Thursday, March 7, 2013

Ο Θεός του Ανέστη

Η ιστορία του Ανέστη, η καρδιά της τακτικής δεκαπενθήμερης εκδήλωσης στο Gourmet Café Kanaki στην Φιλαδέλφεια.


 


Από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του Ο Ανέστης δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος. Έχουν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή του και δεν ήταν προετοιμασμένος γι αυτό. Τόσο καιρό είχε συνηθίσει εκεί στα πάνω και δεν ασχολιόταν με τα κάτω. Όχι πως τα σνομπάριζε, αλλά δεν είχε καιρό. Από την ώρα που το ξυπνητήρι σαν ένα μαγικό χέρι έσβηνε τα όνειρα, σαν από ένα θολο τζάμι τον ατμό, μέχρι την ώρα που το παράθυρο αυτό έκλεινε πάλι για να ζεσταθεί το μέσα του από τα όνειρα, η ζωή του ήταν ένας αγώνας δρόμου. Ετρεχε … έτρεχε..σα να ήθελε να συναγωνιστεί τον χρόνο. Τι γύρευε τώρα να προλάβει; Μια φορά τον ρώτησε η Άννα. Εκείνος κοντοστάθηκε. Σα να μπέρδεψε τον βηματισμό του. Σα να χόρευε κάποιο χορό και έχασε τα βήματα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Στιγμές σιωπής ρυτίδωσαν το πρόσωπο του. Εκείνος τις πέρασε για ιδρώτα και έβγαλε χαρτομάντιλο να σκουπιστεί. Βαθιά στα μάτια της ήταν τα δικά του. Δεν τα βρήκε όμως. Θολός ο καθρέφτης. Κάτι πήγε να πει… όμως χαμογέλασε αμήχανα και ξανάπιασε το τρέξιμο για το επόμενο ραντεβού του.
Ο πατέρας του είναι το στήριγμά του. Την μητέρα του την έχασε νωρίς.
«Τι σημαίνει χάσαμε την μάνα;» είχε ρωτήσει τον πατέρα του μέσα στην αφέλεια την εφηβική
«Την χάσαμε εμείς για να την βρει ο Θεός» του είχε απαντήσει όλο νόημα ο πατέρας του.
Τον πατέρα του τον θαύμαζε από παλιά. Είχε έναν τρόπο να βλέπει τα πράματα συναρπαστικό. Τον προσγείωνε στην πραγματικότητα  κάθε φορά που άνοιγε τα φτερά του σαν τον Ίκαρο. Εκείνος τον άφηνε να βουτάει στο γαλάζιο τ ουρανού και ύστερα με φόρα να σκάει πάνω στις τούφες από βαμβάκι. Κι όταν κουραζόταν από το παιχνίδισμα του νου, τον περιμάζευε κοντά του και του άνοιγε σιγά σιγά, όχι απότομα, τις γρίλιες για να δει τον ουρανό και από άλλες μεριές. Σαν παραμύθι ήταν τότε οι στιγμές. Τον πατέρα του τον αγάπησε πολύ. Μόνο που δεν το ομολογούσε.  Με την μάνα δεν ήταν το ίδιο. Άλλο η μάνα. Πάντοτε άλλο η μάνα. Εκεί  ήταν όλα τόσο αυτονόητα. Οι αγκαλιές ήταν σαν την αναπνοή. Δε ρωτάς γιατί αναπνέεις. Απλά αγκαλιάζεις. Δίχως αναστολές. Με τον πατέρα ήταν αλλιώς. Ποιος τα ορίζει όλα τούτα;
Όταν βρήκε ο Θεός τη μάνα, ο Ανέστης ανασκουμπώθηκε να κρύψει τον πατέρα του από τα μάτια του Θεού. Μην τον βρει κι αυτόν.
«Έχει τόσους μπαμπάδες εκεί μαζί του» σκέφτηκε. «Καλά θα κάνει ν αφήσει ήσυχο τον δικό μου»
Από κείνη τη μέρα ο Ανέστης είχε γίνει του πατέρα του ο φύλακας άγγελος. Του είχε πάρει δυο τρία κινητά. Ήθελε να ξέρει την κάθε του κίνηση. Στον πρώτο βήχα έτρεχε στον καλύτερο γιατρό, έτρεχε για τις εξετάσεις, έτρεχε, όλο έτρεχε. Μα πώς να παίξεις εκεί που δεν μπορείς να παίξεις. Πώς να τρέξεις να προλάβεις αυτόν που έχει ήδη φτάσει πριν από σένα προτού καν ξεκινήσει ο αγώνας; Ο  χρόνος. Ο παντοκράτορας.
«Παντοκράτορας Ανέστη μου είναι μονάχα ο Θεός» τον είχε μαλώσει γλυκά ο πατέρας του. Ο χρόνος σαν υπήκοο σκυλάκι κουλουριάζεται στα πόδια του Θεού.  Μονάχα εμείς τον λογαριάζουμε παντοδύναμο και άλλα τέτοια. Και να ξέρεις Ανέστη μου όσο πιο πολύ τον φοβάσαι, τόσο εκείνος χαίρεται και σου χαρακώνει το πρόσωπο. Ρυτίδες λέει… Τις άλλες ρυτίδες να σκέφτεσαι..αυτές που έχει το μέσα σου, κατάλαβες; Εκεί που η χάρη του Θεού δεν φτάνει να τις θεραπέψει.
