Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απ’ αυτόν.
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόνταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.
«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!»
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε ν’ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Οσο κι αν χτυπούσε ο ήλιος τα παραθυρόφυλλα η Αννέτα δεν σηκώνονταν για να του ανοίξει. Τον άκουγε που γρατζουνούσε με τις αχτίδες του τα ερμητικά κλειστά παντζούρια, να βρει μια χαραμάδα, να τρυπώσει στο δωμάτιο. Άδικος κόπος όμως. Εκείνη είχε φροντίσει γι αυτό. Αμπαρωμένη μέσα σε τούτο το δωμάτιο, μέρες τώρα, ζει και ανασαίνει από το φως της νύχτας που φωτίζει απαλά τον Εσταυρωμένο. Εκεί στα δεξιά της. Καρφωμένο στον τοίχο. Σαν τον Χριστό. Λιγοστό το φως που βγαίνει από την μικρή λάμπα. Λιγοστό και το κουράγιο της για να σηκωθεί από το κρεβάτι. Πάνε δυο μέρες τώρα που έχει να πάει στη δουλειά της. Οι συνάδελφοι ανησυχούν. Στέλνουν μηνύματα, της τηλεφωνούν. Η Αννέτα έχει καταφέρει να χτίσει απόρθητο κάστρο γύρω της. Προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της. Δεν είναι εύκολο. Έγιναν τόσα πολλά. Πόσα ν αντέξει.. Η Αννέτα είναι η μεγαλύτερη κόρη του Σταύρου και της Σοφίας. Οι γονείς είναι και οι δυο εκπαιδευτικοί. Εκείνη από μικρή μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον γεμάτο βιβλία, συζητήσεις, δεν ήθελε τίποτα άλλο από τη ζωή της παρά να γίνει δασκάλα. Οι γονείς της ήταν ό,τι πιο σημαντικό γι αυτήν. Ο πατέρας της, ο Σταύρος, το στήριγμα του σπιτιού. Έχει να θυμάται η Αννέτα τις ατέλειωτες συζητήσεις μαζί του τα βράδια που δεν μπορούσε να την πάρει εύκολα ο ύπνος. Την ταξίδευε σε μέρη μακρινά, εκεί που δεν φτάνει ο ανθρώπινος νους εύκολα, παρά μόνο αν έχει ικανό οδηγό. Ο πατέρας της τα μονοπάτια αυτά τα ήξερε καλά. Οδηγούσε την κόρη του στον λαμπρό κόσμο των αρετών, της καλοσύνης, της τιμιότητας. Κι εκείνη δεν έχανε ευκαιρία να του λέει αγκαλιάζοντας τον σφιχτά πόσο πολύ τον αγαπά. Η μάνα καμάρωνε παρακεί. «Οι άνθρωποι γι αυτό πλαστήκαμε από το Θεό» της έλεγε « για να συνεχίσουμε τον έργο του, να φανερώνουμε κάθε μέρα την αγάπη μας, να είμαστε τίμιοι ο ένας προς τον άλλον, να κάνουμε αυτόν τον κόσμο παράδεισο» «Ναι..» του έλεγε εκείνη «Δεν υπάρχει πιο ιερό πράγμα από την αγάπη» συνέχιζε «η αγάπη είναι το θεμέλιο του σπιτικού μας. Η μάνα σου κι εγώ κι εσεί. Τίποτα άλλο δεν υπάρχει. Αυτή η θεική φωτιά που φωτίζει και ζεσταίνει τον κόσμο» Ήξερε να μιλά καλά ο πατέρας. Δάσκαλος θα μου πείτε. Ναι δάσκαλος που δίδασκε… όπως λένε… Η Αννέτα δεν έγινε δασκάλα. Σπούδασε οικονομικά και διορίστηκε σε μια μεγάλη εταιρία. Οσο και να το κάνεις όμως ο καημός της, η καρδιά της ήταν δοσμένη στην έδρα, στα παιδιά, στην τιμή και την υπόληψη της. Ήταν ο καθρέφτης του πατέρα και της μάνας. «Εσύ πρέπει να είσαι η κόρη του Σπυρου έτσι;» την πλησίασε μια μέρα η νεαρή προσωπάρχης. «Του μοιάζεις τόσο πολύ!» «Ναι!» ζωγράφισε ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της η Αννέτα. Ο πατέρας μου, σκέφτηκε, εμπνέει κόσμο. Επειδή όμως μόνο στα παραμύθια οι ζουν οι αγνές βασιλοπούλες και τα πριγκιπόπουλα, η Αννέτα δεν άργησε να μάθει πως ο πατέρας είχε ανάγκη από πολλά προσωπεία για να νιώθει καλά με τον εαυτό του. Βέβαια δεν έδωσε εκείνη αυτή την ερμηνεία. