Saturday, January 9, 2010

Παπαντί καπαντί


Όλο το Δωδεκαήμερο, που λέγεται και "Χ'στόσκουλα", δεν υπήρχε καθημερινή και σκόλη. Ήταν ένα συνεχές πανηγύρι. Το κρασί το έφερναν με το λαγήνι από το κατώγι στις "τάβλες" (=τραπεζώματα). Οι παρέες, μικρές και μεγάλες, συνέχιζαν τις επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι, μέρα και νύχτα. Τα όργανα έπαιζαν στις γειτονιές, στις αυλές, στα σπίτια, στα καφενεία, στους δρόμους. Παντού χοροί καιτραγούδια, παντού χαρά και κέφι ατελείωτο.
Θα μπορούσε εδώ να παρατηρήσει κανείς, πως στο χαρακτήρα και στην συμπεριφορά των Ιμβρίων υπάρχει κάποια αντινομία: από τη μιά βαθιά πίστη και προσήλωση στα θεία κι από τηνάλλη πηγαία διάθεση γιαγλέντι και ξεφάντωμα που καμιά φορά γινόταν παραλήρημα, ποτέ όμως χυδαίο και εγκληματικό.
Και όμως η σύζευξη των δυο φαινομενικά αντίθετων πόλων είναι απόλυτα φυσιολογική, όπως η ταύτιση σε πολλά σημεία εκδηλώσεων του αρχαίου κόσμου με το σύγχρονο, όπως η σχέση πατέρα και γιού, του Δία και του Διόνυσου.
Έτσι τέλειωναν οι γιορτές του Δωδεκαημέρου, αλλά τα πανηγύρια συνεχίζονταν όλο το Δεκέμβρη και το Γενάρη, που έχουν μια ολόκληρη αλυσίδα γιορταστικές μέρες κι έκλειναν με αποκορύφωμα τις γιορτές του Αι Τρυφου, του προστάτη των αγροτών, και της Υπαπαντής. "Παπαντή, καπαντί", έλεγαν, η Υπαπαντή τα έκλεισε κι άρχιζε με τον ερχομό της άνοιξης η δουλειά για τον καινούργιο χρόνο.

δύο άνθρωποι, δηλαδή έξι



Όταν συναντιώνται δύο άνθρωποι, είναι παρόντες έξι:

  • Υπάρχει ο κάθε άνθρωπος όπως βλέπει τον εαυτό του

  • Υπάρχει ο κάθε άνθρωπος όπως τον βλέπει ο άλλος

  • και υπάρχει ο κάθε άνθρωπος όπως είναι πραγματικά.

Wednesday, January 6, 2010

παρεξήγηση


Τώρα που τέλειωσαν οι γιορτές και είναι απαραίτητος ο απολογισμός, ο "φιλανθρωπικος", σκεφτόμουν πόσο σημαντικό είναι τελικά να δίνεις και οτι αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία.
Μου ήρθε στο νου η ιστορία της Λίζας.
Ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Λίζα. Αυτό έπασχε από μια σοβαρή και σπάνια αρρώστια. Η μοναδική της σωτηρία, έμοιαζε να είναι η μετάγγιση αίματος από τον πεντάχρονο αδελφό της, ο οποίος κατα ένα παράδοξο τρόπο είχε επιβιώσει από το ίδιο νόσημα. Το αγοράκι είχε αναπτύξει αντισώματα, τα οποία είχαν νικήσει την ασθένεια. Έτσι θα τα μετέφεραν και στο αίμα της μικρής.
Ο γιατρός εξήγησε την κατάσταση στον μικρό και εκείνος αμέσως ανταποκρίθηκε. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και είπε:
- Εντάξει, θα δώσω αίμα για να σώσω την αδελφή μου.
Καθώς προχωρούσε η μετάγγιση, ήταν ξαπλωμένος δίπλα στην αδελφή του. Την κοίταζε συνεχώς και κάποια στιγμή χαμογέλασε πλατιά, όπως και όλοι όσοι ήταν στο δωμάτιο, επειδή το χρώμα στα μάγουλα της είχε αρχίσει να γίνεται κόκκινο.
Τότε το μικρό αγόρι γύρισε προς τη μεριά του γιατρού και τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή:
- Θα αρχίσω να πεθαίνω τώρα;
Βλέπετε είχε παρεξηγήσει τον γιατρό. Νόμιζε οτι θα έδινε όλο του το αίμα στην αδελφή του για να την σώσει!