Πάντα μ έναν καλό λόγο για το Θεό ο κυρ Σπύρος. Τον σέβονταν πολύ. Μα δεν ήταν από κείνους που το είχαν ως πραμάτεια και το γυροφέρνουν εδώ κι εκεί. Ιδίως όταν έχεις για αδελφό τον Βλάση με τα όνομα.
Ο θείος Βλάσσης δεν είναι από τους εύκολους ανθρώπους. Συνταξιούχος γυμνασιάρχης τώρα πια δίχως όμως ούτε στιγμή να πάψει να φυλογυρίζει ό,τι βρεθεί στο χέρι του και ο,τι του φέρει ο ανιψιός του, ο Βλασσάκος. Τον φωνάζει έτσι μόνο εκείνος. Ο Ανέστης δεν τον παρεξηγεί τον  θείο. Στην πραγματικότητα τον γοητεύει κάθε φορά που τον αναζητά ο θείος να μιλήσουν για ζητήματα μεταφυσικά, φιλοσοφικά.  Ο Ανέστης με τον θείο έχει άλλη σχέση. Διαφορετική από τον πατέρα του. Εκεί ξεδιπλώνει κάθε γωνιά του μυαλού του και σαν ένας τέλειος μάστορας της διανόησης ξηλώνει και ράβει του Σύμπαντος τον νου.
«Μακάρι ο Θεός να κάνει γρήγορα καλά τον πατέρα μου» τόλμησε να αναστενάξει μια φορά μπροστά σο θείο και ήταν σα να άναψαν αμέσως όλα τα αστέρια του ουρανού εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα του Φλεβάρη.
«Δεν σου έχω πει να μην παριστάνεις τον ανόητο μπροστά μου;» τον μάλωσε
Δαγκώθηκε ο Ανέστης. Πως την πάτησε έτσι; Μαζεύτηκε αλλά ήταν αργά. Είχε υψώσει στον θείο κι εκείνος ετοιμαζόταν να καρφώσει στο γήπεδο του Ανέστη για άλλη μια φορά. Έτσι του άρεσε μάλιστα να παρομοιάζει την συζήτηση, σαν έναν αγώνα βόλεϊ. Όπου τα επιχειρήματα μοιάζουν με τις πάσες ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.
«Τι δουλειά έχει ο Θεός με την αρρώστια του πατέρα σου, μπορείς να μου πεις; Νομίζεις πως δεν έχει άλλες δουλειές να κάνει; Νομίζεις ότι θα ασχολείται με το αν έβηξε ο πατέρας σου, νομίζεις ότι κάθεται και μετράει τα λευκά αιμοσφαίρια ένα ένα; Ε; Θαρρείς ότι ο πατέρας σου είναι το νούμερο ένα στη σκέψη του Θεού; Ανέστη σύνελθε. Αυτά τα λένε και τα σκέφτονται μόνο οι εγωιστές!  Σα να λέμε απ όλους τους άρρωστους πατεράδες στο κόσμο, ο Θεός να κάνει καλά τον δικό σου μόνο έτσι;»
«Όχι δεν σκέφτηκα…» είπε ο Ανέστης όμως η φράση έμεινε αδιάφορα μισή επειδή ο θείος έριχνε κατά ριπάς όπως λένε, μη δίνοντας την ευκαιρία για αντεπίθεση ούτε για άμυνα
«Κατάλαβες τώρα μικρέ μου ότι δεν στέκει ο παντοδύναμος και πολυεύσπλαχνος και όλα τα κοσμητικά του κόσμου που στολίζουν τις ελπίδες τους οι ακαμάτηδες και φοβισμένοι ανθρωπάκοι; Όσο πιο ανόητος είσαι, τόσο πιο εγωιστής γίνεται, να το ξέρεις. Άσε που αυτός ο Θεός που έχουν οι τέτοιοι ανθρωπάκοι από κάτι τέτοια τρέφεται…»
Ο Ανέστης σκεφτόταν μόνο τον πατέρα του. Τούτη την ώρα δίχως να το σκεφτεί, να το προγραμματίσει, τα νοητικά τερτίπια γίνονταν προσευχές μέσα στη ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, παρά να παρακαλέσει τον Θεό για τον πατέρα του. Εγωιστής; Όχι βέβαια, δεν θα του το επέτρεπε ο πατέρας του. Αν μπορούσε τώρα να του μιλήσει θα του έλεγε να μη ζητά να γίνει το δικό του θέλημα, αλλά να παρακαλεί τον Θεό να γίνει εκείνου το θέλημα. Ο,τι θέλει ο Θεός, ο,τι κρίνει εκείνος ότι είναι το καλύτερο. «Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» έτσι θα του έλεγε.
Ο Ανέστης μετρούσε τα λεπτά, τις ώρες ένα προς ένα, μια προς μία. Τα πρώτα δύο 24ωρα είναι κρίσιμα, του είπαν οι γιατροί.  Κάθε στιγμή που περνάει είναι κρίσιμη, τι εννοείτε αγαπητοί γιατροί…