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε μάθει ότι στη ζωή της θα ερχόταν στιγμές για να αναμετρηθεί με τον εαυτό της. «Αγαπιόμαστε» τόλμησε να της πει η κοπέλα και παραλίγο να λιποθυμήσει η Ανέτα. Θαρρούσε πως η αγάπη είναι η μάνα της και καμιά άλλη. Πίστευε ότι γίνεται να φυλακίσεις την αγάπη και να την κρατάς ζωντανή στη φυλακή δίχως τροφή και τραγούδι. Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα. Τα έμαθε ο πατέρας. Κυματοθραυστης. Μη περάσουν τα κύματα στη μάνα. Στο σπίτι περνούσε κυκλώνας. Σαρωτικός. Δεν είχε φροντίσει κανείς να προετοιμάσει κανέναν, κι έτσι έπαιρνε στο διάβα του ό,τι δεν είχε ρίζες, ο,τι δεν κρατιόταν δυνατά. Ο πατέρας έκανε προσπάθειες να μιλήσει στην Ανέτα, να της εξηγήσει, να της μιλήσει για την ψυχή του, για τον εαυτό του, για τα λάθη του, να της ζητήσει να τον συγχωρέσει. Η κόρη ήταν άμαθη στη συγνώμη. Επεφταν γύρω της με ορμή όσες αξίες και αρετές είχαν πάνω τους την φωτογραφία του πατέρα. Οσο για τη μάνα… τι να πει για τη μάνα… το θύμα… μέσα στην άγνοια της κι αυτή, μέσα στην παραίτηση της, πετροβολούσε τον άνδρα της. Έτσι περνούσε μέσα στη καρδιά της Αννέτας, σαν ταινία θρίλερ. Το δωμάτιο της ήταν η καταφυγή της. Κλείστηκε και δεν μιλούσε σε κανέναν. Και να πεις ότι δεν της τηλεφωνούσε ο Γιώργος… συνέχεια… μα εκείνη απόκριση καμία. Ο Γιώργος είχε αρχίσει να σχεδιάζει καράβια και να ανοίγει πανιά στη ζωή της Ανέτας. Γύρευε να την ταξιδέψει. Εκείνη είχε ετοιμαστεί να σαλπάρει. Μέχρι που ναυάγησε μέσα της η εικόνα τους πατέρα, δηλαδή η εικόνα της αλήθειας, της εμπιστοσύνης. Πώς να γλυτώσει ο Γιώργος απ αυτό το ναυάγιο… Από το μικροσκόπιο περνούσαν μια μια οι κουβέντες που της έταζε, οι ματιές που της έριχνε κι έβρισκε ψεγάδια, πολλά απ αυτά που την έκαναν να πει πως δίκιο είχε… δεν αξίζει κανένας… αφού ο πατέρας, τότε κανένας. «Ανθρωποι είμαστε Αννέτα μου!» της έλεγε και της ξανάλεγε κάθε φορά που την έβλεπε να περνά σαν τον αγέρα μέσα από το σπίτι δίχως να μιλά και να κοιτά κανέναν. «Τι έχει το παιδί» ρωτούσε δακρυσμένη η μάνα. Κάθε που άκουγε τούτη την κουβέντα εκείνη τρικυμία σηκώνονταν μέσα στη ψυχή της, γύρευε απεγνωσμένα να πνίξει μέσα της όσα της θύμιζαν πως δεν έχει τη δύναμη να μιλήσει, να συγχωρέσει, να χτίσει γέφυρες. Γιατί δεν το κάνει; Το δωμάτιο ερμητικά κλειστό. Λένε για τα μάτια, όμως το δωμάτιο είναι χειρότερο. Επειδή μέσα κει γυροφέρνουν πολλά μάτια, ανοιχτά, ολάνοιχτα, θεώρατα. Μάτια που σε κοιτάνε ίσια στη ψυχή και σου δείχνουν τον αληθινά άρρωστο. Εσένα. Η Αννέτα μέσα στην αρρώστια