"...ξέρεις…ο χρόνος έχει τον τρόπο του να κινείται γρήγορα δίχως να το καταλαβαίνεις ότι περνάνε τα χρόνια. Σα χθες ήταν που ήμουν νέος, νιόπαντρος και ξεκινούσα την ζωή μου με την σύντροφο μου. Παρόλα αυτά φαίνεται σα να ήταν πριν από αιώνες, και αναρρωτιέμαι που πήγαν όλα αυητά τα χρόνια. Ξέρω πως τα έζησα όλα. Εχω κάποιες εικόνες πως ήταν τότε τα πράγματα..οι ελπίδες και τα όνειρά μου……
...αλλά ναμαστε εδώ τώρα… ο χειμώνας της ζωής μου και με πιάνει απροετοίμαστο..Πως έφτασα εδώ τόσο γρήγορα; Που πήγαν τα περασμένα χρόνια, που πήγε η νιότη μου; Θυμάμαι πως κοιτούσα τους μεγαλύτερους και έλεγα πως είναι τόσο πολύ μακρυα από μένα και πως ο χειμώνας ήταν τόσο μακρια που ούτε καν μπορούσα να φανταστώ πως θα είναι.
…αλλά νατος…οι φίλοι μου κοντεύουν να πάρουν σύνταξη… έχουν ήδη γκρίζα μαλιά, κινούνται πιο αργα και τώρα τους κοιτάω και βλέπω έναν μεγάλο άνθρωπο. Κάποιοι είναι σε καλύτερη κατάσταση και κάποιοι άλλοι σε χειρότερη κατάσταση από μένα…αλλά η μεγάλη αλλαγή φαίνεται. Σαν κι εμένα η ηλικία αρχίζει να φαίνεται και δεν είμαστε πια εκείνοι οι νέοι και ζωηροί…αλλά είμασε σαν κι εκείνους τους μεγάλους που βλέπαμε και σκεφτόμασταν πως δεν θα γίνουμε ποτέ…
Και νάμαι τώρα σ αυτή την καινούργια περίοδο της ζωής μου απροετοίμαστος για όλους τους πόνους, για την απώλεια της δύναμης και της ικανότητας να πάω και να κάνω όσα εύχομαι να είχα κάνει αλλά ποτέ δεν έκανα. Αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι παρόλο που ήρθε ο χειμώνας, και δεν είμαι σίγουρος πόσο θα κρατήσει..ξέρω ότι όταν τελειώσει θα τελειώσει πάνω στη γή…θα τελειώσει. Θα ξεκινήσει μετά μια καινούργια περιπέτεια.
Ναι έχω μετανοιώσει για διάφορα πράγματα. Υπάρχουν πράγματα που λέω πως μακάρι να μην τα είχα κάνει και πράγματα που θα έπρεπε να είχα κάνει αλλά και αρκετά που λέω πως είμαι ευτυχής που έχω κάνει. Όλα είναι μέσα στη ζωή.
Το λοιπόν, αν δεν είσαι ακόμα στον δικό σου χειμώνα, θέλω να σου θυμίσω ότι θα φτάσεις εδώ πιο γρήγορα από όσο νομίζεις. Ο,τι θέλεις να πετύχεις στη ζωή σου, σε παρακαλώ να το κάνεις γρήγορα. Μην το αναβάλλεις. Η ζωή περνάει τόσο γρήγορα! Κάνει ο,τι μπορείς σήμερα, επειδή κανένας δεν μπορεί να σου υποσχεθεί ότι θα δεις όλες τις εποχές της ζωής σου, γι αυτό ζήσε το σήμερα και πες όλα εκείνα που θέλεις στους αγαπημένους σου, εκείνα που θέλεις να θυμούνται και να ελπίζεις ότι θα σε εκτιμήσουν και θα σε αγαπήσουν για όλα όσα έκανες γι αυτούς όλα αυτά τα χρόνια!
Η ζωή σου προσφέρεται ως δώρο. Ο τρόπος που την περνάς είναι ένα δώρο γι αυτούς που ακολουθούν μετά από σένα! Κάν’την να είναι φανταστική..
