Sunday, November 10, 2013
Friday, November 8, 2013
Thursday, November 7, 2013
Ανεπιθύμητος
«Πως μπορούν κάποιοι να βρίσκουν λύση πολύ εύκολα στα πιο περίπλοκα προβλήματα, ενώ άλλοι πανικοβάλλονται όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ένα μικρό πρόβλημα και πνίγονται σε μία κουταλιά νερό;» ρώτησα.
Ο Ramesh απάντησε με τη διήγηση της ακόλουθης ιστορίας:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που η ψυχή ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατ “ευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν. Και πράγματι εκεί πήγε.
Εκείνο τον καιρό, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της. Δεν βρήκε το όνομα αυτού του ανθρώπου, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση.
Στην κόλαση κανείς δεν ελέγχει ποιος εισέρχεται. Ο άνδρας εισήλθε και παρέμεινε στην Κόλαση …
Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος εισέβαλε από τις πύλες του Παραδείσου, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Άγιο Πέτρο.
«Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο!» είπε.
Ο Άγιος Πέτρος ρώτησε τον Εωσφόρο γιατί ήταν τόσο θυμωμένος, και ο οργισμένος Εωσφόρος του απάντησε:
«Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη. Η κατάσταση άλλαξε στην Κόλαση. Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται για τον άλλον. Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι ! Πάρτε τον πίσω στον παράδεισο! »
Όταν τελείωσε ο Ramesh την ιστορία, με κοίταξε και μου είπε:
«Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν σε στείλουν κατά λάθος στην κόλαση, ο ίδιος ο διάβολος να σε επιστρέψει στον Παράδεισο».
Tuesday, November 5, 2013
H γριά...Αλήθεια
Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Πηγή εικόνας
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
- Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
- Τη βρήκες, του είπε η γριά.
- Εσύ είσαι η Αλήθεια;
- Ναι.
- Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
- Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από ‘σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
- Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν.
antikleidi.com
Sunday, November 3, 2013
Λίμνη
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος.
Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει να του φέρει λίγο αλάτι.
Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιεί.
«Τι γεύση έχει;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Πικρή» είπε ο μαθητής.
Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε ότι του είπε. Έπειτα ο δάσκαλος του είπε να το δοκιμάσει πίνοντας από το νερό της λίμνης και τον ξαναρώτησε τι γεύση έχει.
«Γεύση φρεσκάδας» απάντησε ο μαθητής.
«Το αλάτι το ένοιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Όχι» απάντησε ο νέος.
Στο σημείο αυτό ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε:
«Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι.
Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια.
Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο.
Έτσι,
το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις
είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων…
Πάψε να είσαι το ποτήρι.
Γίνε η λίμνη!»
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Ο εγωισμός αυξάνεται πόσο μάλλον όταν είναι και δικαιολογημένος… Αυτό και μόνο του επιτρέπει να βγει έξω να διαδηλώσει με σημαίες και με ταμπούρλα….
Και ποιο το αποτέλεσμα;
Ο πόνος αυξάνεται διότι ως γνωστόν σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση απ’ όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει.
Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;
Μια δοκιμή θα μας πείσει.
enallaktikidrasi.com
Friday, November 1, 2013
Κράτα το χέρι μου
Ένα ηλιόλουστο πρωινό, αποφάσισε ο Νασρεντίν να κάνει έναν όμορφο περίπατο, κατά την θάλασσα.
Καθώς πλησίαζε στη προκυμαία άκουσε φωνές και είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο να χειρονομεί και να τρέχει πάνω κάτω.
Πλησίασε πιο κοντά και είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κατά λάθος στο νερό.
Όπως δεν ήξερε κολύμπι, κτυπούσε πανικόβλητος χέρια και πόδια, χανόταν μέσα στο κύματα και όποτε κατόρθωνε να βγάλει λίγο το κεφάλι του καλούσε μισοπνιγμένος σε βοήθεια.
Οι άνθρωποι έσκυβαν όσο μπορούσαν πάνω από το νερό και του φώναζαν:
- Δώσε μας το χέρι σου! Δώσε μας το χέρι σου!
Τίποτα αυτός! Σαν να ήταν κουφός συνέχιζε να χτυπιέται.
Οι άνθρωποι όλο και πλήθαιναν γύρω του και του φώναζαν όλο και πιο δυνατά:
- Βρε άνθρωπε, δεν ακούς; Δώσε μας το χέρι σου! Θα πνιγείς!
Τίποτα αυτός.
Κάποια στιγμή, μέσα στο πανικό και την αγωνία που επικρατούσε, επειδή κανείς δεν ήθελε να πνιγεί ο άνθρωπος αυτός, αλλά και κανείς δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, κάποιος πήρε είδηση τον Νασρεντίν που παρακολουθούσε ατάραχος τη σκηνή.
Να ο Χότζας, αναφώνησε το πλήθος. Κάντε χώρο να κάνει κάτι. Σίγουρα θα ξέρει αυτός τι να κάνει, σαν άνθρωπος του Θεού που είναι.
Αμέσως τότε, όλοι έκαναν χώρο και ο Νασρεντίν έσκυψε στο νερό και κάτι είπε σιγανά στον μισοπνιγμένο. Tότε εκείνος, έδωσε το χέρι του και ο Νασρεντίν το έπιασε και τον έσυρε έξω.
Οι άνθρωποι έμειναν τότε με ανοιχτό το στόμα.
- Βρε, είπαν! Βρε Χότζα μας, καλέ μας Χότζα, τι του είπες του ανθρώπου και σου έδωσε το χέρι σου;
Εδώ, τόση ώρα, εμείς τού φωνάζουμε να μας δώσει το χέρι του και δε το έκανε.
Τώρα γιατί άκουσε εσένα και όχι εμάς;
- Εγώ, δε τού είπα να μου δώσει το χέρι του, απάντησε ήρεμα ο Χότζας.
- Τι τού είπες λοιπόν, ρώτησαν οι άνθρωποι περίεργοι.
- Εγώ τού είπα: «πάρε το χέρι μου», είπε ο Νασρεντίν.
http://antikleidi.wordpress.com