της είχε κρυφτεί, να μη βλέπει, να μην ακούει. Σα να την είχε ανάγκη, σα να μην μπορούσε να ξεφύγει από την γλυκιά θαλπωρή της κινούμενης άμμου που την κατάπινε αργά και βασανιστικά. Να συγχωρέσει ήταν τον εαυτό της που τοσον καιρό δεν είναι ανακαλύψει τούτο το μοναδικό φάρμακο. Να δει πως κανένας δεν είναι τέλειος και πως όλοι έχουμε ανάγκη από μια ζεστή αγκαλιά. Μια που μοιάζει τόσο πολύ με τη δική μας, γι αυτό και νιώθουμε τόσο όμορφα μέσα της.
Η Αννέτα κοίταξε το παράθυρο. Ο ήλιος συνέχιζε να γρατζουνίζει τα παραθυρόφυλλα, σα το σκυλί στη πόρτα που θέλει απελπιστικά να βγει έξω. Κοίταξε τη πόρτα του δωματίου της. Σα να ήταν κάποιος απ έξω και περίμενε υπομονετικά. Εκλεισε τα μάτια της. Ηταν η ώρα για να πάρει μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής της.
Η φωτογραφία απο την χθεσινή παρουσίαση της ιστορίας και την καθιερωμένη ζεστή και ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε.
Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας. Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα "νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". Εκείνη με διόρθωσε: "Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας".
Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα, "μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας". Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: "Όχι, δεν είναι τα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα". Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση. Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου. Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε. Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε, και το λέω αυτό γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου. Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: "Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου κι εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της. "Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου".
Έχεις δει στον Μαραθώνιο τους αθλητές την ώρα που τρέχουν, πως περνούν από τα «τραπεζάκια» και με νερό δροσίζουν σώμα και ψυχή;
Τούτη την εικόνα κράτα για να φωτίσει την σημερινή Κυριακή.
Το μαργαριτάρι φέρε στο νου σου τώρα. Πως από κόκκος άμμου που ήταν, τραυμάτιζε το όστρακο, το χαράκωνε αργά, βασανιστικά. Για να πάρει εκείνο αξία. Πως έγινε αυτό;
Το νεογέννητο, ποιός οδήγησε στον κόσμο;
Απάντηση σε όλα είναι μια: ο Πόνος.
Στήριγμα και απαντοχή της ζωής , της αγάπης.
Δροσιά του αθλητή, αξία του μαργαριταριού, ζωή του ανθρώπου.
Τον Πόνο, δάσκαλο ονομάζει η σημερινή Κυριακή.
Τον λέει Σταυρό.
Σε προσκαλεί να τον σεβαστείς. Να τον δεχτείς. Ως νόημα στη ζωή.
Να μην μείνεις όμως εκεί. Όχι μόνιμα. Δεν είναι προορισμός ο πόνος. Πέρασμα είναι. Στάδιο.
Προορισμός είναι το μαργαριτάρι. Η ζωή και όχι οι ωδίνες του τοκετού.
Μόνο όσοι μαθητεύουν στον πόνο μπορούν να καταλάβουν.
Οι άλλοι θα παραπονεθούν, θα γκρινιάξουν, θα προσπεράσουν.