Να θυμάσαι ότι η υγεία είναι ο αληθινός πλούτος κι όχι τα κομμάτια του χρυσού και του χαρτιού που έχεις η δεν έχεις στο πορτοφόλι σου
Καλά θα κάνεις λοιπόν επειδή η ζωή είναι τόσο μικρή να είσαι σαν ένα φύλο στο ποτάμι, να αφεθείς, να απολαύσεις τις αναμνήσεις σου και να ονειρευτείς. Παρατα τον κατάλογο με τα χιλιάδες πράγματα που έχεις να κάνεις και κάνε δυο τρια βήματα από τον αγαπημένο σου χορό. Κλείσε την τηλεόραση, μην ακούς άλλο ειδήσεις, και κοίτα να βρεις κάποιον που θα είναι πρόθυμος να μοιραστεί τα συναισθήματα σου.
Σήμερα είσαι πιο γέρος από ποτέ κι όμως είσαι πιο νέος απ όσο μπορείς να γίνεις. Οσο κρατά η μέρα να την χαρείς, να την αξιοποιήσεις!
Αδραξε τη μέρα όμως μην παραλείψεις και την νύχτα!..."
Οταν πήγαινα στο σχολείο, ως μαθητής, δεν έμαθα τίποτα σπουδαίο που να θυμάμαι ακόμη και τώρα, εκτός από το παρακάτω κρυμμένο μήνυμα: Κάθε σημαντικό πρόβλημα στη ζωή, έχει ήδη λυθεί. Επειδή είμαι παιδί, δεν γνωρίζω ακόμα τις απαντήσεις. Οι απαντήσεις είναι μέσα στο μυαλό του δασκάλου, η στο βιβλίο, η στο τετράδιο. Ο σκοπός της εκπαίδευσης είναι να μεταφέρει τις απαντήσεις, από τον δάσκαλο, στον μαθητή, εμένα". Αργότερα πολύ κατάλαβα οτι αυτό το κρυφό μήνυμα από το σχολείο μου, ήταν λάθος.
Ο κόσμος δεν είναι ένας άλυτος γρίφος, που περιμένει από μια περιστασιακή ευφυία να ξεκλειδώσει τα μυστικά του. Ο κόσμος μάλλον είναι ενας άδειος χώρος που περιμένει να γεμίσει. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση άλλαξε όλη την ζωή μου. Δεν χρειάζεται πια να περιμένω και να παρακολουθώ πότε θα λυθούν οι γρίφοι, αντίθετα, μπορώ να βουτήξω μέσα σε αυτόν τον χώρο. Να γίνω εγώ ο εξερευνητής, ο εφευρέτης, ο οικοδεσπότης και ο επισκέπτης του. Ενας χώρος συναρπαστικός, επειδή είναι μοναδικό δικός μου ώστε να τον μοιράζομαι μ όσους τον βλέπουν όπως εγώ.
Κάθε μέρα κι ένα θαύμα που περιμένει εμένα να το ανακαλύψω η καλύτερα, να το δημιουργήσω!
Η ιστορία του Ανέστη, η καρδιά της τακτικής δεκαπενθήμερης εκδήλωσης στο Gourmet Café Kanaki στην Φιλαδέλφεια.
