Saturday, June 15, 2013
Thursday, June 13, 2013
Μέρα γενεθλίων, μέρα αναμνήσεων.
Σήμερα ο νους γυρίζει πολλά χρόνια πίσω.
Τότε που οι μέρες στα παιδικά μου μάτια, φάνταζαν ήρεμες, φωτεινές.
Μοιραζόμαστε μερικές;
Στην κούνια μου, δυο μηνών,
να ατενίζω με απορία το μέλλον.
Ποτέ δεν μου άρεσαν τα όπλα. Κάποιο Πάσχα, μου έκαναν δώρο αυτό το πιστόλι.
Η στεναχώρια ήταν τόσο φανερά ζωγραφισμένη στα μάτια μου, ώστε θέλησαν να την αποτυπώσουν και στην φωτογραφία.
Με τον παππού μου τον Νικόλα.
Οσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο μου "Μικρασίας Έρως", ίσως αναγνωρίσετε στην φωτογραφία αυτή τον Νικόλα με το βιολί.
Αυτός είναι που έθαψε στο χωράφι το βιολί του, λίγη ώρα πριν φύγουμε...
Με την μαύρη σχολική ποδιά μου με τον κολλαριστό άσπρο γιακά, στην αυλή του σχολείου. Του τούρκικου εννοείται. Η τσάντα μου πεταμένη στο πλάι, πως αλλιώς να δείξω πως δεν τα ήθελα τα τουρκικά. Με την πρώτη ευκαιρία το φανέρωνα όπως μπορούσα.
Εδώ με τους γονείς μου, τον Νικόλα (για όσους πάλι έχουν διαβάσει το παραπάνω βιβλίο, είναι ο Νικόλας ο μπακάλης, με τη χρυσή καρδιά και την απαντοχή της ζωής του, την Ζαχαρώ. Εδώ είναι και αυτή.
Να και μια καλοκαιρινή μέρα στην Αγιά Καλίπ'
Το καρπούζι είχε από ώρα κρυώσει μέσα στην θάλασσα, και ήρθε η ώρα να μας δροσίσει από τον ήλιο του Ιούνη.
Ο κάθε ένας από τους ανθρώπους της φωτογραφίας αυτής και μια ιστορία, όπως άλλωστε ο καθένας μας έχει την δική του.
Ομως αυτή είναι δική μου ιστορία, και αυτοί είναι μερικοί από τους δικούς μου ανθρώπους, η παρουσία και η μνήμη τους θα με συνοδεύει για πάντα.
Το παρόν και το μέλλον έχουν ανεξίτηλη την σφραγίδα των παραπάνω αναμνήσεων, που δεν είναι μόνο αναμνήσεις, αλλά και τα πανιά της βάρκας που αρμενίζει στο χρόνο. Αυτό που αλλάζει είναι η ικανότητα να τα γυρίζεις προς την μεριά που φυσά ο αγέρας, δίχως να περιμένεις πότε θα γυρίσουν απο μόνα τους προς τα κει!
Wednesday, June 12, 2013
Άγγελοι
Είναι δύο άγγελοι που συζητούν για την ζωή τους στον ουρανό.
Ο ένας βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Από την γη στον ουρανό. Πάνω κάτω. Συνέχεια.
"Τι κάνεις" τον ρώτησε ο δεύτερος άγγελος
"Εννοείς την αποστολή μου;"
"Ναι! Σε βλέπω και κουράζομαι!"
"Α! Μεταφέρω τα αιτήματα των ανθρώπων στον Θεό. Δεν σταματάω ούτε στιγμή"
"Τι κούραση!"
"Κι εσύ; Ποια αποστολή έχεις; Σε βλέπω συνεχώς πάνω σε αυτό το σύννεφο, να κάθεσαι, να τραγουδάς και να κοιτάς εμένα που τρέχω.."
"Εμένα μου έχει αναθέσει ο Θεός να του μεταφέρω τα ευχαριστώ των ανθρώπων..."