Εγκεφαλικό λέει ο ένας, τα καρδιά ο άλλος… το θέμα είναι ότι ο πατέρας του Ανέστη μ αυτά και με κείνα του σύστησε τον Θεό. Τον πήρε από το χέρι και του λέει, παιδί μου από δω ο Θεός μου. Κάνε όπως καταλαβαίνεις. Ο Ανέστης δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Έμοιαζε  με ένα χάρτινο αεροπλανάκι που παλεύει με τα κύματα του αγέρα. Την ώρα που λες πως θα τσακιστεί δίνει μια και πετιέται από το παράθυρο για να συνεχίσει το πέταγμά του. «Μοιραία όμως κάποια στιγμή θα τσακιστεί» θα του έλεγε ο θείος και θα χαμογελούσε με νόημα. «Όπως όλα. Όπως οι σκέψεις, οι ελπίδες, η ζωή.»
«Και τι θα μείνει στο τέλος θείε;»
«Οι ατέλειωτοι άνθρωποι που πετάνε χάρτινα αεροπλανάκια, χαρταετούς, διαστημόπλοια, με την παιδική φαντασίωση πως θα πετάνε στην αιωνιότητα. Μα ο Θεός μας θέλει καρφωμένους στο χώμα, κατάλαβες; Μας δίνει λίγο ουρανό κι ύστερα μ έναν γδούπο μας καρφώνει στο χώμα. Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου…»
Ο Θεός του πατέρα μου; Μα εγώ νόμιζα πως είναι ένας Θεός για όλους! Ανατέλλει λέει τον ήλιο του για όλους το ίδιο… Κάπως έτσι του το είχε πει… εκείνος που τώρα είναι στα χέρια αυτού που τόσο πολύ αγάπησε στη ζωή του.
«Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου!»  Άλλη μια σφυριά μέσα στο κεφάλι του.
«Είναι;» άκουσε σαν ψίθυρο βαθιά  μέσα από την καρδιά του, από το μυαλό του; Δεν ήταν σίγουρος.
«Τι πάει να πει είναι;» αντέταξε σ αυτή τη φωνή
«Είναι ο Θεός;»
Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης ένιωσε ρίγος να σκαρφαλώνει στην σπονδυλική του στήλη. Σαν το πανάρχαιο φίδι στις παρυφές του παραδείσου να μεταφέρει την παγωνιά του θανάτου σ όλον τον κόσμο. Αυτός ο πειρασμός που ανακατώνει την λάσπη από τον πυθμένα της ηρεμίας και θολώνει τη σκέψη. Ο Ανέστης δεν βλέπει πια καθαρά. Το μυαλό του δεν είναι  ικανό να διαχειριστεί τούτη την επίθεση. Όλα του τα επιχειρήματα επιστρέφουν τραυματισμένα και μισοπεθαμένα στον ίδιο. Φόβος κυριεύει τις γωνιές της ύπαρξής του. Φόβος. Αγωνία. «Είναι λοιπόν ο Θεός;»
«Εσύ είσαι σίγουρος ότι είσαι;» εμφανίστηκε άλλη μια φωνή. Δεν μπόρεσε να διακρίνει αν είναι σύμμαχος η εχθρός.
«Δηλαδή;» διερεύνησε το τοπίο…
Δεν είναι της ώρας» έβαλε γρήγορα τελεία επειδή χτύπησε το κινητό του. Στην οθόνη ήταν ο αριθμός του νοσοκομείου.
«Πρέπει να έρθετε από εδώ» ακούστηκε ανάμεσα στις άλλες αδιάφορες λέξεις.
Ο Ανέστης σ όλο το δρόμο έστελνε προσευχές ικεσίας σ έναν Θεό που τον είχε μπερδέψει τόσο πολύ.  Ήθελε τόσο πολύ να τον αγαπήσει μα λες και ένα αγκάθι τρυπούσε την διάθεση του αφήνοντας στάλες αίμα να κοκκινίσουν την λαχτάρα του. Με τις φωνές στο κεφάλι του να έχουν σηκώσει σωστή επανάσταση έφτασε στο νοσοκομείο. Δεν είχε υπομονή να περιμένει  το ασανσέρ. Με τρεις δρασκελιές έφτασε μέχρι το 213. Άνοιξε την πόρτα.
Δυο νοσοκόμες είχαν καλύψει και το κεφάλι το σώμα του αρρώστου.  Βιαστικά τακτοποιούσαν το δωμάτιο αλλάζοντας τα σεντόνια, ανοίγοντας παράθυρα..
«Όχι Θεέ μου, όχι!» ψιθύρισε
«Κύριε Ανέστη» τον πλησίασε μια νοσοκόμα. «Μεταφέραμε τον πατέρα σας στον απέναντι θάλαμο, στο 223. Πηγαίνετε να τον δείτε. Σας περιμένει»
Ένα κρυφό χαμόγελο σαν ευχαριστία έφυγε από την καρδιά του. Κανείς δεν το είδε. Κανείς δεν έμαθε γι αυτό. Ο Θεός του πατέρα. Ο πατέρας Θεός.