Από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του Ο Ανέστης δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος. Έχουν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή του και δεν ήταν προετοιμασμένος γι αυτό. Τόσο καιρό είχε συνηθίσει εκεί στα πάνω και δεν ασχολιόταν με τα κάτω. Όχι πως τα σνομπάριζε, αλλά δεν είχε καιρό. Από την ώρα που το ξυπνητήρι σαν ένα μαγικό χέρι έσβηνε τα όνειρα, σαν από ένα θολο τζάμι τον ατμό, μέχρι την ώρα που το παράθυρο αυτό έκλεινε πάλι για να ζεσταθεί το μέσα του από τα όνειρα, η ζωή του ήταν ένας αγώνας δρόμου. Ετρεχε … έτρεχε..σα να ήθελε να συναγωνιστεί τον χρόνο. Τι γύρευε τώρα να προλάβει; Μια φορά τον ρώτησε η Άννα. Εκείνος κοντοστάθηκε. Σα να μπέρδεψε τον βηματισμό του. Σα να χόρευε κάποιο χορό και έχασε τα βήματα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Στιγμές σιωπής ρυτίδωσαν το πρόσωπο του. Εκείνος τις πέρασε για ιδρώτα και έβγαλε χαρτομάντιλο να σκουπιστεί. Βαθιά στα μάτια της ήταν τα δικά του. Δεν τα βρήκε όμως. Θολός ο καθρέφτης. Κάτι πήγε να πει… όμως χαμογέλασε αμήχανα και ξανάπιασε το τρέξιμο για το επόμενο ραντεβού του. Ο πατέρας του είναι το στήριγμά του. Την μητέρα του την έχασε νωρίς. «Τι σημαίνει χάσαμε την μάνα;» είχε ρωτήσει τον πατέρα του μέσα στην αφέλεια την εφηβική «Την χάσαμε εμείς για να την βρει ο Θεός» του είχε απαντήσει όλο νόημα ο πατέρας του. Τον πατέρα του τον θαύμαζε από παλιά. Είχε έναν τρόπο να βλέπει τα πράματα συναρπαστικό. Τον προσγείωνε στην πραγματικότητα κάθε φορά που άνοιγε τα φτερά του σαν τον Ίκαρο. Εκείνος τον άφηνε να βουτάει στο γαλάζιο τ ουρανού και ύστερα με φόρα να σκάει πάνω στις τούφες από βαμβάκι. Κι όταν κουραζόταν από το παιχνίδισμα του νου, τον περιμάζευε κοντά του και του άνοιγε σιγά σιγά, όχι απότομα, τις γρίλιες για να δει τον ουρανό και από άλλες μεριές. Σαν παραμύθι ήταν τότε οι στιγμές. Τον πατέρα του τον αγάπησε πολύ. Μόνο που δεν το ομολογούσε. Με την μάνα δεν ήταν το ίδιο. Άλλο η μάνα. Πάντοτε άλλο η μάνα. Εκεί ήταν όλα τόσο αυτονόητα. Οι αγκαλιές ήταν σαν την αναπνοή. Δε ρωτάς γιατί αναπνέεις. Απλά αγκαλιάζεις. Δίχως αναστολές. Με τον πατέρα ήταν αλλιώς. Ποιος τα ορίζει όλα τούτα; Όταν βρήκε ο Θεός τη μάνα, ο Ανέστης ανασκουμπώθηκε να κρύψει τον πατέρα του από τα μάτια του Θεού. Μην τον βρει κι αυτόν. «Έχει τόσους μπαμπάδες εκεί μαζί του» σκέφτηκε. «Καλά θα κάνει ν αφήσει ήσυχο τον δικό μου» Από κείνη τη μέρα ο Ανέστης είχε γίνει του πατέρα του ο φύλακας άγγελος. Του είχε πάρει δυο τρία κινητά. Ήθελε να ξέρει την κάθε του κίνηση. Στον πρώτο βήχα έτρεχε στον καλύτερο γιατρό, έτρεχε για τις εξετάσεις, έτρεχε, όλο έτρεχε. Μα πώς να παίξεις εκεί που δεν μπορείς να παίξεις. Πώς να τρέξεις να προλάβεις αυτόν που έχει ήδη φτάσει πριν από σένα προτού καν ξεκινήσει ο αγώνας; Ο χρόνος. Ο παντοκράτορας. «Παντοκράτορας Ανέστη μου είναι μονάχα ο Θεός» τον είχε μαλώσει γλυκά ο πατέρας του. Ο χρόνος σαν υπήκοο σκυλάκι κουλουριάζεται στα πόδια του Θεού. Μονάχα εμείς τον λογαριάζουμε παντοδύναμο και άλλα τέτοια. Και να ξέρεις Ανέστη μου όσο πιο πολύ τον φοβάσαι, τόσο εκείνος χαίρεται και σου χαρακώνει το πρόσωπο. Ρυτίδες λέει… Τις άλλες ρυτίδες να σκέφτεσαι..