Tuesday, June 11, 2013
Τι είναι ένα σχολείο χωρίς δασκάλους;
Πλησιάζοντας προς το τέλος κι αυτής της περιπετειώδους σχολικής χρονιάς, θα ήθελα να την σηματοδοτήσω με μερικές δανεικές σκέψεις παιδιών απο κάποιο νηπιαγωγείο των Αθηνών:
Saturday, June 8, 2013
Συγγραφέας
"Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια πολύ φιλόδοξη γυναίκα που το όνειρό της ήταν να γίνει μεγάλη και φημισμένη συγγραφέας. Όλη τη μέρα έγραφε , έσκιζε και πετούσε χαρτιά προσπαθώντας να γράψει μια συναρπαστική ιστορία αλλά δεν τα κατάφερνε.
Μια μέρα εκεί που μουτζούρωνε τα χαρτιά της , πετάχτηκε μέσα από μια σελίδα ένα πνεύμα.Ήταν ένα μικροσκοπικό πλάσμα σαν καλικαντζαράκι που φορούσε κάτασπρα ρούχα και χρυσά κουδουνάκια.
-Είμαι το πνεύμα των παραμυθιών , της είπε το πλάσμα κι όλα τα κουδουνάκια του χτύπησαν μελωδικά.
-Το πνεύμα των παραμυθιών , έκανε σαστισμένη η γυναίκα .Ω , τότε σίγουρα μπορείς να με βοηθήσεις.
-Χμ, συνέχισε το πνεύμα .Ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά σου .Όπως ξέρω και ποιο είναι το κρυφό σου όνειρο.
-Αφού το ξέρεις πνεύμα, βοήθησέ με , το παρακάλεσε η γυναίκα.Πες μου μια συναρπαστική ιστορία , μια ιστορία που να τη διαβάζουν όλοι με κομμένη ανάσα, μια ιστορία ππου να με κάνει γνωστή σ΄ όλο τον κόσμο.Τόσες μέρες κάθομαι πάνω απ΄τα χαρτιά μου και δεν κατάφερα να γράψω παρά μόνο δυο τρεις φράσεις κι αυτές χωρίς νόημα.
-Ακου να σου πω, ξαναμίλησε με σοβάρό ύφος εκείνο.Εγω είμαι πολύξερο κι έχω μεγάλη φαντασία .Μπορώ να σου διηγηθώ μια ιστορία που θα σε κάνει και διάσημη και πολύ πλούσια.Θα είναι η ωραιότερη ιστορία του κόσμου .Ποτέ ένα ανθρώπινο μυαλό δεν θα μπορέσει να σκεφτεί και να γράψει κάτι τέτοιο.
-Πολύ ωραία,φώναξε ενθουσιασμένη η γυναίκα.
Το πνεύμα γέλασε.
-Ναι, αλλά αυτά κοστίζουν .
-Πώς ; Τι θέλεις δηλαδή;
-Θέλω , συνέχισε το πνεύμα , να μου δώσεις λίγα χρόνια απ΄ τη ζωή σου .
-Τι εννοείς;
-Αυτό που λέω.Βέβαια το ξέρω , είναι λίγο σκληρό , αλλά δυστυχώς η τέχνη απαιτεί θυσίες .Και στο κάτω κάτω μετά απ΄ αυτό το βιβλίο θα γίνεις η πιο πλούσια και διάσημη συγγραφέας του κόσμου .
Η γυναίκα το σκέφτηκε , το ξανασκέφτηκε , έριξε μια ματιά στις άδειες σελίδες και του είπε:
-Εντάξει.
Τότε το πνεύμα των παραμυθιών κάθισε σταυροπόδι πλάι στα χαρτιά της κι άρχισε με σοβαρό ύφος να της διηγείται μια παράξενη και συναρπαστική ιστορία.
