Monday, November 11, 2013

Το νόημα

Κάποτε, υπήρχε ένας Αμερικανός, ο οποίος ήταν αρκετά πλούσιος. Ήταν πετυχημένος στη δουλειά του, είχε μια πολύ καλή σύζυγο, ε, είχε και καμιά ερωμένη κατά καιρούς, ήταν δημοφιλής και γενικότερα είχε αυτό που θα λέγαμε “μια άνετη ζωή”.
Παρόλα αυτά όμως, εκείνος ένιωθε μέσα του ένα κενό, το οποίο δεν μπορούσε να το καλύψει με τίποτα. Ό,τι κι αν έκανε, πάντα ένιωθε μέσα του ένα κενό.
Ώσπου μια μέρα, βλέποντας μια εκπομπή στην τηλεόραση, κάποιος καλεσμένος της εκπομπής είπε “Ο άνθρωπος πάντα θα νιώθει ένα κενό μέσα του μέχρι να βρει το νόημα της ζωής του”.
Μόλις το άκουσε ο Αμερικάνος, σκίρτησε η καρδιά του. Κατάλαβε ότι όσες ανέσεις κι αν έχει δεν θα είναι ποτέ πλήρης μέχρι να βρει το νόημα της ζωής.
Έτσι, αποφάσισε να πουλήσει τα πάντα και να ταξιδέψει…
Πήγε πρώτα στους ιθαγενείς Ινδιάνους, αλλά εκείνοι δεν ήξεραν ποιο είναι το νόημα της ζωής. Κάτι του έλεγαν για γεράκια, για αετούς, λύκους και άλλα τα οποία εκείνος δεν καταλάβαινε.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει στα πέρατα του κόσμου, να βρει κάποιο μεγάλο δάσκαλο για να του πει επιτέλους ποιο είναι το νόημα της ζωής.
Πράγματι λοιπόν, πήγε στην Ινδία και επισκέφθηκε ίσα με 30 δασκάλους, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να βρει την απάντηση στο ερώτημα που τον βασάνιζε. Μια μέρα λοιπόν, κάποιος, τον οποίο γνώρισε στην Ινδία, του είπε “Υπάρχει ένα σοφός γέροντας ο οποίος ξέρει ποιο είναι το νόημα της ζωής.”
“Πες μου που είναι” είπε όλο έξαψη ο Αμερικάνος.
“Πολύ λίγοι άνθρωποι τον έχουν βρει διότι μένει σε ένα πολύ απρόσιτο χωριό με ελάχιστους κατοίκους ψηλά στα Ιμαλάια” είπε ο Ινδός.
“Δεν με νοιάζει, θα πάω οπουδήποτε” του είπε ανυπόμονα ο Αμερικάνος.
Έτσι λοιπόν άρχισε να ταξιδεύει..
Ανέβαινε βουνά, κατέβαινε βουνά…. Η ζωή του κινδύνευσε από το κρύο και τα κρυοπαγήματα, αλλά αυτός δεν το έβαζε κάτω.
Μετά από 3 χρόνια ατελείωτου ταξιδιού… επιτέλους βρήκε το χωριό. Οι κάτοικοι του χωριού, μόλις τον είδαν κατάλαβαν ότι θα είναι κάποιος αναζητητής και του υπέδειξαν αμέσως το σημείο που βρισκόταν ο σοφός γέροντας.
Πράγματι, ο γέροντας καθόταν ατάραχος, στην όχθη του ποταμού. Είχε ένα γαλήνιο, ήρεμο πρόσωπο που ενέπνεε βαθιά γνώση και Σοφία.
Μόλις τον πλησίασε ο Αμερικάνος, εκείνος άνοιξε ήρεμα τα μάτια του.
“Τι αναζητάς παιδί μου;” τον ρώτησε ήρεμα.
“Το νόημα της ζωής” είπε ο εξαθλιωμένος από το ταξίδι ο Αμερικάνος.
“Το νόημα της ζωής είναι αυτό το ποτάμι” είπε ο γέροντας με μια βεβαιότητα που συνοδευόταν από ένα σοφό μειδίαμα.
“΄ΤΙ; ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ;” απάντησε εξοργισμένος ο Αμερικάνος που είχε ταξιδέψει τόσο μακριά για να μάθει ότι το νόημα της ζωής ήταν εκείνο το ποτάμι. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του!!!
Κι ο γέροντας, βλέποντας το ξάφνιασμα και την οργή του Αμερικάνου, γουρλώνει τα μάτια του και λέει απορημένα: “ΤΙ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ;” ………………………….


Κι ο Αμερικάνος έμεινε στο ποτάμι… κι ο Γέροντας πήγε στο Λας Βέγκας…


 