αυτές που έχει το μέσα σου, κατάλαβες; Εκεί που η χάρη του Θεού δεν φτάνει να τις θεραπέψει. Πάντα μ έναν καλό λόγο για το Θεό ο κυρ Σπύρος. Τον σέβονταν πολύ. Μα δεν ήταν από κείνους που το είχαν ως πραμάτεια και το γυροφέρνουν εδώ κι εκεί. Ιδίως όταν έχεις για αδελφό τον Βλάση με τα όνομα. Ο θείος Βλάσσης δεν είναι από τους εύκολους ανθρώπους. Συνταξιούχος γυμνασιάρχης τώρα πια δίχως όμως ούτε στιγμή να πάψει να φυλογυρίζει ό,τι βρεθεί στο χέρι του και ο,τι του φέρει ο ανιψιός του, ο Βλασσάκος. Τον φωνάζει έτσι μόνο εκείνος. Ο Ανέστης δεν τον παρεξηγεί τον θείο. Στην πραγματικότητα τον γοητεύει κάθε φορά που τον αναζητά ο θείος να μιλήσουν για ζητήματα μεταφυσικά, φιλοσοφικά. Ο Ανέστης με τον θείο έχει άλλη σχέση. Διαφορετική από τον πατέρα του. Εκεί ξεδιπλώνει κάθε γωνιά του μυαλού του και σαν ένας τέλειος μάστορας της διανόησης ξηλώνει και ράβει του Σύμπαντος τον νου. «Μακάρι ο Θεός να κάνει γρήγορα καλά τον πατέρα μου» τόλμησε να αναστενάξει μια φορά μπροστά σο θείο και ήταν σα να άναψαν αμέσως όλα τα αστέρια του ουρανού εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα του Φλεβάρη. «Δεν σου έχω πει να μην παριστάνεις τον ανόητο μπροστά μου;» τον μάλωσε Δαγκώθηκε ο Ανέστης. Πως την πάτησε έτσι; Μαζεύτηκε αλλά ήταν αργά. Είχε υψώσει στον θείο κι εκείνος ετοιμαζόταν να καρφώσει στο γήπεδο του Ανέστη για άλλη μια φορά. Έτσι του άρεσε μάλιστα να παρομοιάζει την συζήτηση, σαν έναν αγώνα βόλεϊ. Όπου τα επιχειρήματα μοιάζουν με τις πάσες ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. «Τι δουλειά έχει ο Θεός με την αρρώστια του πατέρα σου, μπορείς να μου πεις; Νομίζεις πως δεν έχει άλλες δουλειές να κάνει; Νομίζεις ότι θα ασχολείται με το αν έβηξε ο πατέρας σου, νομίζεις ότι κάθεται και μετράει τα λευκά αιμοσφαίρια ένα ένα; Ε; Θαρρείς ότι ο πατέρας σου είναι το νούμερο ένα στη σκέψη του Θεού; Ανέστη σύνελθε. Αυτά τα λένε και τα σκέφτονται μόνο οι εγωιστές! Σα να λέμε απ όλους τους άρρωστους πατεράδες στο κόσμο, ο Θεός να κάνει καλά τον δικό σου μόνο έτσι;» «Όχι δεν σκέφτηκα…» είπε ο Ανέστης όμως η φράση έμεινε αδιάφορα μισή επειδή ο θείος έριχνε κατά ριπάς όπως λένε, μη δίνοντας την ευκαιρία για αντεπίθεση ούτε για άμυνα «Κατάλαβες τώρα μικρέ μου ότι δεν στέκει ο παντοδύναμος και πολυεύσπλαχνος και όλα τα κοσμητικά του κόσμου που στολίζουν τις ελπίδες τους οι ακαμάτηδες και φοβισμένοι ανθρωπάκοι; Όσο πιο ανόητος είσαι, τόσο πιο εγωιστής γίνεται, να το ξέρεις. Άσε που αυτός ο Θεός που έχουν οι τέτοιοι ανθρωπάκοι από κάτι τέτοια τρέφεται…» Ο Ανέστης σκεφτόταν μόνο τον πατέρα του. Τούτη την ώρα δίχως να το σκεφτεί, να το προγραμματίσει, τα νοητικά τερτίπια γίνονταν προσευχές μέσα στη ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, παρά