Εσύ θα πάρεις δύναμη από το φως για να αντέξεις το σκοτάδι στο τούνελ.
Μία ψυχολόγος βρισκόταν μέσα σε μία αίθουσα διδασκαλίας, και μιλούσε για τη διαχείριση του άγχους σε ένα ακροατήριο. Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση "μισοάδειο ή μισογεμάτο". Αντ’ αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της, ρώτησε: «Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;" Οι απαντήσεις που ακουστήκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια.
Εκείνη όμως απάντησε: «Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόσο διάστημα το κρατάω. Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι ένα πρόβλημα. Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον βραχίονά μου. Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα αρχίσει να παραλύει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.»
Η ψυχολόγος συνέχισε λέγοντας, "Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν. Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο".
Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας. Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας κάτω. Μην τα κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας. Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι!
Πηγή: Αυτή που διατρέχει τη ζωή απο στόμα σε στόμα και απο καρδιά σε καρδιά
Καθώς " ξεφύλλιζα" κάποιες παλιές φωτογραφίες, "έπεσα" πάνω αυτήν εδώ. Κάθε φορά που την βλέπω με κάνει στην αρχή να κλαίω από λύπη. Ύστερα όμως βλέπω οτι αυτός ο καταπληκτικός άνθρωπος, έχει την καρδιά ενός λιονταριού. Αντί να παραιτείται, έχει μετατρέψει την ζωή του σε μια μάχη. Σίγουρα δεν θα την χάσει. Μια χαρμολύπη μου αφήνει τούτη η φωτογραφία. Για την ιστορία της ζωής μας...
Ο Απρίλιος είναι ο τέταρτος μήνας κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Κατά το Ρωμαϊκό αποτελούσε το δεύτερο μήνα του έτους. Ονομάστηκε έτσι από το λατινικό ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω, επειδή το μήνα αυτό ανοίγουν τα πάντα: τα δέντρα, τα λουλούδια, ο καιρός. Είναι ο κατεξοχήν μήνας της άνοιξης, γι' αυτό στην αρχαία Ρώμη ήταν αφιερωμένος στη θεά Αφροδίτη. Την τιμούσαν όλες οι γυναίκες με τον ίδιο τρόπο την 1υ του μήνα κάθε χρόνο αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Ο Ιωάννης ο Λυδός ένας συγγραφέας του 6ου π.Χ. αιώνα γράφει: «Αι σεμναί γυναίκες (δηλαδή οι αρχόντισσες), «υπέρ ομονοίας και βίου σώφρονος ετίμων την Αφροδίτην», ενώ οι άλλες - «αι του πλήθους γυναίκες», όπως τις λέει - αυτές για να τιμήσουν την Αφροδίτη, πήγαιναν την πρωταπριλιά να λουστούν στα λουτρά των αντρών - πράγμα φυσικά έξω από τα καθιερωμένα - και στα μαλλιά τους φορούσαν στεφάνια από μυρσίνη. Πρωταπριλιά Την πρωταπριλιά, όπως ξέρουμε, το 'χουν σε καλό να λένε ψέματα, να γελούν (με την ενεργητική σημασία του ρήματος), να κοροϊδεύουν τους άλλους. Γιατί άραγε; Σε κάθε τόπο δίνουν και διαφορετική ερμηνεία. Στην Κομοτηνή το κάνουν ¨για να γίνουν τα κουκούλια τους», όταν βέβαια είχαν σηροτροφία. Στην Ανατολική Θράκη, για να κάνουν καρπό τα δέντρα τους. Στην Άντρο πάλι, λένε ψέματα την 1η του Μάρτη και όχι την Πρωταπριλιά. Το έθιμο αυτό δε φαίνεται να είναι από αυτά που