 


Φωτογραφίες απο την εκδήλωση




Tuesday, March 5, 2013

Το σπουργίτι κι ο ουρανός

Υπήρχε ένα σπουργιτάκι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον ουρανό.

- Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού.

Για να προστατέψω τη γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει πάνω μας.
- Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό; με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.


- Ο καθένας εδώ κάτω στη γη έχει το δικό του κομμάτι ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι.

agioritikovima.gr

Friday, March 1, 2013

Ο Μάρτης στην Ελλάδα


Ο Μάρτιος είναι ο τρίτος μήνας του πολιτικού έτους. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ρωμαϊκού θεού του πολέμου Mars (δηλαδή του Άρη). Η παλαιότερη ρωμαϊκή ονομασία του Μάρτη ήταν Primus, δηλαδή Πρώτος μήνας του δεκάμηνου ρωμαϊκού έτους. Γι'αυτό η 1η Μαρτίου ονομαζόταν επίσης και Πάτριος πρωτοχρονιά και σχετιζόταν με την αρχή των πολεμικών επιχειρήσεων.

Αναφορικά με την αντιστοιχία του εν λόγω μήνα προς το αρχαίο αττικό ημερολόγιο, εν μέρει κάλυπτε τον Ελαφηβολιώνα, τον μήνα κατά τον οποίον γίνονταν οι μεγάλες θυσίες προς τιμήν της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος.



