ότι αυτές τις δεκαπέντε μέρες ο καθένας μας βάζει πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη. Αλλά το βάθος έχει πάντα σχέση με το μέγεθος της τσέπης. Θα το βάλουμε μέχρι εκεί που φτάνει.

Σίγουρα, υπάρχουν κάποιοι -όχι λίγοι- οι οποίοι αισθάνονται δυστυχείς αυτές τις ημέρες. Ανθρωποι άρρωστοι, μόνοι, φτωχοί ή για οποιονδήποτε λόγο αποκομμένοι από το κοινωνικό σύνολο. Ανθρωποι που στην πραγματικότητα δεν περιμένουν τα Χριστούγεννα για να νιώσουν δυστυχείς. Δεν μεγαλώνει τον πόνο τους το λαμπερό φως των εορτών. Απλώς τον φωτίζει. Και σίγουρα όλες αυτές οι συμβουλές περί αποφυγής του εορταστικού στρες δεν αφορούν τη συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών. Ούτε εκείνους που όταν ανάβουν τα φώτα της πόλης κλείνουν τα εξώφυλλα. Απευθύνονται σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, μέσου βαλάντιου πολίτες (σ.σ. διότι όπως οι πολύ φτωχοί, έτσι και οι πλούσιοι δεν έχουν ανάγκη τέτοιων συμβουλών). Εμάς, όμως, μας καθορίζει η απαράβατη σχέση επιθυμίας - δυνατότητας. Ολα τα άλλα είναι λόγια προς κατανάλωση...

Saturday, December 26, 2009

Οι καλικάτζαροι


Σε όλη τούτη την διαδικασία και την φροντίδα, όλα να γίνουν όμορφα, παραμονεύει ένας κίνδυνος. Το μαγάρισμα του ψημένου κρέατος από τους καλικάτζαρους.
Είναι οι καλικάτζαροι τα μικρά εκείνα δαιμόνια με τα κατσικίσια ποδαράκια, τα μεγάλα σαν της νυχτερίδας αυτιά, την αποκρουστική φάτσα και τα τρελά φερσίματα που ανεβάινουν από τα έγκατα της γής όπου ολοχρονίς αγωνίζονται να κόψουν τον κορμό του δένδρου που κρατά τη γη, για να την γκρεμίσουν στα τάρταρα, η βγαίνουν από τα βάθη της θάλασσας, ανάμεσα Ίμβρου και Σαμοθράκης, όπου έχουν τον μεγάλο μύλο που αλέθει το άλας για να αρμυρίσει το νερό και να μην μπορούν οι άνθρωποι να το χρησιμοποιήσουν.
Την παραμονή των Χριστουγέννων αφήνουν τα "θεάρεστα" έργα τους και ανεβαίνουν στη γη, για να πειράξουν τους ανθρώπους και να χαλάσουν το γιορταστικό κέφι. Γι' αυτό οι νοικοκυρές την παραμονή από την αυγή μαζεύουν την στάχτη από το τζάκι και την έριχναν γύρω γύρω στο σπίτι σύριζα στον τοίχο, γιατι οι τρισκατάρατοι φοβούνται να την πατήσουν και να περάσουν. Αλλιώς σκαρφαλώνουν στο τοίχο, ανεβαόνουν στα κεραμίδια όπου κάνουν πολλή φασαρία, τρυπώνουν από την καπνοδόχο στο τζάκι για να κάνουν την ζημιά τους.
Τους τρελάινει η μυρωδιά του ψημένουν κρέατος. Θέλουν λοιπόν να πλησιάσουν και να τσιμπήσουν λίγο και αν δεν το καταφεύουν το μαγαρίζουν και φεύγουν.
Για να αποτρέψει λοιπόν την απόπειρά τους αυτή, αυτός που ψήνει κρατά ένα ξύλο αναμμένο που έχει γίνει σαν πίρος από την φωτιά το χτυπά πάνω στους δαυλούς για να κάνει σπίθες και λέει διάφορα λόγια. Τρομαγμένοι αυτοί κάνουν πίσω, αλλά θα ξανάρθουν. Είναι πεισματάρηδες γι' αυτό και η απειλή επαναλαμβάνεται.
Ένας άλλος λόγος που ρίχνουν την στάχτη είναι οτι όλα τα "ζούζουλα" που εισχωρούν στο σπίτι εμποδίζονται και ιδιαίτερα οι "μιλιτάκοι". Τα μικρά μυρμήγκια με το μελί χρώμα, που τρώνε τα κοράσια, τους μικρούς μεταξωσκόληκες, μόλις βγουν από το αυγό τους.