enallaktikidrasi.com

Thursday, November 7, 2013

Ανεπιθύμητος

«Πως μπορούν κάποιοι να βρίσκουν λύση πολύ εύκολα στα πιο περίπλοκα προβλήματα, ενώ άλλοι πανικοβάλλονται όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ένα μικρό πρόβλημα και πνίγονται σε μία κουταλιά νερό;» ρώτησα.
Ο Ramesh απάντησε με τη διήγηση της ακόλουθης ιστορίας:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που η ψυχή ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατ “ευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν. Και πράγματι εκεί πήγε.
Εκείνο τον καιρό, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της. Δεν βρήκε το όνομα αυτού του ανθρώπου, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση.
Στην κόλαση κανείς δεν ελέγχει ποιος εισέρχεται. Ο άνδρας εισήλθε και παρέμεινε στην Κόλαση …
Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος εισέβαλε από τις πύλες του Παραδείσου, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Άγιο Πέτρο.
«Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο!» είπε.
Ο Άγιος Πέτρος ρώτησε τον Εωσφόρο γιατί ήταν τόσο θυμωμένος, και ο οργισμένος Εωσφόρος του απάντησε:
«Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη. Η κατάσταση άλλαξε στην Κόλαση. Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται για τον άλλον. Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι ! Πάρτε τον πίσω στον παράδεισο! »
Όταν τελείωσε ο Ramesh την ιστορία, με κοίταξε και μου είπε:
«Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν σε στείλουν κατά λάθος στην κόλαση, ο ίδιος ο διάβολος να σε επιστρέψει στον Παράδεισο».

Tuesday, November 5, 2013

H γριά...Αλήθεια

Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Πηγή εικόνας
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
- Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
- Τη βρήκες, του είπε η γριά.
- Εσύ είσαι η Αλήθεια;
- Ναι.
- Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
- Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από ‘σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
- Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν.


antikleidi.com

Sunday, November 3, 2013

Λίμνη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος.
Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει να του φέρει λίγο αλάτι.
Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιεί.
«Τι γεύση έχει;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Πικρή» είπε ο μαθητής.
Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε ότι του είπε. Έπειτα ο δάσκαλος του είπε να το δοκιμάσει πίνοντας από το νερό της λίμνης και τον ξαναρώτησε τι γεύση έχει.
«Γεύση φρεσκάδας» απάντησε ο μαθητής.
«Το αλάτι το ένοιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Όχι» απάντησε ο νέος.
Στο σημείο αυτό ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε:
«Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι.
Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια.
Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο.
Έτσι,
το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις
είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων…
Πάψε να είσαι το ποτήρι.
Γίνε η λίμνη!»
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Ο εγωισμός αυξάνεται πόσο μάλλον όταν είναι και δικαιολογημένος… Αυτό και μόνο του επιτρέπει να βγει έξω να διαδηλώσει με σημαίες και με ταμπούρλα….
Και ποιο το αποτέλεσμα;
Ο πόνος αυξάνεται διότι ως γνωστόν σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση απ’ όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει.
Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;
Μια δοκιμή θα μας πείσει.


 enallaktikidrasi.com

Friday, November 1, 2013

Κράτα το χέρι μου

 Ένα ηλιόλουστο πρωινό, αποφάσισε ο Νασρεντίν να κάνει έναν όμορφο περίπατο, κατά την θάλασσα.
Καθώς πλησίαζε στη προκυμαία άκουσε φωνές και είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο να χειρονομεί και να τρέχει πάνω κάτω.
Πλησίασε πιο κοντά και είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κατά λάθος στο νερό.
Όπως δεν ήξερε κολύμπι, κτυπούσε πανικόβλητος χέρια και πόδια, χανόταν μέσα στο κύματα και όποτε κατόρθωνε να βγάλει λίγο το κεφάλι του καλούσε μισοπνιγμένος σε βοήθεια.
Οι άνθρωποι έσκυβαν όσο μπορούσαν πάνω από το νερό και του φώναζαν:
- Δώσε μας το χέρι σου! Δώσε μας το χέρι σου!
Τίποτα αυτός! Σαν να ήταν κουφός συνέχιζε να χτυπιέται.
Οι άνθρωποι όλο και πλήθαιναν γύρω του και του φώναζαν όλο και πιο δυνατά:
- Βρε άνθρωπε, δεν ακούς; Δώσε μας το χέρι σου! Θα πνιγείς!
Τίποτα αυτός.
Κάποια στιγμή, μέσα στο πανικό και την αγωνία που επικρατούσε, επειδή κανείς δεν ήθελε να πνιγεί ο άνθρωπος αυτός, αλλά και κανείς δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, κάποιος πήρε είδηση τον Νασρεντίν που παρακολουθούσε ατάραχος τη σκηνή.
Να ο Χότζας, αναφώνησε το πλήθος. Κάντε χώρο να κάνει κάτι. Σίγουρα θα ξέρει αυτός τι να κάνει, σαν άνθρωπος του Θεού που είναι.
Αμέσως τότε, όλοι έκαναν χώρο και ο Νασρεντίν έσκυψε στο νερό και κάτι είπε σιγανά στον μισοπνιγμένο. Tότε εκείνος, έδωσε το χέρι του και ο Νασρεντίν το έπιασε και τον έσυρε έξω.
Οι άνθρωποι έμειναν τότε με ανοιχτό το στόμα.
- Βρε, είπαν! Βρε Χότζα μας, καλέ μας Χότζα, τι του είπες του ανθρώπου και σου έδωσε το χέρι σου;
Εδώ, τόση ώρα, εμείς τού φωνάζουμε να μας δώσει το χέρι του και δε το έκανε.
Τώρα γιατί άκουσε εσένα και όχι εμάς;
- Εγώ, δε τού είπα να μου δώσει το χέρι του, απάντησε ήρεμα ο Χότζας.
- Τι τού είπες λοιπόν, ρώτησαν οι άνθρωποι περίεργοι.
- Εγώ τού είπα: «πάρε το χέρι μου», είπε ο Νασρεντίν.


http://antikleidi.wordpress.com