Ως τον 7ο αιώνα εξακολουθούσαν να γιορτάζουν την 1η Μαρτίου με πομπές, χορούς και δώρα. Παραδοσιακά υπολείμματα είναι τα «χελιδονίσματα». Τα έψαλαν τα παιδιά πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι με ένα ξύλινο χελιδόνι στολισμένο, ένώ έδιναν στη νοικοκυρά φύλλα κισσού. Το τραγούδι είναι αναγγελτικό, αλλά και μαγικο-ευετηρικό:



Ήρθε, ήρθε χελιδόνα,

ήρθε κι άλλη μελιηδόνα.

Κάθησε και λάλησε

και γλυκά κελάδησε:

Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,

και Φλεβάρη φοβερέ,

κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,

καλοκαίρι θα μυρίσεις.

Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,

πάλιν άνοιξη θ'ανθίσεις.

Θάλασσαν επέρασα και στεριάν δεν ξέχασα.

Κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα, κονόμησα.

Έφυγα κι άφηκα σύκα και σταυρόν και θημωνίτσα.

Κι ήρθα τώρα, κι ήυρα φύτρα,

κι ηύρα χόρτα, σπαρτά, βλήτρα,

βλήτρα, βλήτρα, φύτρα, φύτρα.



Η επανάληψη των λέξεων είναι κάτι σαν ξόρκι για να προκαλέσουν τη βλάστηση.


Τον Μάρτιο ο ελληνικός λαός προσονόμασε Ανοιξιάτη (γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης), Κλαψομάρτη, Γδάρτη , Πεντάγνωμο (για το ευμετάβλητο του καιρού), Βαγγελιώτη (λόγω της μεγάλης γιορτής του Ευαγγελισμού), Φυτευτή.


Οι μητέρες απ'την πρωτομηνιά δένουν στα χέρια των παιδιών τους ένα βραχιόλι από πολύχρωμες κλωστές (συνήθως κόκκινη και άσπρη κλωστή στριμμένη) που το λένε μάρτη ή μαρτιάτικο για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος. Είναι μια μαγική προφύλαξη (ασφαλιστικός κύκλος) για τη νέα εποχική περίοδο. Ο λαός λέει χαρακτηριστικά:


«Οπόχει κόρη ακριβή τον Μάρτη Ήλιος μη τη δει».

«Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπά το κέρατο βοδιού».

«Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε μήνες δεν ξεβάφει».


Για το έθιμο του σειρητιού γράφει και ο Κωστής Παλαμάς:



Ρόδιζ' η πρώτη του Μάρτη μέρα

και στο παιδάκι της η μητέρα

γελώντας πάει:

«Με μάρτη έρχομαι το λαιμό σου

να στεφανώσω σαν άγγελός σου

θα σε φυλάει.

Από χρυσάφι, προτού να φέξει,

με τι φροντίδα το έχω πλέξει.

Για το χρυσό μου!

Με κάθε χρώμα το έχω ντύσει

ουράνιο τόξο, που θα στολίσει

τον ουρανό μου!»



Με την αρχή της Άνοιξης εμφανίζονται και οι επιδημίες, αλλά και ένα σωρό ενοχλητικά ζώα και ζωύφια όπως ποντικοί, φίδια, ψύλλοι. Στο νοικοκυριό, λοιπόν, γίνονταν εποχικοί καθαρισμοί (τινάγματα ρούχων, σκουπίσματα) με επωδές:


«Όξω ψύλλοι και κοριοί, (τότε που ήταν πολλοί)

μέσα οι νοικοκυροί!
»


Η λαϊκή φαντασία αποδίδει την αστάθεια του καιρού που παρατηρείται στον δύστροπο χαρακτήρα του Μαρτίου, τον οποίο και πρωσοποιεί. Σύμφωνα με μια παράδοση, λοιπόν, ο μήνας Μάρτιος έχει δύο γυναίκες: μια πανέμορφη, αλλά φτωχή και μια κακάσχημη που όμως είναι πλούσια. Τα βράδια κοιμάται ανάμεσά τους. Όταν γυρίζει από τη μεριά της άσχημης, τη βλέπει και από το κακό του κάνει μέρες βροχερές και χειμωνιάτικες. Όταν πάλι γυρίζει προς την όμορφη κάνει ηλιόλουστες, ανοιξιάτικες μέρες.

Γι'αυτό ο Μάρτης μία κλαίει και μια γελά.