να παρακαλέσει τον Θεό για τον πατέρα του. Εγωιστής; Όχι βέβαια, δεν θα του το επέτρεπε ο πατέρας του. Αν μπορούσε τώρα να του μιλήσει θα του έλεγε να μη ζητά να γίνει το δικό του θέλημα, αλλά να παρακαλεί τον Θεό να γίνει εκείνου το θέλημα. Ο,τι θέλει ο Θεός, ο,τι κρίνει εκείνος ότι είναι το καλύτερο. «Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» έτσι θα του έλεγε. Ο Ανέστης μετρούσε τα λεπτά, τις ώρες ένα προς ένα, μια προς μία. Τα πρώτα δύο 24ωρα είναι κρίσιμα, του είπαν οι γιατροί. Κάθε στιγμή που περνάει είναι κρίσιμη, τι εννοείτε αγαπητοί γιατροί… Εγκεφαλικό λέει ο ένας, τα καρδιά ο άλλος… το θέμα είναι ότι ο πατέρας του Ανέστη μ αυτά και με κείνα του σύστησε τον Θεό. Τον πήρε από το χέρι και του λέει, παιδί μου από δω ο Θεός μου. Κάνε όπως καταλαβαίνεις. Ο Ανέστης δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Έμοιαζε με ένα χάρτινο αεροπλανάκι που παλεύει με τα κύματα του αγέρα. Την ώρα που λες πως θα τσακιστεί δίνει μια και πετιέται από το παράθυρο για να συνεχίσει το πέταγμά του. «Μοιραία όμως κάποια στιγμή θα τσακιστεί» θα του έλεγε ο θείος και θα χαμογελούσε με νόημα. «Όπως όλα. Όπως οι σκέψεις, οι ελπίδες, η ζωή.» «Και τι θα μείνει στο τέλος θείε;» «Οι ατέλειωτοι άνθρωποι που πετάνε χάρτινα αεροπλανάκια, χαρταετούς, διαστημόπλοια, με την παιδική φαντασίωση πως θα πετάνε στην αιωνιότητα. Μα ο Θεός μας θέλει καρφωμένους στο χώμα, κατάλαβες; Μας δίνει λίγο ουρανό κι ύστερα μ έναν γδούπο μας καρφώνει στο χώμα. Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου…» Ο Θεός του πατέρα μου; Μα εγώ νόμιζα πως είναι ένας Θεός για όλους! Ανατέλλει λέει τον ήλιο του για όλους το ίδιο… Κάπως έτσι του το είχε πει… εκείνος που τώρα είναι στα χέρια αυτού που τόσο πολύ αγάπησε στη ζωή του. «Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου!» Άλλη μια σφυριά μέσα στο κεφάλι του. «Είναι;» άκουσε σαν ψίθυρο βαθιά μέσα από την καρδιά του, από το μυαλό του; Δεν ήταν σίγουρος. «Τι πάει να πει είναι;» αντέταξε σ αυτή τη φωνή «Είναι ο Θεός;» Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης ένιωσε ρίγος να σκαρφαλώνει στην σπονδυλική του στήλη. Σαν το πανάρχαιο φίδι στις παρυφές του παραδείσου να μεταφέρει την παγωνιά του θανάτου σ όλον τον κόσμο. Αυτός ο πειρασμός που ανακατώνει την λάσπη από τον πυθμένα της ηρεμίας και θολώνει τη σκέψη. Ο Ανέστης δεν βλέπει πια καθαρά. Το μυαλό του δεν είναι ικανό να διαχειριστεί τούτη την επίθεση. Όλα του τα επιχειρήματα επιστρέφουν τραυματισμένα και μισοπεθαμένα στον ίδιο. Φόβος κυριεύει τις γωνιές της ύπαρξής του. Φόβος. Αγωνία. «Είναι λοιπόν ο Θεός;» «Εσύ είσαι σίγουρος ότι είσαι;» εμφανίστηκε άλλη μια φωνή. Δεν μπόρεσε να διακρίνει αν είναι σύμμαχος η εχθρός. «Δηλαδή;» διερεύνησε το τοπίο… Δεν είναι της ώρας» έβαλε γρήγορα τελεία επειδή χτύπησε το κινητό του. Στην οθόνη ήταν ο αριθμός του νοσοκομείου. «Πρέπει να έρθετε από εδώ» ακούστηκε ανάμεσα στις άλλες αδιάφορες λέξεις. Ο Ανέστης σ όλο το