Tuesday, January 5, 2010

Ανήμερα τα Φώτα



Ανήμερα τα Φώτα, μετά τη λειτουργία, ο Μεγάλος αγιασμός. Η τελετή του αγιασμού γινόταν στις βρύσες και μόνο στο Κάστρο που ήταν το λιμάνι του νησιού, έριχναν τον Σταυρό στην θάλασσα. Τα θαλασσολυκόπουλα έπεφταν στα παγωμένα νερά να τον πιάσουνε. Ο παπας πετούσε ο σταυρό στην θάλασσα λεύτερα και με όση δύναμη είχε και το "ψάρεμα" δεν ήταν δουλειά του καθενός γι' αυτό όσοι είχαν το κουράγιο να κάνουνε το παγωμένο βάφτισμα μοιράζονταν εξίσου με αυτόν που τον ανέβαζε καιτην τιμή και την περηφάνεια και τα χρήματα. Γιατί η παρέα μετα την τελετή έβαζε το Σταυρό σε έναν δίσκο και τον περιέφερε σε όλο το νησί και καθένας που τον χαιρετούσε έδινε ένα γερό μπαξίσι στα άφοβα παιδιά. Αυτά γίνονταν στο Κάστρο.
Στα άλλα χωριά η πομπή με τον κλήρο, τα εξαπτέριγα και την εικόνα της Βάφτισης μπροστά, ξεκινούσε από την εκκλησία για μια βρύση σκεπαστή. Πίσω ακολουθούσε όλος ο λαός. Ένας κόσμος χαρούμενος και γελαστός, ένας κόσμος ξέγνοιαστος και αισιόδοξος.
Σήμερα ήταν ανοιχτά τα ουράνια, όλοι είχαν ξαστερο το νου και τις πόρτες της καρδιάς ανοιχτές. Δεν είχανε τίποτα να κρύψουνε από το Θεό και ήθελαν να είναι ανοιχτός ο δρόμος, έτσι που όλες οι ευχές και οι λαχτάρες τους να φτάσουν λέφτερες και να προλάβουν ανοιχτές τις Πύλες του Ουρανού!
Για τους απλούς νησιώτες του ξωμάχους και τους θαλασσοδαρμένους δεν ήταν ένα τυπικό χρέος αυτό, δεν ήταν μια πορεία, μια τελετή, αλλά συμμετοχή σε μια μυσταγωγία. Τα Φώτα φωτίζονται τα νερά, λέν οι θαλασσινοί, αρχίζει η προσδοκία για καλές και γαλήνιες μέρες, που είναι απαραίτητες για την δουλειά στην θάλασσα. Μα και για τους στεριανούς τα Φώτα είναι μέρα με σημασία. Από το τι καιρό θα κάνει τη μέρα αυτή, θα εξαρτηθεί η καλοχρονιά η όχι. Αν θα έχει καλή σοδειά και αν η συγκομιδή τωνκαρπών θα είναι καθαρή, που θα πει πως η απόδοση τους δεν θα είναι μειωμένη.

Σήμερα είναι ο Φωτός π' αγιάζουνε τον κόσμο
καιοι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο χέρι
και μπαίνουν μες τα σπίτια μας και λεντον Ιορδάνη,
βοήθεια να έχουμε τον μέγα Ιωάννη.
Φέρτε πανέρια κάστανα, πανέρα λεφτοκάρυα,
φέρτε και το γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.
Αν έχεις γρόσια δίνετα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
να τάχεις στον Παράδεισο σεντόνια να κοιμάσαι.

Τα Φώτα


Τρίτη κατα σειρά μεγάλη γιορτή του Δωδεκαημέρου είναι "του Φουτώ", τα Φώτα.
Παραμονή, πάλι στο προσκήνιο οι Καλικάντζαροι. Την παραμονή των Χριστουγέννων, όπως είπαμε, οι νοικοκυρές σκορπούσαν τη στάχτη γύρω στο σπίτι, για να κάμουν φράχτη, όμως οι αφορισμένοι πάντα έβρισκαν τον τρόπο να τρυπώσουν. Κονάκιαζαν μέσα στην "μπατζιά" (=την καπνοδόχο) του τζακιού όλο το Δωδεκαήμερο και ευφραίνονταν με τιςμυρωδιές που έβγαιναν από το κρέας που φήνονταν στα κάρβουνα της "γωνιάς"(=τζακιού). Λιγούρηδες όπως είναι καμιά φορά έκαναν απόπειρα να πλησιάσουν την σκάρα και να δοκιμάσουν κι αυτοί, αλλά φοβούνταν τοναναμμένο δαυλό μη τους καψαλιάσει, μα δεν τα βάζαν κάτω. Ανεβοκατέβαιναν ανήσυχοι μέσα στην μπατζιά, να βρουν ευκαιρία να τσιμπήσουν κι όταν δεν τα κατάφερναν γίνονταν προκλητικοί και θρασείς.

Άλλοτε παρακαλούσαν κι έλεγαν:
Για πίτα, για λουκάνικο,
γι' απ' την πλευρή κομμάτα
κι από την σφίδα που άνοιξες
κι μας καμιά κανάτα.

Και άλλοτε απειλούσαν:
Δο' μι νήμα, δο μι ξύλα,
μη σε μπήξω στη λανάρα
και σε πάγω στο γιαλό
και σε φαν' τα μάυρα ψάρια
και το αρμυρό νερό.