Ακόμη, η παράδοση λέει ότι οι τελευταίες μέρες του Μάρτη ονομάζονται «μέρες της γριάς» ή «γριές» γιατί πιστεύεται ότι αυτές τις μέρες τις έκλεψε από τον Φεβρουάριο για να τιμωρήσει μια γριά η οποία μίλησε περιφρονητικά γι'αυτόν.

Η γρια, δήθεν, παρόλες τις παλαβομάρες του Μάρτη, κατάφερε να διασώσει το νεογέννητο αρνάκι της και στο τέλος του μήνα σίγουρη για το θρίαμβό της και για την επερχόμενη καλοκαιρία τού είπε με αυθάδεια: «Πριτς Μάρτη μου, γλύτωσα τα'αρνάκι μου». Τότε κι αυτός βάλθηκε να την τιμωρήσει και τράβηξε την κακοκαιρία του για να παγώσει τη γριά και το αρνάκι.


Ο λαός λέει ακόμη σχετικά με τα μετεωρολογικά καπρίτσια του μήνα:


«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης».


«Το Μάρτη ξύλα φύλαγε

μην κάψεις τα παλούκια».


«Το Μάρτη φύλα τ'άχυρα

μη χάσεις το ζευγάρι
(τα βόδια)

και φύλαγε και το ψωμί

μη χάσεις το κοπέλι».



«Ο Μάρτης ως το γιόμα το ψοφάει

κι ως το βράδυ το βρωμάει».


Το τελευταίο λέγεται γιατί η παγωνιά του Μαρτιάτικου πρωινού μπορεί να σκοτώσει και η απογευματινή ζέστη είναι ικανή να αποσυνθέσει το θύμα του κρύου.


Περπερούνα



Η Περπερούνα, με διάφορα άλλα ονόματα συγγενικά, είναι ένα έθιμο του κύκλου της Ανοίξεως και αποβλέπει στην βροχή που είναι απαραίτητη για τα σπαρτά. Συνήθως νέα κορίτσια στολισμένα με πράσινα φυλλώματα και λουλούδια περιέρχονταν στους δρόμους και τα σπίτια τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι-επίκληση για βροχή. Εικάζεται η πιθανότητα να έχει τις ρίζες του στα Ελευσίνια Μυστήρια και ο Φωριέλ το θεωρεί πανάρχαιο.



Περπερούνα περπατεί,

περπατεί καμαρωτή

και τον Θιόν παρακαλεί

για να στείλη μια βροχή

μια βροχή καλή καλή

για ν'ανθίσουν τα λειβάδια

να φυτρώσουν τα σιτάρια

να μεθύσουν τ'αμπελάκια

να καρπίσουν σταφυλάκια.

Μπάρες μπάρες τα νερά

στα χωράφια τα ξερά

καθ'αστάχυ ένα ταγάρι

κάθε κλήμα ένα πιθάρι.

Εις τους κάμπους μας χαρές

οι βραγιές τους νοτερές

τα κρασιά μας σαν νερό

τα γεννήματα σωρό

για να χαίροντ' οι φτωχοί

βάνοντάς τα στο σακκί

να βογγάη ο μυλωνάς

και να σκάζ' ο αλευράς.




Ο Μάρτιος λοιπόν, ο πρώτος (κάποτε) μήνας του χρόνου και αρχή του καλοκαιριού.Την πρωτομαρτιά, λέγουν, πέφτει απ' τον ουρανό το κάρβουνο στη γης, να ζεσταθεί η γης κι από τότες αρχινούν οι ζέστες.

Την αστάθεια του καιρού, που παρατηρείται τον Μάρτιο στη χώρα μας και αποβαίνει πολλές φορές ολέθρια για φυτά και ζώα, η λαϊκή φαντασία αποδίδει στο δύστροπο χαρακτήρα του Μαρτίου, τον οποίο προσωποποιεί, όπως και τους άλλους μήνες.


Αρκετοί μύθοι ζητούν να αιτιολογήσουν, γιατί ο Μάρτης, "μια γελά και μια κλαίει". Σύφφωνα με κάποια αθηναϊκή παράδοση, ο Μάρτης είχε δυο γυναίκες, την μια πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει και σκοτινιάζει όλος ο κόσμος, όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος. Αλλά τις περισσότερες φορές γυρίζει από την άσχημη, γιατί αυτή είναι πλούσια και θρέφει και τη φτωχή και όμορφη.