Η γυναίκα έπιασε το μολύβι κι άρχισε να γράφει .΄Εγραφε , έγραφε ασταμάτητα .Οι μέρες περνούσαν , οι νύχτες έφευγαν , η γυναίκα σηκωνόταν ελάχιστα από το το γραφείο της , οι εποχές άλλαζαν έξω απ΄ το παράθυρο , τα χρόνια κυλούσαν , αλλά το βιβλίο δεν τέλειωνε. Στο μεταξύ βέβαια η συγγραφέας άρχισε να γερνά.Τα μαλλιά της άσπριζαν , το πρόσωπό της γέμιζε ρυτίδες , το σώμα της καμπούριαζε.Ωστόσο η ιστορία προχωρούσε και ήταν τόσο μαγευτική που η γυναίκα είχε ξεχαστεί ολότελα κι ούτε που πρόσεχε την μεταμόρφωσή της.
΄Ενα πρωί μετά από πολύ καιρό το πνεύμα των παραμυθιών της είπε χαρούμενο.
-Η ιστορία έφτασε στο τέλος της .Τα καταφέραμε .΄Εχεις γράψει το ωραιότερο βιβλίο του κόσμου .Τώρα σε περιμένουν η δόξα και τα πλούτη .Εγώ όμως πρέπει να σ΄αφήσω και να γυρίσω στο σπίτι μου.
-Γειά σου πνεύμα και σ΄ ευχαριστώ πολύ, του ψιθύρισε η γυναίκα.
Κι εκείνο αποχαιρετώντας την , βυθίστηκε μέσα σε μια σελίδα του βιβλίου.
Η γυναίκα έγραψε και την τελευταία φράση κι άφησε το μολύβι να πέσει πλάι στα χαρτιά της.΄Ενιωθε πολύ εξαντλημένη.Τα κόκαλά της πονούσαν .Τα μάτια της δεν έβλεπαν καλά. Τα χέρια της έτρεμαν. Σηκώθηκε τρεκίζοντας και πήγε ως τον καθρέφτη. Κι όταν κοιτάχτηκε έμεινε άφωνη. Είχε γεράσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει πια τον εαυτό της.
-Εγώ είμαι αυτή; αναρωτήθηκε με τρόμο
Ύστερα ξανακοίταξε με απελπισία το γέρικο είδωλο της κι έβαλε τα κλάματα.
-Δεν ωφελεί να κλαις, άκουσε τότε μια φωνή κι είδε έναν άγνωστο μαυροντυμένο άντρα να την κοιτάζει απ΄το βάθος του καθρέφτη.
-Ποιός είσαι εσύ; τον ρώτησε τρέμοντας .
-Είμαι ο θάνατος , της είπε εκείνος .Ήρθα να σε πάρω μαζί μου .Δυστυχώς οι μέρες σου σ΄ αυτόν τον κόσμο τελείωσαν.΄Εχεις πέντε λεπτά καιρό για να ετοιμάσεις τα πράγματά σου και να φύγουμε.
-Πέντε λεπτά; φώναξε η γυναίκα τρομαγμένη.Στάσου , θάνατε .Το πνεύμα των παραμυθιών μου ζήτησε μερικά χρόνια .Δεν μου ζήτησε ολόκληρη ζωή.
-Τι να σου πω, σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα εκείνος.Δεν ξέρω τι συμφωνήσατε .Κι ούτε με νοιάζει.Εκείνο που ξέρω είναι το ήρθε η ώρα σου να εγκαταλείψεις τον κόσμο.
-Ναι , αλλά το βιβλίο, τα πλούτη , η δόξα;Πότε θα προλάβω να τα χαρώ όλα αυτά;Για στάσου μια στιγμή .Πού είσαι πνεύμα κατεργάρικο; φώναξε θυμωμένη η γυναίκα.Με γέλασες .Δεν ήταν τίμια η συμφωνία.
Το πνεύμα των παραμυθιών την άκουσε κι έβγαλε το κεφάλι του έξω απ΄ τις ιστορίες .