Wednesday, December 23, 2009

Η Μετάδοση


Μαζί με όλα αυτά, η νοικοκυρά ζύμωνε κι ένα πρόσφορο, ένα "σταυρό", όπως το λέγαμε, σφραγισμένο στη μέση μ΄ένα ξύλινο ¨σφραγιστό", από αυτούς που φτιάχνουν οι καλόγεροι στο Αγιονόρος.

Μαζί με τα ψωμιά και το "σταυρό" έκαναν και τα ¨κ'λίκια", με τη διαφορά πως δεν τα σφράγιζαν αυτά, μόνο έκαμαν στη μέση μια βούλα με τα τρία δάχτυλα, όπως, όταν τα ενώνουμε για να κάνουμε το σημείο του σταυρού. Τα κλίκια ήταν τόσα, όσα και τα "αδεξίμια" ( βαφτισιμιά) και τα έστελναν στον καθένα την Παραμονή μαζί με το χριστουγεννιάτικο δώρο. Τις πιο πολλές φορές το μοναδικό δώρο ήταν το "κ'λίκι".

Παραμονή Χριστούγεννα, η πρώτη μέρα του Δωδεκάμερου, και η πρώτη δουλειά να μεταλάβουμε.
το σύνθημα το έδινε από την αυγή, απ' τα βαθιά χαράματα, η καμπάνα της εκκλησιάς που καλούσε τους πιστούς να παν να κοινωνήσουν. Με το πρώτο "σήμαντρο", το πρώτο κάλεσμα, όλοι ήταν στο πόδι, έπρεπε όλοι να βιαστούν να μεταλάβουν, γιατί με το ξημέρωμα άρχιζε η δουλειά.
Μ' ένα φανάρι στο χέρι για να τους φέγγει στο δρόμο και το "σταυρο" τυλιγμένο σε γαλάζια "υφαντή"πετσέτα μαζί μ' ένα κερί διπλωμένο σε σχήμα θηλιάς, το "ζευγάρι", όπως λέγεται, και λίγα κουκιά λίβανο, αμοιβή στον παπά που θα τους δώσει τη μετάδοση, έφταναν μικρές μικρές ομάδες στην εκκλησιά.
Ένας παπάς στεκόταν σ' ένα στασίδι με το πετραχήλι στο λαιμό και διάβαζε στην κάθε ομάδα τη "σ΄χώρεση", την ευχή της εξομολόγησης, και ύστερα άπλωνε το ανοιχτό βιβλίο για "ο,τι προαιράτε" και καθένας έθετε μέσα τον οβολό του. Ύστερα περνούσαν ένας ένας από την βορινή Πύλη κι έπαιρναν τηνκοινωνία με πραγματικό φόβο Θεού.
Με την επιστροφή στο σπίτι ο χυλός για τις τηγανίτες ήταν έτοιμος. Τις έψηναν και τις έτρωγαν με μπόλιο μέλι. Ήταν το πρώτο φαγητό μετά τη Μετάδοση.

Συνεχίζεται....