δρόμο έστελνε προσευχές ικεσίας σ έναν Θεό που τον είχε μπερδέψει τόσο πολύ. Ήθελε τόσο πολύ να τον αγαπήσει μα λες και ένα αγκάθι τρυπούσε την διάθεση του αφήνοντας στάλες αίμα να κοκκινίσουν την λαχτάρα του. Με τις φωνές στο κεφάλι του να έχουν σηκώσει σωστή επανάσταση έφτασε στο νοσοκομείο. Δεν είχε υπομονή να περιμένει το ασανσέρ. Με τρεις δρασκελιές έφτασε μέχρι το 213. Άνοιξε την πόρτα. Δυο νοσοκόμες είχαν καλύψει και το κεφάλι το σώμα του αρρώστου. Βιαστικά τακτοποιούσαν το δωμάτιο αλλάζοντας τα σεντόνια, ανοίγοντας παράθυρα.. «Όχι Θεέ μου, όχι!» ψιθύρισε «Κύριε Ανέστη» τον πλησίασε μια νοσοκόμα. «Μεταφέραμε τον πατέρα σας στον απέναντι θάλαμο, στο 223. Πηγαίνετε να τον δείτε. Σας περιμένει» Ένα κρυφό χαμόγελο σαν ευχαριστία έφυγε από την καρδιά του. Κανείς δεν το είδε. Κανείς δεν έμαθε γι αυτό. Ο Θεός του πατέρα. Ο πατέρας Θεός.
Υπήρχε ένα σπουργιτάκι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον ουρανό.
- Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού.
Για να προστατέψω τη γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει πάνω μας. - Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό; με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.
- Ο καθένας εδώ κάτω στη γη έχει το δικό του κομμάτι ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι.
Ο Μάρτιος είναι ο τρίτος μήνας του πολιτικού έτους. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ρωμαϊκού θεού του πολέμου Mars (δηλαδή του Άρη). Η παλαιότερη ρωμαϊκή ονομασία του Μάρτη ήταν Primus, δηλαδή Πρώτος μήνας του δεκάμηνου ρωμαϊκού έτους. Γι'αυτό η 1η Μαρτίου ονομαζόταν επίσης και Πάτριος πρωτοχρονιά και σχετιζόταν με την αρχή των πολεμικών επιχειρήσεων.
Αναφορικά με την αντιστοιχία του εν λόγω μήνα προς το αρχαίο αττικό ημερολόγιο, εν μέρει κάλυπτε τον Ελαφηβολιώνα, τον μήνα κατά τον οποίον γίνονταν οι μεγάλες θυσίες προς τιμήν της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος.
Ως τον 7ο αιώνα εξακολουθούσαν να γιορτάζουν την 1η Μαρτίου με πομπές, χορούς και δώρα. Παραδοσιακά υπολείμματα είναι τα «χελιδονίσματα». Τα έψαλαν τα παιδιά πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι με ένα ξύλινο χελιδόνι στολισμένο, ένώ έδιναν στη νοικοκυρά φύλλα κισσού. Το τραγούδι είναι αναγγελτικό, αλλά και μαγικο-ευετηρικό:
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα,
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα.
Κάθησε και λάλησε
και γλυκά κελάδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις.
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξη θ'ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα και στεριάν δεν ξέχασα.
Κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα, κονόμησα.
Έφυγα κι άφηκα σύκα και σταυρόν και θημωνίτσα.
Κι ήρθα τώρα, κι ήυρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπαρτά, βλήτρα,
βλήτρα, βλήτρα, φύτρα, φύτρα.
Η επανάληψη των λέξεων είναι κάτι σαν ξόρκι για να προκαλέσουν τη βλάστηση.