Αλλά κάποτε πρέπει να φύγουν, να γυρίσουν στον δικό τους κόσμο. Την παραμονή των Φώτων το κονάκι τους, το τζάκι, θα πάρει φωτιά. Καλά καλά πριν ξημερώσει, απ' όλα τα τζάκια έβγαιναν πελώριες φλόγες κόκκινες και ύστερα μαύρος καπνός. Οι νοικοκυρές έβαζαν φωτιά, για να κάψουν την καπνιά που μαζεύτηκε όλο τοχρόνο, και οι Καλικάτζαροι "φωτιά στα¨μπατζάκια τους" που λένε. Μπροστά στον κίνδυνο, πηδουν από τις καπνοδόχες κι όπου φύγει φύγει. Μόνο, ώρα κακιά και τούτη για τους κυνηγημένους από την φωτιά! Άλλος οχτρός και τούτος πιο φοβερός από τον αναμμένο δαυό και τη φωτιά:Ο παπάς! Αυτή την ώρα βγαίνει ν' αγιάσει τα σπίτια. Πανικός στο ασκέρι των Καλικατζάρων.
Αλλά, σαν σου έρθει ένα καλό, περίμενε κι άλλο. Ύστερα από τη φωτιά και τον παπά, ο πετεινός! Η φωνή του την αυγή που προμυνά τον ερχομό του ήλιου, συνεγείρει όλα τα δαιμόνια και τα τελώνια και όλους τους εξωαποδώ της νύχτας, να γίνουν άφαντοι και να αφήσουν ήσυχους τους ανθρώπους.

Συνεχίζεται....

Sunday, January 3, 2010

Απέναντι


"Μα ήμασταν ήδη στο 2010!"
"'Αντε πάλι τα ίδια! Άρχισες Ερημίτη τα αστεία σου!" μου λέει ο φίλος
"Αστεία; Ποιος έχει όρεξη για αστεία;" του λέω παίρνοντας το πιο σοβαρό ύφος του κόσμου.
"Δηλαδή τι εννοείς είμασταν;" ρωτά με περισσότερο ενδιαφέρον "δεν περάσαμε από το 2009 στο 2010;"
"Ακου!" του λέω "Κάποτε ένας διαβάτης βρέθηκε μπροστά σε ένα ποτάμι και ήθελε να περάσει απέναντι. Ψάχνει λοιπόν να βρει μια γέφυρα. Πηγαίνει πάνω κάτω στην όχθη, αλλά πουθενά η γέφυρα. Απελπισμένος, επειδή θα αργούσε στην δουλειά του, σκέφτηκε να κολυμπήσει, αλλά το μετάνοιωσε επειδή τα νερά ήταν ορμητικά. Τηνώρα που αναλογιζόταν τι να κάνει, βλέπει κάποιον στην άλλη όχθη. -Ε!, του φωνάζει, μήπως ξέρεις πως μπορώ να περάσω απέναντι; και ο άλλος, με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου του απαντά: - Μα, είσαι ήδη απέναντι! "
"Τι είπες τώρα Ερημίτη;"
"Καλή χρονιά!" του απαντώ και τον αφήνω να σκεφτεί που ήταν και που είναι!

Friday, January 1, 2010

το αμίλητο νερό


Την αυγή, πριν καλά καλά ξημερώσει, άδειαζαν τις λαγήνες - δεν έπιναν το νερό της προηγούμενης... χρονιάς - και πήγαιναν στην βρύση οι κοπέλες να πάρουν το αμίλητο νερό. Πριν γεμίσουν, έριχναν μια πέτρα στη γούρνα. ΄Ηταν το ποδαρικό. Το ποδαρικό ήταν μια συμβολική πράξη, που εξέφραζε μια ευχή, κι αυτό για τη βρύση σήμαινε να τρέχει πάντα, να μην στερέψει ποτέ. Γύριζαν οι γυναίκες με γεμάτο λαγήνι, δίχως να μιλήσουν σε άνθρωπο, αν τύχαινε να συναντήσουν στον δρόμο τους. Αν στον δρόμο ήταν και κανένα συγγενικό η φιλικό σπίτι, έριχναν λίγο από το αμίλητο νερό στο κατώφλι τους, άνοιγαν την πόρτα τους, πετούσαν μέσα μια πέτρα και έφευγαν αμίλητες όπως ήρθαν. Τους έκαναν δηλαδή το ποδαρικό, ναναι η ζωή σαν το νερό της πηγής και η γεροσύνη τους σαν την πέτρα. Στο σπίτι τους έκαναν το ίδιο και τέτε μοναχά μιλούσαν:

Κ α λ ή χ ρ ο ν ι ά!

Ποδαρικό στο σπίτι του έκανε και ο νοικοκύρης, μόνο που αυτός έφερνε μια πέτρα από τον ποταμό σκεπασμένη με βρύα, ναναι αφθονα τα αγαθά στο σπίτι του σαν την βρυασμένη πέτρα. Και ηοικοδέσποινα ξεκρέμαζε από το "διατόνι" ( ένα ξύλινο δοκάρι) ένα ρόδι, το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα. Το ρόδι έσκαζε και το σπίτι γέμιζε...ρουμπίνια, κι εύχονταν έτσι ναναι γεμάτο το σπίτι όλο το χρόνο.