λέμε «γνήσια ελληνικά», με αρχαιοελληνική καταγωγή και ρίζες. Πιθανότατα μας έχει έρθει από τη Γαλλία. Είναι ο μοναδικός μήνας της χρονιάς που το όνομά του φανερώνει την κατάσταση και τον χαρακτήρα της χρονικής περιόδου που καλύπτει, σε αντίθεση μ'όλους τους υπόλοιπους, που οι ονομασίες τους άγουν την ετυμολόγησή τους σε θεούς, αυτοκράτορες, ή στην αριθμητική τοποθέτησή τους μέσα στη χρονιά. Στο αρχαίο αθηναϊκό μηνολόγιο αντιστοιχεί με τον μήνα Μουνιχιώνα, ο οποίος έλαβε το όνομά του απ'τη γιορτή της Μουνιχίας Αρτέμιδος. Το ιερό της θεάς βρισκόταν στον Πειραιά πάνω στο σημερινό λόφο του προφήτη Ηλία και σύμφωνα με την παράδοση είχε χτιστεί από τον μυθικό ήρωα Μούνιχο. Ο λαός ονομάζει τον Απρίλη Ανθομήνα, γιατί φέρνει πολλά άνθη, Ξεροκοφινά και Τιναχτοκοφινίδη γιατί τότε εξαντλούνται οι φτωχικές συγκομιδές του γεωργού, Αηγιωργίτη απ'τον εορτασμό της μνήμης του Αγ. Γεωργίου (23) και Λαμπριάτη επειδή κατ'αυτόν συνήθως συμπίπτει ο εορτασμός του Πάσχα.
Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου θεωρείται χρονικό σύνορο κυρίως για τους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Ο αϊ-Γιώργης, μαζί με τον αϊ-Δημήτρη στις 26 Οκτωβρίου, είναι τα δύο συνόρατα του χρόνου. Απ'του Αγ. Γεωργίου αρχίζει το θέρος και ανεβαίνουν οι τσοπάνηδες στα βουνά, στις καλοκαιρινές τους βοσκές. Από του Αγίου Δημητρίου πάλι αρχίζει ο χειμώνας και το κατέβασμα στα χειμαδιά.
Το όνομα «Γεώργιος» είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γ'αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).
Ο αϊ-Γιώργης, ως καβαλάρης δρακοντοκτόνος, έχει σχέση με το νερό, το νερό το πόσιμο, της πηγής του πηγαδιού. Και η στέρηση αυτού του νερού τους μήνες του καλοκαιριού, ιδιαίτερα αν δε βρέξει αρκετά το χειμώνα, είναι στην Ελλάδα βάσανο μεγάλο. Ο αϊ-Γιώργης είναι όπως το λέει και το δημοτικό τραγούδι, ο ήρωας του παραμυθιού που σκοτώνει το θηρίο. Ποιο είναι το θηρίο; Είναι ο δράκοντας της ζέστης, που βγάνει φλόγες απ' το στόμα του. Αυτός ο δράκοντας κρατάει το νερό της πολιτείας - έτσι λέει το παραμύθι - και δεν το αφήνει να τρέξει, εξόν κι αν του κάνουνε θυσία τη βασιλοπούλα, αν του τη δώσουνε να τη φάει. Ο αϊ-Γιώργης σκοτώνει το δράκοντα και ώζει τη βασιλοπούλα. Αυτό είναι το παραμύθι:
Πανηγυράκι γίνεται, κάτω στον αϊ-Γιώργη ...;
Έτσι αρχίζει το τραγούδι του αγίου. Και λίγο παρακάτω λέει:
Απόλα, δράκο-μ το νερό, να πιεί το πανηγύρι ...;
Άγιος Μάρκος, στις 25 του Απρίλη Αλαφρή γιορτή που περνάει σχεδόν απαρατήρητη για όλο τον κόσμο, εκτός από τους γεωργού, που τη σέβονται και κρατούν την αργία της. Δε ζεύουν αλέτρι, δε βαρούν τσαπισιά στο χωράφι. Ο άγιος Μάρκος είναι για τα φίδια. Το όνομα του αγίου παρετυμολογήθηκε από το μαργώνω, μαρκώνω, ναρκώνω. Πιστεύουν, δηλαδή, πως ο άγιος τους προστατεύει από τα φίδια, γιατί τα μαργώνει ή τα ναρκώνει: Μάρκο, Μάρκο, μάρκωσέ τα (τα φίδια δηλαδή) Κι αϊ-Γιώργη τύφλωσέ τα. Η ημέρα έχει πλέον μεγαλώσει αρκετά και δεδομένου ότι οι εργάτες των γεωργικών εργασιών προσλαμβάνονταν από ανατολής μέχρι δύσης του ηλίου, συνέφερε τους γεωργούς ακόμη και οκνηρούς εργάτες να προσλάβουν: «Τον Απρίλη και τον Μάη, έπαιρνε ακαμάτη εργάτη.»