Τον Μάρτιο ο ελληνικός λαός προσονόμασε Ανοιξιάτη (γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης), Κλαψομάρτη, Γδάρτη , Πεντάγνωμο (για το ευμετάβλητο του καιρού), Βαγγελιώτη (λόγω της μεγάλης γιορτής του Ευαγγελισμού), Φυτευτή.
Οι μητέρες απ'την πρωτομηνιά δένουν στα χέρια των παιδιών τους ένα βραχιόλι από πολύχρωμες κλωστές (συνήθως κόκκινη και άσπρη κλωστή στριμμένη) που το λένε μάρτη ή μαρτιάτικο για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος. Είναι μια μαγική προφύλαξη (ασφαλιστικός κύκλος) για τη νέα εποχική περίοδο. Ο λαός λέει χαρακτηριστικά:
«Οπόχει κόρη ακριβή τον Μάρτη Ήλιος μη τη δει».
«Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπά το κέρατο βοδιού».
«Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε μήνες δεν ξεβάφει».
Για το έθιμο του σειρητιού γράφει και ο Κωστής Παλαμάς:
Ρόδιζ' η πρώτη του Μάρτη μέρα
και στο παιδάκι της η μητέρα
γελώντας πάει:
«Με μάρτη έρχομαι το λαιμό σου
να στεφανώσω σαν άγγελός σου
θα σε φυλάει.
Από χρυσάφι, προτού να φέξει,
με τι φροντίδα το έχω πλέξει.
Για το χρυσό μου!
Με κάθε χρώμα το έχω ντύσει
ουράνιο τόξο, που θα στολίσει
τον ουρανό μου!»
Με την αρχή της Άνοιξης εμφανίζονται και οι επιδημίες, αλλά και ένα σωρό ενοχλητικά ζώα και ζωύφια όπως ποντικοί, φίδια, ψύλλοι. Στο νοικοκυριό, λοιπόν, γίνονταν εποχικοί καθαρισμοί (τινάγματα ρούχων, σκουπίσματα) με επωδές:
«Όξω ψύλλοι και κοριοί, (τότε που ήταν πολλοί)
μέσα οι νοικοκυροί!»
Η λαϊκή φαντασία αποδίδει την αστάθεια του καιρού που παρατηρείται στον δύστροπο χαρακτήρα του Μαρτίου, τον οποίο και πρωσοποιεί. Σύμφωνα με μια παράδοση, λοιπόν, ο μήνας Μάρτιος έχει δύο γυναίκες: μια πανέμορφη, αλλά φτωχή και μια κακάσχημη που όμως είναι πλούσια. Τα βράδια κοιμάται ανάμεσά τους. Όταν γυρίζει από τη μεριά της άσχημης, τη βλέπει και από το κακό του κάνει μέρες βροχερές και χειμωνιάτικες. Όταν πάλι γυρίζει προς την όμορφη κάνει ηλιόλουστες, ανοιξιάτικες μέρες.
Γι'αυτό ο Μάρτης μία κλαίει και μια γελά.
Ακόμη, η παράδοση λέει ότι οι τελευταίες μέρες του Μάρτη ονομάζονται «μέρες της γριάς» ή «γριές» γιατί πιστεύεται ότι αυτές τις μέρες τις έκλεψε από τον Φεβρουάριο για να τιμωρήσει μια γριά η οποία μίλησε περιφρονητικά γι'αυτόν.
Η γρια, δήθεν, παρόλες τις παλαβομάρες του Μάρτη, κατάφερε να διασώσει το νεογέννητο αρνάκι της και στο τέλος του μήνα σίγουρη για το θρίαμβό της και για την επερχόμενη καλοκαιρία τού είπε με αυθάδεια: «Πριτς Μάρτη μου, γλύτωσα τα'αρνάκι μου». Τότε κι αυτός βάλθηκε να την τιμωρήσει και τράβηξε την κακοκαιρία του για να παγώσει τη γριά και το αρνάκι.
Ο λαός λέει ακόμη σχετικά με τα μετεωρολογικά καπρίτσια του μήνα:
«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης».
«Το Μάρτη ξύλα φύλαγε
μην κάψεις τα παλούκια».
«Το Μάρτη φύλα τ'άχυρα
μη χάσεις το ζευγάρι (τα βόδια)
και φύλαγε και το ψωμί
μη χάσεις το κοπέλι».