-Ακου να σου πω, απάντησε νευριασμένο .Αυτή ήταν η συμφωνία μας .Δε φταίω εγώ , αν η ιστορία τράβηξε λίγο παραπάνω.΄Αλλωστε το βιβλίο είναι αριστούργημα .Θα σου εξασφαλίσει την μεγαλύτερη δόξα που γνώρισε ποτέ κανείς.
-Τι να την κάνω τη δόξα αν είναι να πεθάνω.Στάσου πνεύμα. Τη χαλάμε τη συμφωνία , συνέχισε ασθμαίνοντας η γυναίκα γιατί η ζωή σωνόταν από μέσα της .Πάρε πίσω το βιβλίο σου και δωσ΄μου πάλι τα χρόνια μου.
Το πνεύμα κοντοστάθηκε.
-Οπως θέλεις , απάντησε χαμογελώντας πονηρά. Μετά όμως να μην παραπονιέσαι ότι δεν έγινες μεγάλη συγγραφέας.
Κι αρπάζοντας τα χαρτιά πάνω απ΄το γραφείο της άρχισε ένα ένα να τα σκίζει.Καθώς έσκιζε όμως τις σελίδες τα χρόνια ξαναγύριζαν σιγά σιγα΄ στη δύστυχη γυναίκα και την ξανάκαναν νέα και όμορφη και δυνατή , όπως ήταν παλιά .Εκείνη κοίταζε τις σκισμένες σελίδες αμίλητη.Μια παράξενη θλίψη βάραινε την καρδιά της.Το πνεύμα το κατάλαβε.
-Αν θέλεις να γίνεις μεγάλη συγγραφέας , τη συμβούλεψε , θα σου πω κάτι και να μην το ξεχάσεις ποτέ .Το μυστικό για να γράψεις το ωραιότερο βιβλίο του κόσμου είναι να νοιάζεσαι μόνο για τη χαρά που θα σκορπίσεις γύρω σου .Και τίποτα άλλο.Τίποτα .Τ ΄ ακούς;
Και ξαναβυθίστηκε μέσα στον άσπρο πολτό του χαρτιού."
Κατερίνα Καριζώνη
Tuesday, June 4, 2013
Σκοπός
Μια φορά κι ένα καιρό, ένα μικρό κεράκι βρισκόταν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλα κεριά, τα περισσότερα από τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα και πολύ ομορφότερα από αυτό. Μερικά ήταν δεμένα με κορδέλλες πολύχρωμες άλλα ήταν πιο απλά, σαν κι αυτό. Δεν ήξερε τον λόγο που βρισκόταν εκεί, και τα άλλα το έκαναν να αισθάνεται μικρό και ασήμαντο.
Όταν έπεσε ο ήλιος και σκοτείνιασε το δωμάτιο, είδε έναν άνθρωπο να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Έρχονταν προς το μέρος του κρατώντας ένα αναμμένο σπίρτο. Κατάλαβε οτι θα του έβαζε φωτιά.
- Μη!! φώναξε, σε παρακαλώ μη!
Όμως ήξερε οτι δεν μπορούσε να ακουστεί και ετοιμάστηκε να υποφέρει τον πόνο, που ήταν σίγουρο οτι θα ακολουθούσε.
Προς μεγάλη του έκπληξή το δωμάτιο γέμισε με φως. Αναρωτήθηκε από που έρχεται το φως, αφού ο άνδρας είχε σβήσει το σπίρτο. Κατάλαβε ότι προερχόταν από τον εαυτό του.
Ύστερα ο άνδρας άναψε κι άλλα σπίρτα για να ανάψει με την σειρά του και τα άλλα κεριά. Όλα τα κεριά έδιναν το ίδιο φως με εκείνο.
Καθώς περνούσαν οι ώρες παρατήρησε ότι το κερί άρχισε να λιώνει. Κατάλαβε ότι σύντομα θα πέθαινε. Με την παρατήρηση αυτή, ανακάλυψε και τον λόγο είχε δημιουργηθεί.
- Ίσως ο λόγος που βρίσκομαι στη Γη, είναι για να δίνω φως μέχρι να πεθάνω, ψιθύρισε.