Για τη βροχή του Απριλίου υπάρχουν πολλές παροιμίες: «Του Απρίλη η βροχή, κάθε κόμπος και φλουρί.» «Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο, να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια.»
Ο Απρίλιος με τον Μάιο είναι οι κατεξοχήν μήνες των λουλουδιών: «Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.»
Ο Απρίλης όμως δεν είναι πάντοτε καλοκαιρινός: «Το κρύο φύλαε ως τ'Απριλιού τις δώδεκα, ακόμα και στις δεκαχτώ πέρδικα ψόφησε στ'αβγό.» Απρίλιος, Απρίλης και Αϊγιωργίτης
Απρίλης, να πριστεί να σκάσει.
Απρίλη μέρες ζύμωνε κι αν έχεις στράτες πήγαινε.
Απρίλης γρίλης, τιναχτοκοφινίδης (τελειώνουν οι καρποί που είχαν μαζευτεί από την περασμένη σοδειά και τινάζονται έτσι τα κοφίνια).
Αν βρέξει Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα χαρά σε κείνον τον ζευγά πούχει πολλά σπαρμένα.
Τόση ήταν η αγάπη μας σαν τ' Απριλιού το χιόνι όπου το στρώνει από βραδύς και το πρωί το λειώνει (και μεταφορικά για τις σύντομες φιλίες).
Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης πέντε δέκα να δεις το κοντοκρίθαρο πώς στρίβει το μουστάκι. Να δεις και τις αρχόντισσες, πώς ψιλοκρισαρίζουν, να δεις και τη φτωχολογιά πώς ψιλοκοσκινάει.
Απρίλη, Απρίλη αφόρετε.
Αν βρέξει ο Απρίλης δώδεκα, κι ο Μάης μια και φίνα, αξίζει τ' αλαφόπουλο, μ' όλη την ελαφίνα.
Αν βρέξει ο Απρίλης δυο βροχές, και Μάης μια, θα είν' το ψωμί σου ψηφορά και το κρασί σου νάμα (πρόσφορο και κρασί για λειτουργία).
Απρίλης, Μάης, κοντά είναι το θέρος.
Απρίλης, Μάης κουκιά μεστωμένα.
Απριλίου δεκαοχτώ, να 'χεις το μάτι σου ανοιχτό. Πέρασαν οι δεκαοχτώ, άραξε σ' ένα αυγό (για τους θαλασσινούς, με τις φουρτούνες)
Και τ' Απριλιού τις δεκαοχτώ πέρδικα ψόφησε στ' αυγό (έκανε κρύο).
Απρίλης με τα λούλουδα, και Μάης με τα χορτάρια. Και τ' Αϊ-Γιωργιού να φέξει!
Ο Απρίλης κι αν χιονίζει καλοκαίρι θα μυρίζει.
Όσες πομένουν (απομένουν) τ' Απριλιού και τρεις από το Μάη (για τον υπολογισμό των ημερών της νηστείας των Αγίων Αποστόλων. (Κρητική παροιμία)
Όλο το χρόνο έτρεμα, ως δώδεκα Απριλίου, αν ρωτάς στις δεκαοχτώ, πέρδικα πάγωσε στ' αυγό. (παροιμία Λέσβου)
Τον Απρίλη και το Μα (Μάη) κατά τόπους τα νερά (οι τοπικές βροχές).