«Ο Μάρτης ως το γιόμα το ψοφάει
κι ως το βράδυ το βρωμάει».
Το τελευταίο λέγεται γιατί η παγωνιά του Μαρτιάτικου πρωινού μπορεί να σκοτώσει και η απογευματινή ζέστη είναι ικανή να αποσυνθέσει το θύμα του κρύου.
Περπερούνα
Η Περπερούνα, με διάφορα άλλα ονόματα συγγενικά, είναι ένα έθιμο του κύκλου της Ανοίξεως και αποβλέπει στην βροχή που είναι απαραίτητη για τα σπαρτά. Συνήθως νέα κορίτσια στολισμένα με πράσινα φυλλώματα και λουλούδια περιέρχονταν στους δρόμους και τα σπίτια τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι-επίκληση για βροχή. Εικάζεται η πιθανότητα να έχει τις ρίζες του στα Ελευσίνια Μυστήρια και ο Φωριέλ το θεωρεί πανάρχαιο.
Περπερούνα περπατεί,
περπατεί καμαρωτή
και τον Θιόν παρακαλεί
για να στείλη μια βροχή
μια βροχή καλή καλή
για ν'ανθίσουν τα λειβάδια
να φυτρώσουν τα σιτάρια
να μεθύσουν τ'αμπελάκια
να καρπίσουν σταφυλάκια.
Μπάρες μπάρες τα νερά
στα χωράφια τα ξερά
καθ'αστάχυ ένα ταγάρι
κάθε κλήμα ένα πιθάρι.
Εις τους κάμπους μας χαρές
οι βραγιές τους νοτερές
τα κρασιά μας σαν νερό
τα γεννήματα σωρό
για να χαίροντ' οι φτωχοί
βάνοντάς τα στο σακκί
να βογγάη ο μυλωνάς
και να σκάζ' ο αλευράς.
Ο Μάρτιος λοιπόν, ο πρώτος (κάποτε) μήνας του χρόνου και αρχή του καλοκαιριού.Την πρωτομαρτιά, λέγουν, πέφτει απ' τον ουρανό το κάρβουνο στη γης, να ζεσταθεί η γης κι από τότες αρχινούν οι ζέστες.
Την αστάθεια του καιρού, που παρατηρείται τον Μάρτιο στη χώρα μας και αποβαίνει πολλές φορές ολέθρια για φυτά και ζώα, η λαϊκή φαντασία αποδίδει στο δύστροπο χαρακτήρα του Μαρτίου, τον οποίο προσωποποιεί, όπως και τους άλλους μήνες.
Αρκετοί μύθοι ζητούν να αιτιολογήσουν, γιατί ο Μάρτης, "μια γελά και μια κλαίει". Σύφφωνα με κάποια αθηναϊκή παράδοση, ο Μάρτης είχε δυο γυναίκες, την μια πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει και σκοτινιάζει όλος ο κόσμος, όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος. Αλλά τις περισσότερες φορές γυρίζει από την άσχημη, γιατί αυτή είναι πλούσια και θρέφει και τη φτωχή και όμορφη.
Άλλη μύθοι εξηγούν γιατί ο Μάρτης έχει 31 ημέρες και ο Φεβρουάριος 28. Είναι πολύ γνωστές οι παραδόσεις για την απολιθωμένη γριά που ο Μάρτης τη μαρμάρωσε μαζί με τα κατσίκια της.
Όπως κάθε αρχή στη ροή του χρόνου, έτσι και η πρώτη μαρτίου θεωρείται ότι προσφέρεται και για μετεωρολογικές και μαντικές παρατηρήσεις.
Στις δεισιδαιμονίες τέλος, τις σχετικές με την πρώτη Μαρτίου - ως αρχή του χρόνου - ανήκει και η συνήθεια της ψευδολογίας (π.χ. στα Μέγαρα).Την Πρωτομαρτιά έχουν έθιμο να γελούν το Μάρτη.Θα πουν ένα ψέμα για να γελάσουν κάποιον. "Γελούμε το Μάρτη, για να μας πάει καλά"...