Και αυτό έκανε.
Θαρρώ λοιπόν πως όλοι μας μπορούμε να δώσουμε λίγο φως στον κόσμο. Δίχως να έχει σημασία το πόσο σημαντικοί ή ασήμαντοι, μικροί ή μεγάλοι είμαστε.
Saturday, June 1, 2013
Λαογραφία για τον Ιούνιο
"Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές!"
Από αύριο μπαίνουμε, λοιπόν, στον Ιούνιο, στο λεγόμενο "Θεριστή", επισήμως τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, αν και, όπως σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") "ως προς τον χρόνο της ελεύσεως του θέρους οι κάτοικοι της υπαίθρου είναι δύσπιστοι. Ασφαλή και βεβαιαν θεωρούν την είσοδό του μόνο όταν ακούσουν το τραγούδι των τεττίγων", δηλαδή των τζιτζικιών, "οι οποίοι":
δηλαδή "εις τα δάση καθήμενοι επί δένδρου αφήνουν την απαλήν (λεπτήν) φωνήν των" (Όμήρου Ιλιάς Γ 151). Για αυτό και λένε: 
"Μη σε γελάσει ο βάθρακας (μπακακας) ή το χελιδονάκι
αν δε λαλήσει ο τζίτζικας δεν είν' καλοκαιράκι!"
και:
"Τζίτζικας ελάλησε, πάρτε τα δρεπάνια σας!",
καθώς και:
"Τσίντσηρας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε",
αφού το τερέτισμα των τζιτζικιών σημαίνει και την αρχή ωριμάνσεως των σταφυλιών!
"Με τον Ιούνιο μπαίνουμε πια στο ζεστό καλοκαίρι και στην εποχή του θερισμού. Οι κόποι κι ο ιδρώτας των ζευγάδων της περασμένης σποράς, γίνονται τούτο το μήνα χρυσάφι. Χρυσάφι που σκεπάζει τη γη και την κάνει σωστό χρυσοπέλαγο στα μάτια και στις καρδιές των γεωργών μας. Πού και πού διακρίνει κανένα χέρσο κομμάτι ή κάνα πράσινο μπάλωμα μέσα στη χρυσαφιά απεραντοσύνη του κάμπου.
Στις αυλές των σπιτιών τους, κάτω απ'το δροσό και παχύ ίσκιο των μουριών, οι θεριστές γεωργοί τροχούν τα δρεπάνια τους, τα μαχαίρια του θερισμού, που μ'αυτά θα κόψουν σε λίγο τα γινωμένα στάχυα του σιταριού.
Ο Ιούνιος φέρνει την πιο μεγάλη χαρά στους ξωμάχους μας. Το μεγάλο πανηγύρι π'αναστατώνει σβάρνα όλα τα χωριά κι αλλάζει την ψυχολογία των γεωργών μας. Μας κουβαλάει τον θερισμό που δε σηκώνει καμιά αναβολή. Γι'αυτό κι ο λαός μας λέει: "Θέρος, τρύγος, πόλεμος".", περιγράφει γλαφυρά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"). Έτσι, όσο πιο νωρίς το πρωί, για να αποφύγουν τη μεγάλη κάψα ξεκινάει ο θερισμός. Και συνεχίζει:
"Σε λίγες μέρες, αφού καλολιαστεί το κομμένο σιτάρι, φτάνει κι ο δεματάς στα χωράφια με τα σικαλένια δεματικά ή "δεματκά" κατά τον ξωμάχο, για να μαζέψει τις χεριές και να τις κάνει δεμάτια. [...] Τούτα δω τα δεματικά, ο ξωμάχος τα φτιάχνει με ολάκερο τον κορμό της σίκαλης. Ξεριζώνει τη σίκαλη τούτο τον καιρό, τη μαζεύει προσεχτικά, τη δένει και τη βάζει στο νερό κάνα δυο μέρες, για να μουσκέψει. Έπειτα