Άλλη μύθοι εξηγούν γιατί ο Μάρτης έχει 31 ημέρες και ο Φεβρουάριος 28. Είναι πολύ γνωστές οι παραδόσεις για την απολιθωμένη γριά που ο Μάρτης τη μαρμάρωσε μαζί με τα κατσίκια της.




Όπως κάθε αρχή στη ροή του χρόνου, έτσι και η πρώτη μαρτίου θεωρείται ότι προσφέρεται και για μετεωρολογικές και μαντικές παρατηρήσεις.

Στις δεισιδαιμονίες τέλος, τις σχετικές με την πρώτη Μαρτίου - ως αρχή του χρόνου - ανήκει και η συνήθεια της ψευδολογίας (π.χ. στα Μέγαρα).Την Πρωτομαρτιά έχουν έθιμο να γελούν το Μάρτη.Θα πουν ένα ψέμα για να γελάσουν κάποιον. "Γελούμε το Μάρτη, για να μας πάει καλά"...


 




Πηγή: η θάλασσα του διαδυκτίου




Καλό μας μήνα λοιπόν, μακάρι να μας πάει καλά!!



Wednesday, February 27, 2013

Γενέθλια

Είχε καιρό που προετοίμαζε τα γενέθλια του γιου του. Τι ιστοσελίδες επισκεπτόταν, τι ανθρώπους που αναλάμβαναν τέτοιες εκδηλώσεις ρωτούσε… ήθελε αυτά τα γενέθλια να μείνουν αξέχαστα.
Με τον Θάνο περνά δυο Σαββατοκύριακα το μήνα. Ύστερα από πάρα πολύ κόπο και προσπάθεια, έπεισε τη Μίνα, την πρώην γυναίκα του, να διοργανώσει εκείνος τα φετινά γενέθλια του μικρού. Πλησίασαν  οι μέρες. Το διαμέρισμα ήταν ίδιο η λαχτάρα του. Μοσχομύριζε αγάπη. Το κάθε μπαλόνι, η κάθε πιατέλα είχε κι ένα κομμάτι από την ψυχή του. «Γιε μου σ αγαπώ τόσο πολύ!» τραγουδούσαν όλα.
Το μεσημέρι του Σαββάτου ήταν όλα έτοιμα. Οι δυο τους με ύφος σοβαρό έκαναν την τελευταία επιθεώρηση. Ο πατέρας κρεμόταν από τα χείλη του Θάνου. Ζητιάνευε για ένα χαμόγελο. Πέθαινε για μια σφιχτή αγκαλιά. Είχε ανάγκη από την αγάπη του γιού του για να συνεχίσει να ζει. Πέρασε τόσα πολλά ο μικρός του. Να γινόταν να δώσει μια στο παρελθόν και να γκρεμίσει συθέμελα…
«Μπαμπά τι όμορφα που τα ετοίμασες! Θα περάσουμε πολύ όμορφα απόψε!» είπε ο Θάνος αφήνοντας το γκρέμισμα για αργότερα.
«Χαίρομαι πολύ μικρέ μου» είπε εκείνος και έσκυψε να τον αγκαλιάσει. «Θα περάσουμε όμορφα, θα δεις. Έχω ετοιμάσει πολλές εκπλήξεις για το βράδυ, θα είναι αξέχαστο! Πες μου όμως τώρα, τι δώρο θέλεις ; Ο,τι θέλεις. Πες μου!»
Ο Θάνος ύστερα από έναν μικρό αναστεναγμό, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τον ουρανό που ετοιμαζόταν να δεχθεί την Άνοιξη , είπε
«Μπαμπά θέλω να ξαν’ αγαπήσεις τη μαμά μου! Μπορείς;»

Monday, February 25, 2013

Πολύτιμος χρόνος των ώριμων

Ένα βαθιά αισιόδοξο μήνυμα, για όλους (νεότερους και ωριμότερους)!*


Από τον Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία).


«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής  απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα...
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.


Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.


Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.


Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.


Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα.


Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία,  η ψυχή μου βιάζεται...Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα...


Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και
την ειλικρίνεια.


Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.


Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απʼόσες έχω ήδη φάει.


Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»