Thursday, December 17, 2009

προς τα Χριστούγεννα


Σε τούτες τις διακοπές μόνο οι επαγγελματές δεν έπαιρναν μέρος, αντίθετα ο πυρετός της δουλειάς ήταν πολύ ψηλός. Ραφτάδες και τσαγκαράδες δούλευαν νύχτα μέρα, έκαναν ατέλειωτα νυχτέρια, γιατί όλοι τα Χριστούγεννα έπρεπε να ντυθούν στα καινούργια.
Οσο για τις νοικοκυρές, ε! αυτό δεν περιγράφεται! Όλα τα μέσα και τα σύνεργα της πάστρας στρατολογούνταν και παν' απ' όλα ο ασβέστης. Όλα έπρεπε να λάμπουν, κι όταν όλα τέλειωναν, την προπαραμονή, άρχιζε το μεγάλο πανηγύρι, το ζύμωμα. Τούτο δεν ήταν μια απλή δουλειά, ήταν μια ιεροτελεστία. Κάθε νοικοκυρά φιλοδοξούσε να κάνει για το σπίτι, τους δικούς της, για τους φίλους της, το καλύτερο.
Άναβαν όλοι οι φούρνοι στις γειτονιές κι άναβαν πυρκαγιές στις αισθήσεις. Μεγάλα αφράτα σταρένια ψωμιά, κιτρινα σαν το φλουρί, τυλιγμένα σε κατάλευκα σιδερωμένα ψωμοπάνια, μέσα στις κούπες, αράδα μπροστά στο φούρνο, ανάσαιναν φρεσκάδα και υπόσχεση σαν τα μικρά παιδιά στις κούνιες, που υπόσχονται τη συνέχιση της ζωής.
Οι γανωμένοι ταβάδες άστραφταν και μέσα οι κουραμπιέδες, φτιαγμένοι από αγνό ντόπιο βούτυρο, μοσχομύριζαν. Το φρέσκο λάδι και τα μπαχαρικά στην "μπακλαβού" και τους "σαμσάδες" γαργαλούσαν την όρεξη, πρόκληση και εμπαιγμός για τη μέρα εκείνη, γιατί η Ιμβριώτισσα γυνάικα, άγρυπνος θεματοφύλακς της παράδοσης, δεν άφηνε κανέναν ν' αγγίξει τίποτα, γιατί αύριο παραμονή Χριστούγεννα, "Του Χριστού τα Γεννητούρια" θα μεταλάβαιναν όλοι στο σπίτι και έπρεπε να νηστέψουν.

Συνεχίζεται.....

Μόνο μία κίνηση


Μερικές φορές η μεγαλύτερη σου αδυναμία μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη σου δύναμη.

Πάρε για παράδειγμα το παρακάτω νεαρό αγόρι που είχε αποφασίσει να μάθει τζούντο παρόλο που δεν είχε αριστερό χέρι. Από κάποιο ατύχημα του το είχαν κόψει.

Ο δάσκαλος του ήταν ένας ηλικιωμένος Γιαπωνέζος. Πέρασαν τρεις μήνες. Ο νεαρός τα πήγαινε μια χαρά. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα. Όλο αυτό τον καιρό μάθαινε μόνο μια κίνηση.

"Δάσκαλε", ρώτησε μια μέρα, "δεν νομίζεις ότι πρέπει να μάθω κι άλλες κινήσεις;"

"Αυτή είναι η μοναδική που ξέρεις και η μοναδική που θα σου χρειαστεί σε όλη σου τη ζωή", του είπε αυτός.

Ο μικρός εμπιστεύτηκε τον δάσκαλο του και συνέχισε την προπόνηση.

Ύστερα από αρκετούς μήνες, κατέβηκε σε αγώνες.

Με δυσκολίες και ευκολίες κατάφερε να νικήσει τους τρεις αντιπάλους του.

Ο τέταρτος ήταν πολύ σκληρός και κινδύνευε να χτυπήσει άσχημα ο νεαρός. Ο διαιτητής ζήτησε από τον Γιαπωνέζο προπονητή του μικρού να σταματήσει τον αγώνα.

"Όχι", είπε αυτός, "αφήστε τον να συνεχίσει."

Ο αντίπαλος του έκανε ένα λάθος: σε μια στιγμή κατέβασε την άμυνά του, ο μικρός το εκμεταλλεύτηκε αυτό και με μια κίνηση τον νίκησε. Ήταν πια πρωταθλητής.

Στον δρόμο της επιστροφής, ρώτησε τον δάσκαλο του:

"Δάσκαλε, πως γίνεται και νίκησα στους αγώνες μόνο με μια κίνηση που ξέρω;"

"Νίκησες", του απάντησε ο δάσκαλος του "για δύο λόγους. Πρώτον επειδή κατάφερες και εκμεταλεύτηκες το λάθος του και δεύτερον και το σπουδαιότερο, επειδή για την κίνηση που ξέρεις, η πιο γνωστή επίθεση για τον αντίπαλο είναι να σου αρπάξει το αριστερό σου χέρι!!!!"

Η μεγαλύτερη αδυναμία του μικρού, έγινε η μεγαλύτερή του δύναμη!!!