τη βγάζει, πιάνει έναν ίσκιο κι αρχίζει να δουλεύει. Πιάνει μερικά κλωνιά σίκαλη και τα δένει πολύ καλά απ'το πάνω μέρος πού'νια τα στάχυα κι ύστερα τα στρίβει αντίθετα καλά, καλά να καλοστριφτούν, αγκαλιάζοντας τό'να τ'άλλο και πετάει έτοιμο κάτω το δεματικό στριμμένο κι όμορφο σαν πλεξίδα. Φτιάχνει καμιά εκατοστή από δαύτα τα ξαναβουτάει στο νερό και τ'αφήνει εκεί να τα βρει την άλλη μέρα το πρωί, που θ'αρχίσει με το χάραμα το δέσιμο του σιταριού. Και να πως: Ξαπλώνει καταγής ξεστριμμένο το δεματικό και στοιβάζει πάνω σ'αυτό εξήντα χεριές σιταριού όμορφα και συμμετρικά. Ύστερα, πιάνοντας τις άκρες του σικαλένιου δεματικού με τα χέρια του και πιέζοντας με το γόνατό του τις χεριές τις σφίγγει δυνατά, τις δένει και να, έτοιμο το δεμάτι. Το πιάνει τώρα, το στήνει με τα στ΄χυα προς τα πάνω κατά τον ήλιο για να ξεραθεί τελείως και για να μπορεί να το φορτώνει στα ζα του ευκολότερα, όταν θ'αρχίσει, ύστερα από λίγο, να το κουβαλάει στ'αλώνια."
Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), μας περιγράφει κι ένα όμορφο έθιμο του θερισμού:
"Υπάρχει η συνήθεια - και είναι σχεδόν πανελλήνια- από το τελευταίο δεμάτι στάχυα, όταν θερίζουν, να πλέκουν με τέχνη μιαν ωραία δέσμη, που ονομάζεται από το σχήμα της "χτένι" ή "ψαθί" ή "σταυρός". Την κρεμούν έπειτα στο εικονοστάσι του σπιτιού ή στο μεγάλο δοκάρι του (τον μεσιά) ως "αγιωτικό" (σαν να έχει δηλαδή θρησκευτικό χαρακτήρα). Όταν έρθει ο καιρός της σποράς, τότε τους κόκκους του σιταριού της δέσμης αυτής, που έχουν ήδη ευλογηθεί την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στην εκκλησία, τους ανακατεύουν με τον σπόρο."
Και συνεχίζει:
Αλλά πέρα από το θερισμό, ο Ιούνιος συνδέεται με τον κούρο των αιγοπροβάτων (ευελπιστώ να κάνω ανάρτηση σχετική μέσα στο μήνα), αλλά και με τη συγκομιδή των κερασιών, γι'αυτό και λέγεται και "Κερασιάρης" ή "Κερασιανός". Ακόμη τον ονομάζουν ""(Ε)ρινιαστή" (Πάρος) ή "Ορνιαστή" (Άνδρος) διότι γίνεται ο ερινεασμός, δηλ. η ανάρτησις ερινεών (αγριοσύκων) από τους κλάδους ήμερων δένδρων συκής δια την γονιμοποίηση των καρπών των (ήτοι των σύκων).", καθώς και "Θερμαστή", αλλά και ""Αϊγιάννη" ή "Αϊγιαννίτη", διότι άγεται κατ'αυτόν η εορτή των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννου". (Φίλιππος Βρετάκος)
Κλείνοντας, να αναφέρω ότι , κατά την επικρατούσα άποψη, ο Ιούνιος ονομάστηκε έτσι από τους Ρωμαίους προς τιμήν της θεάς Juno, που αντιστοιχεί στη δική μας θεά Ήρα κι ήταν προστάτης του συζυγικού βίου και του γάμου.
(* Τα δύο πρώτα έργα είναι του Θεόφιλου)
Πηγή: firiki.pblogs.gr/














